Η γραμμή

Πιτσιρίκο,
πριν λίγες μέρες βρέθηκα σε μια συντροφιά. Η συζήτηση για έναν άνθρωπο σε κοινωνική αδυναμία.

Η κοινωνική αδυναμία είναι εκείνο που φαίνεται, όταν το άτομο δε μπορεί να ενταχθεί στον κύκλο των «φυσιολογικών». Εκείνο που δε φαίνεται, ή που δεν νοιάζονται πολλοί να κοιτάξουν βαθύτερα και να δουν, είναι τι την προκαλεί.

Η συζήτηση που άκουσα τέτοια κατανόηση δεν είχε. Πιο πολύ έβρισκε ζουμί σε πικάντικες λεπτομέρειες πώς εκδηλωνόταν το πρόβλημα αυτού του ανθρώπου στις επαφές του με τον περίγυρο· και στην εικόνα του, που, όπως είναι επόμενο, έχει ίχνη αφροντισιάς κι εγκατάλειψης.

Πάντα είχα την αίσθηση (θα γελάσεις) ότι, όταν ρίχνουμε ένα βελάκι με έστω ελάχιστο δηλητήριο προς έναν άνθρωπο που απουσιάζει, εκείνος όπου κι αν είναι το δέχεται και νιώθει έναν ανεπαίσθητο, ασύνειδο σχεδόν πόνο. Μη μου δίνεις σημασία, συνεχίζω.

Συζητούσα μ’ έναν φίλο χτες, για τις δικές μας στιγμές αυτοεγκατάλειψης, όταν για κάποιο λόγο δεν είμαστε τόσο δυνατοί και superpower και χυνόμαστε και στα πατώματα. Με τον τρόπο του ο καθένας. Ας είναι καλά οι φίλοι, και οι δικοί μας άνθρωποι γενικότερα.

Υπάρχουν προστατευτικά δίχτυα στη ζωή μας. Άνθρωποι που μας αποδέχονται και είναι δίπλα μας, οικονομική αυτονομία. Υγεία σώματος μα και ψυχής. Αν ένα ή παραπάνω απ’ αυτά λείπουν, ο εξοστρακισμός καραδοκεί.

Θυμήθηκα κι έναν ευγενικό άνθρωπο στην πόλη μας, που στην ουσία ποτέ δεν ξέχασα.

Περνούσα απ’ το μαγαζί του, ως το τέλος σχεδόν. Τα σημάδια της αναχώρησης ήταν ήδη εκεί τώρα που το σκέφτομαι, μα πώς μετά τα συναρμολογούμε όλα.

Χρέη, μοναξιά οι φανερές αιτίες. Τις άλλες, χρέη ζωής, απώλειες, αίσθηση αναξιότητας, όχι όνειρα, όχι ελπίδα, κλείσιμο σ έναν κόσμο του νου όπου δε χωρά άλλος κανείς, τις άλλες τις γνώριζε μόνο εκείνος.

Λίγες μέρες πριν φύγει είπαν πως πέρασε ένας τσιγγάνος απ’ το μαγαζί του και του ζήτησε χρήματα. Ένα εικοσάευρο είχε στην τσέπη ο Γιώργος όλο κι όλο. Ο τσιγγάνος προσφέρθηκε να του το χαλάσει, να κρατήσει το ένα ευρώ για ελεημοσύνη και να του φέρει τα ρέστα. Το πήρε, από τα χέρια που με αφέλεια μα και με παραίτηση του το προσέφεραν, και φυσικά έγινε μπουχός μαζί με το χαρτονόμισμα.

Δεν θα σου πω λεπτομέρειες πώς αναχώρησε ο Γιώργος. Δεν ήταν φίλος μου, μα του είχα αδυναμία, περνούσα απ τη δουλειά του για μια καλημέρα και μιλούσαμε με τα μάτια.

Γνώρισα κι άλλους σαν το Γιώργο, πολλούς, λίγο πριν ή λίγο μετά τη γραμμή. Που, όταν την περάσεις, γίνεσαι σχεδόν αόρατος για τον κόσμο. Έναν κόσμο που μοιάζει τότε με αδιάφορο θίασο σκιών κάπου μακριά.

Ήθελα μόνο να πω ότι αυτή η γραμμή, που συχνά την ξορκίζουμε με την απαξίωση ενός ανθρώπου, δεν είναι τόσο μακριά μας όσο νομίζουμε.

Σε φιλώ, να είσαι καλά και να προσέχεις. Την αγάπη μου.

Λίλα

(Αγαπητή φίλη, ανήκω σε αυτούς που θεωρούν κουτσομπολιό και το να ακούς κάποιους να κουτσομπολεύουν κάποιον, χωρίς να συμμετέχεις. Αν είμαι παρών σε μια τέτοια συζήτηση, ή θα μιλήσω, ή θα φύγω. Δεν υπάρχουν «φυσιολογικοί» άνθρωποι. Είμαστε όλοι φυσιολογικοί. Και υπάρχει μια γραμμή που θα την περάσουμε όλοι. Δυνατοί και αδύναμοι. Μια γραμμή από την οποία δεν ξέφυγε ποτέ κανείς. Αυτό που κάνει τους ανθρωπους να ξορκίζουν τους «διαφορετικούς» είναι ότι μέσα τους ξέρουν πολύ καλά πως αυτοί οι διαφορετικοί δεν είναι και τόσο διαφορετικοί. Τους θυμίζουν πως μπορεί να είναι οι ίδιοι σε κάποια επόμενη φάση της ζωής τους. Οπότε ξορκίζουν τον φόβο. Υπάρχουν εκατομμύρια πράγματα για να πληγώνουν τους ανθρώπους. Από την άλλη, υπάρχει και ομορφιά. Με έναν τρόπο, είμαστε όλοι εξοστρακισμένοι. Ζούμε στην εποχή της αυτοαποθέωσης. Μια εποχή σέλφι. Αλλά ο ήλιος λάμπει, τα πουλιά κελαηδούν, οι αμυγδαλιές ανθίζουν και είναι στο χέρι του καθενός αν θα τα εκτιμήσει αυτά ή θα τα θεωρεί και αυτά δεδομένα. Να είστε καλά. Την αγάπη μου.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.