Τα κίτρινα γάντια

Θυμάσαι, Πιτσιρίκο μου, την παλιά ελληνική ταινία με τον Σταυρίδη, την Κοντού και τον Φωτόπουλο; Ο αθεράπευτα ζηλιάρης σύζυγος έχει κόψει καπίστρι και υποπτεύεται τους πάντες. Έχει, όμως, ιδιαίτερη μανία με τα μουστάκια. «Μουστάκια θα φάμε τα μουστάκια μας. Κι επειδή εγώ δεν έχω δικό μου, ό,τι φάμε να είναι από το δικό σου!».

Κι έπεφτε από την μία παρεξήγηση στην άλλη με αποκορύφωμα τον τρελό και καθυστερημένο του χωριού, τον υπέροχο Γιάννη Γκιωνάκη με την πορτοκαλάδα από πορτοκάλια, την λεμονάδα από λεμόνια και την σοφή ρήση του ότι οι άνθρωποι δεν κάθονται στα τραπέζια αλλά στις καρέκλες!

Στην Γαλλία είναι, πάντως, σίγουρο ότι δεν έχουν ιδέα από κίτρινα γάντια, μόνο από κίτρινα γιλέκα.

Ένα ακομμάτιστο -κάτι μου θυμίζει αυτό, κάτι μου θυμίζει!-, μη ελεγχόμενο από κανέναν και αυθόρμητο (βρε τι μου θυμίζει;) κίνημα που, από την μια μέρα στην άλλη, ξεπήδησε στην επιφάνεια, έσπασε τα πεζοδρόμια κι απαίτησε την παραίτηση του Μακρόν.

Του Μακρόν που φαίνεται πως έχει ξεχάσει ότι δεν πήρε λευκή επιταγή από τον γαλλικό λαό για να εφαρμόσει ό,τι του καπνίσει.

Αυτό το «ό,τι του καπνίσει» το δικαιολόγησε με την δέσμευση που έχει αναλάβει -λέμε τώρα-η Γαλλία να συνεισφέρει στην προστασία του περιβάλλοντος.

Γι’ αυτό, άλλωστε, βρε κουτά και άμυαλα, αυξάνει την τιμή των καυσίμων κατά δέκα ολόκληρα σέντς, για την προστασία του περιβάλλοντος!

Για τον ίδιο λόγο κατεβαίνουν στους δρόμους και διαμαρτύρονται τα «κίτρινα γιλέκα», που είναι ακομμάτιστα και δεν δέχονται ούτε καν την εκπροσώπησή τους από τα συνδικάτα.

Βέβαια, το πρόβλημα δεν είναι ο Μακρόν και οι κ@βλες του, αλλά το ίδιο το γαλλικό προεδρικό πολιτικό σύστημα που είναι από τα πιο αντιδημοκρατικά στον δυτικό κόσμο.

Ενώ, για παράδειγμα, στις ΗΠΑ ο εκλεγμένος πρόεδρος ελέγχεται από άλλα δύο εκλεγμένα επίσης σώματα, την γερουσία και το κοινοβούλιο, και βρίσκεται διαρκώς αντιμέτωπος με εκλογές στο μέσο της θητείας του που μπορεί να του στερήσουν την εκ των πραγμάτων δύσκολη κυριαρχία του και στα δυο αυτά σώματα, όπως συνέβη πχ με τον Τραμπ λίγες βδομάδες νωρίτερα, στην Γαλλία ο πρόεδρος είναι ο απόλυτος κυρίαρχος ακόμα κι όταν τυχαίνει να συγκεντρώσει στον πρώτο γύρο των εκλογών κάτι περισσότερο από το 21% των ψήφων, όπως δηλαδή συνέβη με τον Μακρόν.

Στην πραγματικότητα, οι Γάλλοι εκλέγουν τον απόλυτο μονάρχη τους κάθε 5 χρόνια.

Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο.

Όπως οι Έλληνες έχουν τις ονειρώξεις τους με τον αρχαίο πολιτισμό τους και τους Μεγάλους Αλεξάνδρους τους, όπως οι Εγγλέζοι νιώθουν το πέoς τους να μεγαλώνει ή τις ρώγες τους να σκληραίνουν και μόνο στην σκέψη της «αυτοκρατορίας στην οποία ο ήλιος δεν δύει ποτέ», έτσι και οι Γάλλοι την βρίσκουν και την ξαναβρίσκουν με την φαντασιακή τους Βαστίλη, τις Αντουανέτες τους και τους Ναπολέοντες που χρήζουν αυτοκράτορες στην θέση των προηγούμενων που έχουν συμβολικά αποκεφαλίσει!

