Ήθελα να γράψω κάτι όμορφο, κάτι ανθρώπινο
Πιτσιρίκο,
με συγκίνησε το γράμμα της φίλης για τον παππού Γιώργο. Και εκείνο που ανέφερες για την ανάμνηση της δύναμης, που είναι αφόρητη για εκείνους που γερνούν, ειδικά για τους άντρες. Μου έλυσες κι έναν κόμπο μ’ αυτή σου την κουβέντα, χωρίς να το ξέρεις.
Κι έτσι σκέφτηκα να σου πω δυο τρεις ιστορίες, από τις πολλές που έχω από τους παππούδες μου.
Οι παππούδες μου, Αλέκος και Βασιλεία ήταν από τη Μικρά Ασία. Ήρθαν από τη Σμύρνη με την καταστροφή. Σε πλοίο στοιβαγμένοι -από τους τυχερούς- η οικογένεια της μικρούλας τότε γιαγιάς, με τον στρατό για να μην τον στρατολογήσουν οι Τούρκοι, παλικαράκι, ορφανός και μόνος, ο παππούς.
Γνωρίστηκαν κι ερωτεύτηκαν στην πόλη μου με το βλέμμα, στην κοινή αυλή όπου έβλεπαν τα χαμοκαμαράκια τους· κάθε οικογένεια είχε από ένα για σπίτι.
Ο παππούς της εξομολογήθηκε τον έρωτά του με ένα σημείωμα κάτω από μια πέτρα.
Παντρεύτηκαν.
Η ζωή τους ήταν δουλειά, δουλειά και δουλειά.
Χτίσαν σπιτάκι, με πλυσταριό και αυλή με λουλούδια, έκαναν παιδιά πολλά.
Σαν πρόσφυγες ένιωσαν στο πετσί τους και το ρατσισμό των Ελλαδιτών. Κι ας μην “έδιναν δικαίωμα” που λέμε.
Μα δε μίλησαν ποτέ γι αυτά. Λέξη. Μιλούσαν ελάχιστα έτσι κι αλλιώς.
Ούτε για τη χαμένη πατρίδα μιλούσαν. Καμιά φορά μόνο έλεγαν, μέσα σε μιαν άλλη φράση, τη λέξη: “Εκεί”.
Γίνεται μια δισύλλαβη αόριστη λεξούλα να κουβαλάει τόσον πόνο; Γίνεται.
Η αξιοπρέπεια συχνά ζυμώνεται με σιωπή, αντοχή, και μια γλυκιά σοφία. Τα βράδια, μετά τη δουλειά της ημέρας η γιαγιά έπαιρνε το πλεχτό της κι έβγαινε να καθίσει με τις γειτόνισσες στο πεζοδρόμιο μπροστά απ’ τις αυλίτσες τους.
Έλεγαν καμιά κουβεντούλα για την ημέρα τους.
Μόλις όμως ακουγόταν κάποιο κουτσομπολιό, η γιαγιά η Βασιλεία έλεγε: “Συγγνώμη έχω να μαγειρέψω”, ή όποια άλλη δουλειά σκαρφιζόταν, κι έφευγε.
Αυτό το μάθημα της το χρωστάω.
Έρχονταν στο σπίτι μας θυμάμαι, τα μεσημέρια της Κυριακής, για φαγητό. Η καλύτερή μας.
Η γιαγιά με κάτασπρα μαλλάκια κότσο και την καλή της ρομπίτσα, ο παππούς μ ένα λεβέντικο γιλέκο κι ένα ρολόι με αλυσίδα κρεμασμένο, που του είχε χαρίσει η μάνα μου και πολύ το καμάρωνε.
Κάθονταν στον καναπέ -αργούσε ακόμα η ώρα του τραπεζιού- και μου έλεγαν: “Θα μας βάλεις εκείνη την πλάκα;” Η πλάκα ήταν ένας δίσκος βινυλίου με μικρασιάτικα τραγούδια. Τον άκουγαν σιωπηλοί, πιασμένοι χέρι χέρι. Ολόκληρο. Κάθε φορά.
Ο μεγάλος γιός της γιαγιάς μου, ο θείος μου, έφυγε ξαφνικά ένα καλοκαίρι.
Εκεί που ήμασταν όλοι μαζεμένοι στο σπιτάκι των παππούδων, ξαφνικά χτύπησε το τηλέφωνο.
Κάποιος το σήκωσε και είπε μόνο: “Ο Κώστας;”.
Έψαξαν τη γιαγιά μέσα στο χαμό, για τόσο λίγο. Πού ήταν; Έτρεξαν προς το αυτοκίνητο, έγιναν αστραπή κι έφτασαν εκεί σε ελάχιστα λεπτά.
Όταν έφτασαν, την βρήκαν εκεί, ακίνητη, πεσμένη πάνω στον Κώστα της,
Ανεξήγητο πώς, τα πονεμένα ποδαράκια είχαν σπάσει το φράγμα του ήχου. Αλήθεια. Την σήκωσαν, όταν τον πήραν.
Ο παππούς ήταν ήδη άρρωστος, στο κρεβάτι. Δεν του το είπαν. Όλοι υποκρίνονταν ότι όλα ήταν όπως πάντα.
Μόνο που η γιαγιά χανόταν για λίγο, μυστήριο που πήγαινε.
Έπειτα από λίγο ανακάλυψα ότι ανέβαινε στο πλυσταριό, έκλαιγε, σκούπιζε τα δάκρυα και κατέβαινε χαμογελαστή να φροντίσει τον Αλέκο της.
Τόσα πολλά, τόσες εικόνες, μα φτάνουν αυτά. Νομίζω απλά ήθελα να γράψω για κάτι όμορφο. Ανθρώπινο.
Να είσαι καλά. Να προσέχεις. Την αγάπη μου.
Λίλα
(Αγαπητή φίλη, ήταν αλλιώτικοι άνθρωποι οι παππούδες μας και οι γιαγιάδες μας. Ήταν άνθρωποι μιας άλλης εποχής. Συναντώ και σήμερα ανθρώπους που είναι από μια άλλη εποχή. Και σκέφτομαι πως θα υποφέρουν μέσα σε αυτό τον νέο και πολύ κυνικό κόσμο. Ειδικά, αυτοί που ζουν στις μεγάλες πόλεις. Είναι αποσυναισθηματοποιημένη η εποχή μας. Πολλή μόστρα και φασαρία, μοναξιά από μέσα. Καλά κάνατε και γράψατε τις αναμνήσεις σας από τους προγόνους σας. Έτσι, ζουν κι αυτοί μαζί μας. Και μας σώζουν -κάποιες φορές- από τον ατομικισμό και τον κυνισμό που θέλουν να μας καταπιούν. Έγραψα και εγώ κάποτε για τη γιαγιά μου. Έμοιαζε με τη γιαγιά σας. Θα έκαναν καλή παρέα. Να είστε καλά. Την αγάπη μου.)
Το pitsirikos.net χρειάζεται τη βοήθειά σου
Στήριξε οικονομικά το pitsirikos.net, αν θεωρείς πως καλό είναι να υπάρχουν στην Ελλάδα και κάποιες φωνές που δεν δουλεύουν για τον Μαρινάκη, τον Αλαφούζο, τον Σαββίδη και τα άλλα παιδιά, οπότε μπορεί να διαβάσεις ή να ακούσεις κάτι διαφορετικό από αυτό που συμφέρει τους ολιγάρχες. Οι τρόποι στήριξης εδώ.

