Δικαίωμα στην αξιοπρέπεια έχουμε όλοι οι άνθρωποι
Αγαπητέ Πιτσιρίκο σε χαιρετώ,
δυσκολεύομαι καιρό να γράψω αυτό το κείμενο, ακριβώς γιατί εμπλέκεται αρκετό συναίσθημα -ατομική υπόθεση και ευθύνη το συναίσθημα που ποτέ δεν μας εξαπατά εκτός αν δεν το αναλαμβάνουμε- αλλά και, μέσα στην δίνη των γεγονότων που μας αποπροσανατολίζουν, απορώ αν αξίζει να γραφτούν αυτές οι γραμμές· και, όμως, ο ένας και μοναδικός λόγος που βρίσκω είναι το “οφείλουμε να ειπωθεί”.
Να μιλάμε για αυτά που πρέπει να λέγονται.
Γιατί δεν ξέρω αν λέγονται, πολλά μου διαφεύγουν. Γνωρίζω μόνο αυτά που άκουσα, είδα, άγγιξα και απάντησα.
Κατ’ αρχάς, θα αναφερθώ στο εξής:
Χωρίς να φημίζομαι για την καλή μου μνήμη, έχω την εντύπωση ότι εσύ -εκτός αν τελικά κάνω λάθος και ήταν κάποιος άλλος- πρέπει να είχες αναφερθεί παλιότερα στη σπουδαιότητα του να είμαστε κοντά στους ανθρώπους που μας έχουν ανάγκη, ειδικότερα όταν πχ αυτοί οι άνθρωποι νοσηλεύονται, είναι ασθενείς και ίσως να μη τα καταφέρουν.
Νομίζω κάπου επικεντρώθηκε τότε ο λόγος στο πώς αποφεύγει κανείς να παρίσταται σε τέτοιες περιπτώσεις αλλά τελικά πόσο σημαντικό είναι να είσαι εκεί γιατί αυτός είναι ο πραγματικός χρόνος που έχεις πια να προσφέρεις· και συμπληρώνω κι εγώ, και πρέπει να προσφέρεις το καλύτερο σου, πεθάνει δεν πεθάνει ο άνθρωπος στον οποίο στέκεσαι, μπας και σταθεί κι αυτός.
Και αυτό μου έμεινε μέσα στο μυαλό γιατί διαπίστωσα ότι τέτοιες στιγμές φέρνουν τρομερή αμηχανία και έχω αποφύγει και εγώ ανθρώπους να τους επισκεφθώ και να τους σταθώ από κάποια δειλία; Αμηχανία; Ανημποριά;
Όπως και να έχει, είναι σίγουρα κάτι που τελικά συγχωρείται και καμιά φορά διορθώνεται. Άλλες φορές όχι, αλλά, με δύναμη ψυχής, συγχωρείται.
Πάντα θυμόμουν όμως και το παραπάνω, έτσι στην παρακάτω ιστορία έγινε ο οδηγός μου για να ξεπεράσω τον εαυτό μου και να ταχθώ υπέρ της δικαιοσύνης να ζήσει έως τέλους έστω ένας άνθρωπος με αξιοπρέπεια και πολλή αγάπη.
Γιατί στο τέλος κάθε τέτοιας ιστορίας τι νομίζουμε ότι μπορούμε να προσφέρουμε σε έναν που ξεψυχά; Ένα κράτημα στο χέρι και καλοσύνη. Στην καλύτερη, αγάπη. Γενικότερα, αξιοπρέπεια.
Κι όπως μου είπε ένας γιατρός: “Δικαίωμα στη φροντίδα έχουν όλοι οι άνθρωποι”.
Πρόσφατα λοιπόν έφυγε από τη ζωή ένα απ τα πιο κοντινά κι αγαπημένα μου άτομα, σε σχετικά νέα ηλικία, από επιθετικό καρκίνο.