Θα μου πεις, βέβαια –και με το δίκιο σου– όπως την βρίσκει κανείς.

Και δεν θα διαφωνήσω μαζί σου, αρκεί ο αυvάvας να έχει συνείδηση τουλάχιστον της πραγματικότητας.

Δεν μπορώ να καταλάβω, αλλά σίγουρα μπορώ να αποδεχτώ ότι κάποιος πχ αυνανίζεται, βλέποντας την φωτογραφία της Γκρέτα Γκάρμπο.

Ο καθένας και τα βίτσια του, περι ορέξεως κολοκυθόπιττα και πάει λέγοντας.

Το πράγμα όμως αλλάζει, όταν αυτός ο κάποιος πιστεύει κιόλας ότι η Γκρέτα ζει και ότι από ώρα σε ώρα θα χτυπήσει το κουδούνι του διαμερίσματός του.

Στην περίπτωση αυτή, σταματάς κάθε συζήτηση και κάθε ανάλυση. Είναι η ώρα για τον ειδικό. Τηλεφωνείς στον Βασίλη!

Και αυτό είναι, κατά την ταπεινή μου άποψη, το πρόβλημα των περισσοτέρων λαών του κόσμου: Σιχαίνονται το παρόν. Φοβούνται το μέλλον. Κατακλύζονται από τις παραισθήσεις του ένδοξου και ψεύτικου παρελθόντος.

Τα κίτρινα γιλέκα θα ξεθωριάσουν γρήγορα, θα λερωθούν και πολύ πιθανά θα μαυρίσουν.

Οι χωρίς πολιτικό σκοπό ταραχές ενισχύουν τελικά τους ακροδεξιούς και τους φασίστες, ακόμα και στην περίπτωση που οι τελευταίοι υποδαυλίζουν τις συγκεκριμένες διαμαρτυρίες.

Οι λαοί του κόσμου είτε έχουν πετάξει πετσέτα και ασχολούνται με τις βιζιτούδες και τα τηλεπαιγνίδια, όπως ο ελληνικός λαός, είτε διαμαρτύρονται χωρίς να ξέρουν τι θέλουν όπως ο γαλλικός λαός.

Άλλωστε, κι ο ελληνικός λαός λίγα χρόνια νωρίτερα έφτιαχνε τις πλατείες των Αγανακτισμένων και συγκρούονταν με τα ΜΑΤ στους δρόμους.

Τότε που τα Μπιμπισίδια και τα Σινενέδια έβγαζαν το ψωμάκι τους στην Αθήνα και όχι στο Παρίσι.

Προσωπικά, όλα αυτά τα τάχα μου αυθόρμητα και ακομμάτιστα κινήματα, μου γυρίζουν πια τα έντερα.

Αν μέσα από τις διαμαρτυρίες σου και τους συνειδητούς υποτίθεται αγώνες σου δεν μπορεί ούτε καν να περάσει από το μυαλό σου ότι είναι το σύστημα που πρέπει να αλλάξει, ότι είναι το σύστημα που ληστεύει στο όνομα των πανανθρώπινων αγαθών, τους πολλούς για να κάνει πλουσιότερους τους πιο πλούσιους, και ότι το σύστημα αυτό έχει όνομα και λέγεται καπιταλισμός, τότε…

Τότε, ακόμα κι αν οι προθέσεις σου είναι οι καλύτερες που υπάρχουν, θα αρχίσεις να τσακώνεσαι με τον διπλανό σου για την θέση στην πλατειούλα και τελικά θα πάρεις τον ακομμάτιστο πούλο σου αυθορμήτως και θα επιστρέψεις σαν την βρεγμένη γατούλα στο σπιτάκι σου.

Γιατί ο Γιάννης Γκιωνάκης είχε απόλυτο δίκιο όταν φώναζε απορημένος στον Σταυρίδη:

«Κάθονται οι άνθρωποι στα τραπέζια; Στις καρέκλες κάθονται οι άνθρωποι!». Ή στους καναπέδες όταν υπάρχουν.

