Πόλις Timelapse

(Γεια σου, πιτσιρίκο)
Περπατώ στην πόλη, είναι σκοτεινά, ήσυχα, με λίγο φως, άδειοι δρόμοι, άσφαλτος, αρκετή ησυχία (ακούω τα βήματα μου στην άσφαλτο).

Πού και πού κάποια λακκούβα, τα πεζοδρόμια όπως πάντα ένα κολάζ με ανεβοκατεβάσματα, λίγα παρκαρισμένα αυτοκίνητα, υγρασία, πού και πού μια γάτα ή η μυρωδιά από κάποιο τζάκι.

Θα μπορούσα να περπατώ στην ίδια πόλη, μια νύχτα σαν κι αυτήν, πριν περίπου εκατό χρόνια.

Θα είχε σίγουρα λιγότερο φως. Οι δρόμοι θα ήταν μάλλον χωρίς άσφαλτο, τα παπούτσια μου θα ήταν γεμάτα λάσπη ή σκόνες.

Σίγουρα θα είχα να αποφύγω περισσότερες λακκούβες.

Πεζοδρόμια, δηλαδή οριοθετήσεις μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου χώρου για την ασφάλεια των πεζών, μάλλον δεν θα υπήρχαν παντού ή πουθενά.

Η ατμόσφαιρα θα μύριζε περισσότερες ξυλόσομπες ωστόσο η ησυχία θα ήταν παρόμοια.

Η πόλη μου, πριν αποκτήσει τα χαρακτηριστικά μητροπολιτικής παγκοσμιοποιημένης πόλης, έμοιαζε περισσότερο με χωριό.

Εγώ θα ήμουν μάλλον ένα άλλο υποκείμενο.

Θα ζούσα σε μια κοινωνία της πειθαρχίας, όπως λέει και ο Χαν.

Θα έδειχνα σίγουρα και αναγκαστικά περισσότερο σεβασμό στους μεγαλύτερους, την οικογένεια και γενικά στις αυθεντίες.

Προφανώς, θα πίστευα στο Θεό και θα άναβα ένα κερί στην εκκλησιά αν και σίγουρα κάτι θα είχε πάρει το αυτί μου για τους Άθεους.

Και κυρίως, με κάποιο χριστιανό θα με είχαν παντρέψει ή θα είχα ερωτευτοπαντρευτεί.

Σε κάθε περίπτωση θα ήμουν ένα άλλο υποκείμενο, βέβαια επειδή ακόμα και σε εκείνες τις πόλεις κάποιος έφευγε και ξενιτευόταν μάλλον θα ζούσα, όπως τώρα, θα ονειρευόμουν άλλες πατρίδες, ζωές και αμερικάνικα όνειρα.

Καθώς περπατώ στην πόλη της καραντίνας, θυμήθηκα ένα βράδυ που γύριζα στο σπίτι που μεγάλωσα μετά από πολλά χρόνια.

Είχε κάτι παρόμοιο εκείνο το βράδυ.

Δεν ήταν μόνο ότι μέναμε κάπου στην άκρη της πόλης, ότι ήταν αργά και δεν είχε πολύ θόρυβο.

Είχα ένα παρόμοιο συναίσθημα.

Εκείνο το συναίσθημα του «ανήκω και δεν ανήκω πια εδώ».

Η οικία ήταν εδώ και όμως όλα ήταν ανοίκεια (για να γίνει το λογοπαίγνιο).

Δεν ξέρω αν ήμουν πια κάποια άλλη, λάθος σώμα σε λάθος μέρος, ένα σώμα που υπάρχει απλά παρατηρώντας τα πράγματα κάπως από μακριά.

Σίγουρα ήμουν ένα άλλο υποκείμενο.

Πιο κοντά σε αυτό που ο Χαν περιγράφει για το υποκείμενο της παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας, της κοινωνίας της «κόπωσης», των «θέλω», «των εκτός ορίων» και των «μπορώ».

Aν και έφερα σαφή σημάδια από αυτή την κοινωνία κόπωσης και της αυτοεκμετάλλευσης είχα τη χαρά της «θετικοποίησης», των like και των πιθανοτήτων για «κάτι ακόμη».