Δυστυχώς, η μετάσταση (σχεδόν τελικό στάδιο) διαγνώστηκε κατά τη νοσηλεία στη χειρουργική κλινική γενικού δημόσιου νοσοκομείου κι όχι ογκολογικού, και καθώς ο ασθενής είχε σε συχνότητα υψηλούς πυρετούς και αιματοκρίτη που απαιτούσε τακτικές μεταγγίσεις “θεωρητικά” είχε ανάγκη νοσηλευτικής-νοσοκομειακής φροντίδας.
Από τη μία λοιπόν το γενικό νοσοκομείο -μέσω του χειρουργού- μας έδιωχνε με το γάντι “γιατί το θέμα είναι καθαρά ογκολογικό κι εμείς δεν είμαστε ογκολογική και οι παθολόγοι του νοσοκομείου δεν αναλαμβάνουν την περίθαλψη” και παραμείναμε με την καλοσύνη και σημαντική φροντίδα του χειρουργού στην κλινική του μέχρι να βρω -υπό πίεση-μια λύση.
Από την άλλη, τα δημόσια ογκολογικά έκλεισαν τις πόρτες που χτύπησα με την απάντηση σε διάφορες μορφές “ασθενείς τελικού σταδίου δε νοσηλεύονται γιατί δεν αρκούν οι κλίνες τις οποίες χρειάζονται ασθενείς που έχουν πιθανότητα ίασης”, όπως επίσης πήρα απάντηση “πάρτε εξιτήριο από το γενικό νοσοκομείο πηγαίντε σπίτι και σε μια εφημερία ελάτε και ίσως σας κρατήσουν, ίσως και όχι”, παράλληλα εξηγούσα χωρίς υστερίες, χωρίς θράσος και χωρίς κλάψα, ξανά και ξανά, το αδύνατο της επιστροφής του ασθενή στο σπίτι (ο οποίος ασθενής συναινούσε στο να βρεθεί ογκολογικό να του προσφέρει την όποια θεραπευτική του νοσηλεία).
Οι ογκολόγοι το παραδέχονταν ως γεγονός που έστεκε αλλά η απάντηση ήταν πάντα “όχι”. Μέχρι και σε διοίκηση έφθασα τρώγοντας δούλεμα αλλά με ευγενικό τρόπο, καθώς φέρθηκα και εξ αρχής ευγενικά. Και πάλι φυσικά “όχι”.
Ειδική αναφορά θα κάνω στο πώς συμπεριφέρθηκαν κάποιοι γιατροί σε εμένα όχι για την αφεντιά μου αλλά για το ότι μπροστά τους στάθηκε ένας εκπρόσωπος του ασθενή που σύντομα θα χαροπάλευε, με αγωνία να βρει τον τρόπο να τελειώσει η ζωή του ανθρώπου αυτού με αξιοπρέπεια κι όχι στο δρόμο ή την αναμονή μιας εφημερίας και οι λέξεις αγένεια, ασέβεια, αδιαφορία, απαξίωση δεν αρκούν να τους περιγράψουν. Ίσως αυτή να ήταν και η πιο πικρή -θυμωμένη μου στιγμή ομολογώ.
Περνώντας οι μέρες –και παράλληλα με τα παραπάνω- μου πρότειναν να βάλω τον ασθενή στη λίστα αναμονής για ένα από τα δημόσια ιδρύματα ανιάτων, εφόσον οικονομικά δεν μπορούσαμε να τον νοσηλεύσουμε σε ιδιωτική κλινική και η επιστροφή στο σπίτι δεν ήταν πια λογική επιλογή.
Ζήτησα συμβουλή και συνδρομή από συλλόγους καρκινοπαθών, όπου η απάντηση ήταν αφοπλιστική: “Σας καταλαβαίνουμε. Είστε σε δύσκολη θέση και είναι ιδιαίτερη η περίπτωση του ασθενή αλλά έτσι δυστυχώς έχουν τα πράγματα με τα ογκολογικά. Δεν μπορούμε κάτι περισσότερο να κάνουμε”
Εν τω μεταξύ, από συγγενή μου και από το διαδίκτυο πληροφορήθηκα για την ύπαρξη της μίας και μοναδικής Μονάδας Ανακουφιστικής Φροντίδας στην Ελλάδα -και από τις ελάχιστες στην Ευρώπη αν έχω διαβάσει σωστά ως πρόσφατα- η οποία λέει είναι δωρεά μεγάλου Ιδρύματος σε Μητρόπολη της Αττικής και απευθύνεται σε ανασφάλιστους και ειδικότερα δημότες της περιοχής που εδρεύει η μονάδα.