Φιλιά πολλά από την Εσπερία

Ηλίας

Υ.Γ. Όσο αφορά το φλέγον ζήτημα της κόντρας Σεφερλή με την Ακρίτα, εγώ είμαι με την Ακρίτα. Πρώτα γιατί έχω γνωρίσει τον Σεφερλή και δεν είναι τόσο έξυπνος όσο νομίζουμε ότι είναι. Απλά είναι ο τέλειος καθρέφτης της λούμπεν ελληνικής κοινωνίας. Για αυτό και οι πετυχημένες παραστάσεις του. Στην σημερινή Ελλάδα, οι Σεφερλήδες θα είναι πάντοτε οι επιτυχημένοι και οι Μινωτήδες οι losers. Δεύτερον, έχω βαρεθεί να κρύβονται τα διάφορα φασιστάκια τύπου Σεφερλή πίσω από τον Αριστοφάνη. Ο Αριστοφάνης –την πολύ διαφορετική εποχή στην οποία ζούσε– τα έβαζε με την εξουσία, δεν επικέντρωνε στον ομοφυλόφιλο, στον Πακιστανό, Αλβανό, στον παχύσαρκο, κλπ. Επιπλέον, όταν του ασκούσαν κριτική ή τον έβριζαν, δεν έβγαινε στην Εκκλησία του Δήμου μυξοκλαίγοντας ότι τον είπανε μ@λάκα και άχρηστο, επηρεάζοντας την ψυχολογία του παιδιού του που τους άκουσε. Για μένα πρόκειται για ένα σίχαμα με ταλέντο που αναπαράγει σταθερά τις φασιστικές μικροαστικές ιδεοληψίες της ελληνικής κοινωνίας, και κονομάει τρελά, βαδίζοντας από την μία εισπρακτική επιτυχία στην επόμενη. Το ότι έχει ταλέντο δεν μου λέει τίποτα απολύτως. Και εσύ έχεις απίστευτο ταλέντο και θα μπορούσες να βγάζεις τρελά λεφτά, μπαίνοντας στην δούλεψη των ολιγαρχών. Είπες, όμως, όχι. Αυτό, όμως, το σίχαμα είπε «ναι» συνειδητά και χωρίς να πιεστεί από τις καταστάσεις, στις ρατσιστικές συμπεριφορές και πεποιθήσεις που χρόνια τώρα θεριεύουν μέσα στα σπλάχνα της ελληνικής κοινωνίας. Τις καβάλησε, τις αναπαρήγαγε και από αυτό πλούτισε και πλουτίζει ακόμα. Κι είμαι σίγουρος για τι βρωμόλογα θα του έλεγε ο Αριστοφάνης, αν είχε την «τύχη» να παρακολούθησει μερικές από τις παραστάσεις του στο θέατρο και κάποιες από τις «δουλειές» που έκανε για την τηλεόραση.

«Καλοί μου θεατές, μη με φθονήσετε, που είμαι φτωχός και πρόκειται, Αθηναίοι μου, να σας μιλώ μέσα στην κωμωδία για την πόλη. Κι η κωμωδία ξέρει να μιλάει για το δίκιο. Και θα σας πω πράγματα φοβερά μα δίκαια… Όμως, κάτι τεκνά καψούρικα, αλάνια μεθυσμένα, επήγανε στα Μέγαρα και κλέψαν μια πουτάvα. Κι οι Μεγαρίτες απ᾽ τη λύσσα τους επήγαν στην Αθήνα, και κλέψανε απ᾽ της Ασπασίας το πουταvαριό δύο φακλάνες. Έτσι ξεκίνησεν ο πόλεμος, που ᾽φαγε την Ελλάδα, για τρεις σκατοπουτάvες. Ο Περικλής, σαν το ᾽μαθε, πολύ του κακοφάνη, άστραψε και μπουμπούνισε κι έκαψε την Ελλάδα. Μας γέμισε ψηφίσματα στριφνά σα να ᾽τανε αινίγματα: «Οι Μεγαρείς στην αγορά να μη κοντοζυγώνουν κι η θάλασσα και η στεριά να μη τους εσηκώνει». Οι Μεγαρίτες, σαν τους θέρισεν η πείνα, στους Σπαρτιάτες τρέξανε ν᾽ ακυρωθεί το ψήφισμα, που κάναμε για τρεις παλιοκουφάλες. Εμείς όμως δε θέλαμε κι αυτοί παρακαλούσαν. Έτσι αρχίνησαν ασπίδες να βροντάνε».

