Ο πραματευτής

Γύριζε κάποτε στον κόσμο ετούτο ένας πραματευτής. Η αμαξά του, λαμπερή και καλογυαλισμένη, πρόσφερε όλες τις επιθυμίες των ανθρώπων:
Ρούχα φανταχτερά, λόγια εντυπωσιακά, χρήματα, δύναμη, ό,τι ποθούσε ο καθείς και η καθεμιά.

Φτάνοντας σε μια πόλη, μια νέα κι όμορφη κοπέλα, με ρούχα απλά, πλησίασε στην καρότσα.

– Πόσο κάνει αυτό το φόρεμα; ρώτησε.

– Λίγη ομορφιά και νιάτα, της απάντησε κοιτάζοντάς την διαπεραστικά.

Το κορίτσι σάστισε.

– Κοίταξε, -συνέχισε ο πραματευτής- κάποια στιγμή θα τα χάσεις και τα δυό, μα τούτο το φόρεμα θα τραβά τα βλέμματα και τον θαυμασμό για πάντα. Κανείς δεν θα καταλάβει τη διαφορά της μικρής σου θυσίας.

– Εντάξει, είπε το κορίτσι κι ο πραματευτής έβαλε το φόρεμα στο δίσκο απ’ το καντάρι, για να το ζυγίσει πριν την πώληση.

Όπως άπλωσε τα χέρια της για να το πάρει, μια αόρατη κι αέρινη δύναμη, φύσηξε από τα νώτα της προς το καντάρι, κάνοντάς την να παραπατήσει λίγο.

Αμέσως, το βαρίδι στην άλλη άκρη του κανόνα κίνησε δεξιά και ίσιωσε το ζύγι.

– Είναι δικό σου, της απάντησε ο πραματευτής. Η πληρωμή έγινε.

Η κοπέλα το πήρε ευλαβικά κι έφυγε χαμογελαστή, μα κάπως κουρασμένη.

Ο επόμενος πελάτης ήταν ένας άνδρας ταλαιπωρημένος απ’ τη σκληρή δουλειά.

– Ορίστε -είπε ο πραματευτής- τι μπορώ να κάνω για σας;

– Θέλω χρήματα και δύναμη είπε με θέρμη και προσμονή. Μια κοπέλα που μένει απέναντι, καλοντυμένη κι όμορφη, την έχω ερωτευτεί.

Ο πραματευτής έγνεψε καταφατικά με ικανοποίηση, και γρήγορα-γρήγορα, γέμισε το καντάρι με χρήμα, με δύναμη, και με δόξα.

Τα μάτια του άνδρα άστραψαν από λαχτάρα. Άπλωσε τα χέρια του βιαστικά για να τα πάρει, κι ο αέρας πίσω του κόντεψε να τον ρίξει.

– Τι έγινε; ρώτησε ζαλισμένος.

-Τίποτε σπουδαίο, είπε ο πραματευτής. Μόλις έδωσες την ελευθερία σου για αντίτιμο.

Το βαρίδι θέριεψε, κι ίσιωσε τον κανόνα της ζυγαριάς γι’ άλλη μια φορά.

Ο άνδρας έφυγε με τις τσέπες του γεμάτες, μα με τα πόδια του βαριά.

Κι έτσι, οι δουλειές πηγαίναν πρίμα, το εμπόρευμα ανανεωνόταν και το καντάρι μεγάλωνε.

Μια μέρα, φτάνοντας σε ένα χωριό, ο πραγματευτής αντίκρυσε να του κλείνουν το δρόμο δυο παιδάκια χαμογελαστά.

Ένα κοριτσάκι κι ένα αγοράκι, πιασμένα χέρι-χέρι.

-Καλημέρα κύριε.

-Γειά σας παιδιά απάντησε εκείνος. Τι θέλετε;

-Αγάπη! Παιχνίδι, γέλια και χορό!

-Συγγνώμη αλλά δεν έχω, δεν πουλάω τέτοια πράγματα είπε αμήχανα.

-Μα γιατί; ρώτησαν εκείνα γεμάτα απορία. Είναι τα πιο απλά πράγματα στον κόσμο.

-Το ξέρω τους απάντησε, αλλά δεν έχω, λυπάμαι.

-Να σου δώσουμε εμείς τότε, του είπαν γελώντας δυνατά και έτρεξαν κατά πάνω του να τον αγκαλιάσουν.

-Όχι μη! είπε τρομοκρατημένος, και, καθώς τον άγγιζαν, ο αέρας φύσηξε απότομα κι αντίθετα αυτή τη φορά, σωριάζοντας τον στη γη.

Μαζί του, έπεσε και το καντάρι, σπάζοντας σε χίλια κομμάτια.

Καλό Σαββατοκύριακο αγαπητέ φίλε Πιτσιρίκο

Παντελής

(Αγαπητέ Παντελή, πολύ όμορφο το κείμενό σου. Γέλα, αγάπα και τραγούδα, γιατί είναι όλα εφήμερα και όλα φρούδα. Να είσαι καλά. Την αγάπη μου.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.