Μου είπαν ότι περισσότερο μοιάζει με ξενοδοχείο παρά με κλινική και ότι διαθέτει πολλές ειδικότητες γιατρών και νοσηλευτικές υπηρεσίες, με στόχο την ανακουφιστική φροντίδα των ασθενών αλλά και στήριξη των οικογενειών.
Εκεί, λοιπόν, καθώς ο ασθενής δεν ανήκε στον οικείο δήμο και λόγω περιόδου διακοπών και θεμάτων διαθεσιμότητας, τέθηκαν εμπόδια στη περίπτωση φιλοξενίας. Δεν επέμεινα γιατί ο χρόνος μας πια έτρεχε ανεξέλεγκτα.
Τελικά, αφού έκλεισα με απογοήτευση τον κύκλο αναζήτησης, την τελευταία ημέρα απογοήτευσής μου, σκέφθηκα ότι είμαι μπροστά σε μια βαθιά απέραντη θάλασσα που πρέπει να την κολυμπήσω για αυτόν τον άνθρωπο (βέβαια αν και καλοκαίρι, δεν ήταν η θάλασσα που ορέχτηκα).
Πήρα μια βαθιά ανάσα και ξαναχτύπησα την πόρτα των γιατρών του ογκολογικού που θα έπρεπε εξ αρχής να μας έχει αναλάβει. Μίλησα με ανθρώπινη επιμονή. Αυτή που λες “κάν’ το πάλι κι ό,τι γίνει”.
Ας πούμε ότι η τύχη μας έδωσε την καλοσύνη του διευθυντή της κλινικής και βοήθησε -πραγματικά- να μετανοσηλευτεί ο ασθενής, όπου έλαβε την αρμόζουσα φροντίδα έως και την μέρα που έφυγε από αυτή του τη μία και μοναδική ζωή που του έλαχε.
Ο αγαπημένος μου ασθενής έλαβε, όμως, και την καθημερινή παρουσία μου και την φροντίδα μου, έως το τελευταίο του ξημέρωμα.
Ευχαριστώ ιδιαίτερα μία υπέροχη κυρία Βιολέτα που μια νύχτα ανθισμένη μου έμαθε πώς να αλλάζω σεντόνια, πώς να πλένω τον κλινήρη, πώς να τον ταΐσω χωρίς να κινδυνεύει να πνιγεί. Την ευχαριστώ γιατί δεν ένιωσε απειλή ότι “θα της πάρω την δουλειά”, μου Έδειξε τα κόλπα της δουλειάς της απλόχερα, με συμπόνοια και μου Έκανε τα βράδια πιο ελαφρά).
Κι εγώ -ήδη από το προηγούμενο νοσοκομείο στο οποίο λάβαμε τη σημαντική βοήθεια του χειρουργού και του νοσηλευτικού προσωπικού- γνώρισα την καλοσύνη των νοσηλευτών που βλέπουν τόσα και τόσα κάθε μέρα επί χρόνια αλλά και την αγωνία των ειδικευόμενων γιατρών που γι’ αυτούς μπορεί να είναι ακόμη ένας ασθενής, και να αμείβονται πενιχρά, αλλά αυτός ο ασθενής είναι το αντικείμενο της εργασίας τους, το μάθημά τους και ο συνοδός είναι και αυτός που στέκεται στον ασθενή και κάποια στιγμή είναι και ο μεσάζοντας.