Με τον παραπάνω τρόπο περιέγραψε την έναρξη του Πελοππονησιακού πολέμου στους «Αχαρνής» ο Αριστοφάνης. Ο στόχος δεν ήταν οι σκατοπουτάvες αλλά ο Περικλής και η Αθηναϊκή Πολιτεία που προωθούσε με την πολιτική της τον πόλεμο με όλα τα κακά του. Ο Αριστοφάνης μιλούσε σε θεατές που μπορούσαν να διακρίνουν το ατομικό από το κοινωνικό συμφέρον, την ελευθερία από την ελευθεριότητα του λόγου, που μπορούσαν να αυτοσαρκαστούν και να γελάσουν με τα καμώματα τα δικά τους και των εκλεκτών τους. Ο Αριστοφάνης απευθύνονταν σε ελεύθερους πολίτες. Σε ποιους απευθύνεται ο Σεφερλής το γνωρίζουμε πολύ καλά όλοι μας. Και δίπλα στην σκηνή κάποιος θα ψιθυρίζει στον διπλανό του, «πλάκα δεν έχει ο Μάρκος;». Κι αυτός θα του απαντά, «κι ο Νότης δεν τραγουδάει υπέροχα;»

(Φίλε Ηλία, δώσε πόνο. Όσο ο καθένας σκέφτεται αποκλειστικά την πάρτη του, καμιά συλλογικότητα δεν μπορεί να υπάρξει. Και σήμερα είναι όλα φτιαγμένα, για να σκέφτεται ο καθένας την πάρτη του. Άσε τους ανθρώπους να κάνουν τα μπάχαλά τους και να επιστρέψουν στα σπίτια τους να δουν τηλεόραση. Αυτό θέλουν. Γιατί συνειδητότητα δεν έχουν. Και απαιτείται συνειδητότητα, για να αμφισβητήσεις το σύστημα. Ηλία, εγώ δεν νιώθω την ανάγκη να είμαι με τον Σεφερλή ή με την Ακρίτα. Καλώς υπάρχουν και οι δυο, έχουν ταλέντο και οι δυο, είναι δημοφιλείς και οι δυο, και έχουν λυμένο το θέμα της επιβίωσής τους -για δεκαετίες- και οι δυο. Και μάλλον βοηθούν και οι δυο ανθρώπους στις προσωπικές τους ζωές, και μπράβο τους. Επίσης, εκπροσωπούν δυο υπαρκτά κομμάτια της ελληνικής κοινωνίας. Δεν είναι κανείς από τους δυο τους εκτός συστήματος. Είναι μέσα στο ίδιο σύστημα και αλληλοτροφοδοτούνται. Όπως ο Σεφερλής δεν θα αναφερθεί ποτέ στους ολιγάρχες, δεν θα αναφερθεί ούτε η Ακρίτα, η οποία γράφει στα ΝΕΑ του Μαρινάκη. Το ότι ο Σεφερλής «είναι ο τέλειος καθρέφτης της λούμπεν ελληνικής κοινωνίας» είναι θετικό. Θέλει πολύ μεγάλο ταλέντο για να εκφράσεις όλη αυτή τη σαβούρα. Σκέψου το λίγο. Ηλία, ο Αριστοφάνης, με τα σημερινά δεδομένα, δεν θα παιζόταν πουθενά. Και τον Αριστοφάνη τον έτρεφε το «ελάττωμα» του άλλου, και δεν εννοώ μόνο τους θηλυπρεπείς και τους ομοφυλόφιλους. Αλλά όταν ο Αριστοφάνης κοροϊδεύει τον κουτσό, πρέπει να θυμόμαστε πως οι αρχαίοι Έλληνες είχαν και έναν κουτσό θεό, ενώ κάποιοι θεοί ερωτεύονταν και αγόρια. Επίσης, το πρόβλημα με τη σάτιρα είναι πως πάει μαζί με την Δημοκρατία. Η σάτιρα γεννήθηκε μέσα στην Δημοκρατία. Χωρίς Δημοκρατία, δεν υπάρχει και σάτιρα. Τι σάτιρα να υπάρχει σε ένα προτεκτοράτο; Και από ποιον ζητάς να την εκφράσει; Θαύματα δεν γίνονται στα προτεκτοράτα. Η «σάτιρα» του Σεφερλή εκφράζει την Ελλάδα του σήμερα. Και αφού η Ελλάδα χειροκροτάει τον Σεφερλή που της δείχνει πώς είναι, δεν φταίει ο Σεφερλής. Ή μάλλον, ο Σεφερλής είναι ο τελευταίος που φταίει. Ηλία, στην παράσταση στην Κιβωτό, ο Χριστόφορος Ζαραλίκος ρωτάει τους θεατές ποιον σημερινό Έλληνα -εκτός από την οικογένειά του και τους φίλους του- θα έβαζαν στην Κιβωτό για να τον σώσουν από τον Κατακλυσμό. Δεν σου λέω τι συμβαίνει στο θέατρο. Ελπίζω να είσαι στην Ελλάδα και να έρθεις για να το δεις. Θα τα καταλάβεις όλα σε αυτό το σημείο της παράστασης. Να είσαι καλά, Ηλία. Την αγάπη μου.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.