Έτσι που βλέπω την πόλη σκοτεινή σκέφτομαι πως θα μπορούσα να περπατώ στην πόλη ή τον πλανήτη όπου το κίνημα ενάντια στην κλιματική αλλαγή πέτυχε.

Οι πολίτες έκαναν αυτοκριτική συνειδητοποίησαν τον προηγούμενο τρόπο ζωής, την υπερεκμετάλλευση των πολυεθνικών και πήραν αποφάσεις.

Έκλεισαν τα φώτα, μείωσαν τις μετακινήσεις με τα ΙΧ, την κατανάλωση, πίεσαν και πέτυχαν ένα βασικό εισόδημα κι έχουν αρχίσει να μετατρέπουν τους δρόμους σε πεζόδρομους, να σχεδιάζουν σε αυτούς δεντροφυτεύσεις, να ασχολούνται με ότι πραγματικά τους αρέσει κτλ.

Είναι πολύ πιθανό.

Οι πιθανότητες δεν είναι το πεδίο μου.

Όσες “αόρατες πόλεις” και να διαβάσω, ό,τι και να μου θυμίζει πια η πόλη μου, οι ιστορίες των πόλεων και οι κρίσεις τους έχουν κάποια χαρακτηριστικά.

Οι καπιταλιστικές κρίσεις έχουν ρίζες στην πόλη, λέει ο Χάρβευ.

Κάποτε τα τείχη της πόλης ήταν τα όρια του κόσμου.

Έξω από τα τείχη ζούσαν οι ανένταχτοι, οι δούλοι, οι άνθρωποι των αγρών.

Και στα όρια της πόλης γινόντουσαν οι ανταλλαγές, οι διακινήσεις, γεννιόντουσαν οι επιθυμίες για παραβάσεις και «διαβάσεις».

Οι γενναίες πόλεις βέβαια δεν είχαν τείχη.

Η τύχη βρισκόταν στη δύναμη των αντρών μιας κατά τα άλλα καλά οργανωμένης μητριαρχίας, αλλά μάλλον ξέφυγα από το θέμα που γράφω .

Οι παγκοσμιοποιημένες πόλεις και οι «ανοικτές» χώρες μας ξαφνικά οριοθετήθηκαν.

Οι πολίτες «μπήκαν μέσα» για να προφυλαχτούν.

Αν και πάντα υπήρχαν τα τείχη της εξουσίας τα τείχη της εποχής μας είναι πιο εξελιγμένα.

Είναι αόρατα, μολυσματικά και ηλεκτροηλεκτρονικά.

Άραγε τώρα έξω από τα «τείχη» των ψηφιακών μολυσμένων πόλεων ποιοι μένουν;

Και περπατώντας σκέφτομαι πως η αγωνία μας, πάντα μαζί με τον ιό και το θάνατο, μάλλον δεν είναι άλλη, από το να μην μείνουμε έξω από τα τείχη της πόλης…τα καλώδια της…

Ανθή

(Αγαπητή Ανθή, είναι μια μοναδική εμπειρία να περπατάς στο ιστορικό κέντρο της Αθήνας και να μην υπάρχει άνθρωπος. Αισθάνομαι τυχερός που το ζω αυτό. Η Αθήνα είναι η πόλη που γεννήθηκα, μεγάλωσα και ζω αλλά δεν την αγαπούσα εδώ και χρόνια. Αυτές τις μέρες την ερωτεύτηκα ξανά. Οπότε, το επόμενο βήμα θα είναι να την προδώσω. Να είσαι καλά. Την αγάπη μου.)

Το pitsirikos.net χρειάζεται τη βοήθειά σου

Στήριξε οικονομικά το pitsirikos.net, αν θεωρείς πως καλό είναι να υπάρχουν στην Ελλάδα και κάποιες φωνές που δεν δουλεύουν για τον Μαρινάκη, τον Αλαφούζο, τον Σαββίδη και τα άλλα παιδιά, οπότε μπορεί να διαβάσεις ή να ακούσεις κάτι διαφορετικό από αυτό που συμφέρει τους ολιγάρχες. Οι τρόποι στήριξης εδώ.

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.