Κι όταν είσαι συνοδός γίνεσαι κομμάτι της καθημερινότητας του προσωπικού αυτού που δουλεύει με ελλείψεις φαρμάκων, υλικών, κλινοσκεπασμάτων, καθαριότητας, στεγαστικής υποδομής, που μαζί με εσένα έχουν και κακούς συναδέλφους να τους ζορίζουν, μαζί με εσένα έχουν και εφημερίες που τους ξεθεώνουν, μαζί με εσένα έχουν και ασθενείς χωρίς κάποιον δικό τους να τους σηκώσει από το κρεβάτι, να τους πλύνει και να τους αλλάξει από τον ιδρώτα, την απλυσιά, τα ούρα, τα κόπρανα, τον εμετό, ίσως και τις σκισμένες σάρκες όταν παθαίνουν κρίσεις από τα φάρμακα που χάνουν πια τη λογική τους και θέλουν να φύγουν, να πάνε σπίτι τους. Ίσως ακόμη και η κυρία που τριγυρνούσε στο διάδρομο κι έλεγε “παιδί μου προτιμώ να είμαι εδώ. Εδώ έχω ένα φαΐ κι ένα κρεβάτι, έχω παρέα.”
Και λοιπόν;
Γιατί τα εξιστορώ όλα αυτά;
Πίσω από τον ασθενή αυτό υπάρχουν χιλιάδες άλλοι παρόμοιας ιστορίας με καλύτερη ή χειρότερη πορεία και χιλιάδες θα έρθουν.
Ναι, ακριβώς, γι’ αυτό, γιατί είναι γεγονότα που υπάρχουν. Δεν είναι πιθανότητες. Ξέρουμε κι όχι μόνο, ακόμη χειρότερα, υπάρχει σιωπή ή υπάρχει και φίμωση.
Χρόνια γνωρίζω οικογένειες που τα πέρασαν και λένε με σκυμμένο το κεφάλι το δράμα τους με φωνή που λέει “ε, έτσι έπρεπε να γίνει, δε το θέλαμε, αλλά έπρεπε να το περάσουμε όπως μας ήρθε, όπως το κράτος μας το προσφέρει, χάσαμε τον εαυτό μας, τρελαθήκαμε, ξεπαραδιαστήκαμε, αλλά αφού έτσι είναι τα πράγματα” και μετά σιωπή.
Ασθένειες σαν τον καρκίνο διαλύουν την κάθε οικογένεια και γενικότερα κάθε εμπλεκόμενο πρωτίστως ψυχικά και οικονομικά.
Πόσο μάλλον, όταν πρόκειται για ασθενείς που διαπιστώνουν την ασθένεια σε τελικό στάδιο. Καμία πρόνοια. ΜΗΔΕΝ.
Ποια κατ’ οίκον νοσηλεία; Δεν υπάρχει κατ’ οίκον νοσηλεία, αν μου επιτρέπετε.
Είναι το ίδιο ψέμα με την ατομική ευθύνη που μας φορτώνουν σήμερα περί του κορονοϊού. Βάλε τη μάσκα σου και κλείσου σπίτι να “πεθάνεις” (γιατί εμείς δεν έχουμε ΜΕΘ αλλά δεν στο λέμε και καρφωνόμαστε).
Ποια οικογένεια μπορεί να αναλαμβάνει την κατ’ οίκον νοσηλεία; Με ποιες γνώσεις; Ποιο ψυχολογικό υπόβαθρο; Ποια οικογενειακή σύσταση; Ποια οικονομική στήριξη;
Τι πληγή αφήνει πίσω μια τέτοια ιστορία; Τι κόστος; Πού να ζεις και χιλιομετρικά μακρυά από τα ογκολογικά, πού να ζεις μόνος, πού να μην έχεις πόρους συντήρησης.
Εφόσον λοιπόν υπάρχει μία Μονάδα Ανακουφιστικής Φροντίδας που παρέχει δωρεάν υπηρεσίες ως και σε ανασφάλιστους τότε ΜΠΟΡΕΙ να υπάρξει και δεύτερη, και τρίτη και τέταρτη και όσες αναλογούν.
Ακριβώς γιατί υπάρχει ήδη η μία. Ο τρόπος υπάρχει. Και σίγουρα υπάρχει το χρήμα. Υπάρχει και ο διαχειριστής, υπάρχει και το προσωπικό και πόσο περισσότερο όσοι οικονομικά ασθενείς αλλά επωφελημένοι θα φύγουν από τη ζωή αξιοπρεπώς.
Γιατί είναι μέρος της δικαιοσύνης να ζήσει ένας άνθρωπος τόσο την ζωή του όσο και την πορεία του μέχρι το θάνατο με αξιοπρέπεια.
Κι επειδή πρόσφατα αναφέρθηκε κάποιος σε κείμενό του σε απόφθεγμα του Τσε. Έχω να το κουμπώσω στον επίλογο:
“Δεν είμαι απελευθερωτής. Δεν υπάρχουν απελευθερωτές. Οι άνθρωποι μόνοι μας απελευθερώνουμε τους εαυτούς μας.”
Προσωπικά, κέρδισα μια μάχη και όταν το φέρετρο μπήκε στον τάφο δεν έκλαψα γιατί ήξερα ότι έκανα το ανθρωπίνως δυνατόν και τώρα πενθώ με ψυχραιμία, όμως δεν παραβλέπω τον οικονομικό -τουλάχιστον- πόλεμο και γράφω μήπως εμψυχώσω όποιον αγωνίζεται γι’ αυτή την αξιοπρέπεια.
Και πολύ θα ήθελα κάποτε -αν γλιτώσουμε από την φτώχεια, την ανεργία, την όποια επιδημία, την κακή τύχη, το κακό μας το κεφάλι κι επωφεληθούμε, ως κράτος, κατά πάσα πιθανότητα από κάποιο Ιδρυματικό Μάννα εξ ουρανού- να βρεθούμε πολλοί μαζί μπροστά στο ότι η ύπαρξη Μονάδων Ανακουφιστικής Φροντίδας είναι υλοποιήσιμη. Γιατί, είναι.
Επιστρέφω, κλείνοντας στην αρχή του κειμένου. Είναι σημαντικό να μαθαίνει ο ένας άνθρωπος από τον άλλο.
Νομίζω, άλλωστε, πως στην τελευταία μέρα της θλιβερής μας ανθρωπότητας, στην εσχάτη ανθρώπινη εξαθλίωση ο τελευταίος άνθρωπος δεν θα έχει ανάγκη την εξουσία και τα λεφτά αλλά ανάγκη από ακόμη έναν άνθρωπο.
Ευχαριστώ για την ανάγνωση και εύχομαι άφοβες βουτιές σε όλες τις θάλασσες της Γης και της Ψυχής.
Δ.
(Αγαπητή φίλη, σας ευχαριστώ που γράψατε την εμπειρία σας. Αυτά που ζήσατε τα έχουν ζήσει πολλοί άνθρωποι και ξέρουν την μοναξιά που έχουν αυτές οι στιγμές, αυτοί οι μήνες, αυτά τα χρόνια δίπλα σε έναν άνθρωπο που πρόκειται να πεθάνει αλλά πρώτα θα υποφέρει πολύ. Και θα τα ζήσουν πολλοί άνθρωποι που ούτε καν το έχουν φανταστεί. Ούτε που τους περνάει από το μυαλό. Όσοι διαβάζουν το μπλογκ από την αρχή, ξέρουν πως αυτό το μπλογκ δημιουργήθηκε μετά από μια τέτοια ανθρώπινη ιστορία, μετά από τον χαμό ενός αγαπημένου μου ανθρώπου. Κάθε φορά που περνάω έξω από το “Γιώργος Γεννηματάς” θυμάμαι τα πάντα και σκέφτομαι πως -όσο περίεργο και να φαίνεται- το μπλογκ μου γεννήθηκε στην Αιματολογική Κλινική του νοσοκομείου, μια κλινική στην οποία μπαίνουν πολλοί και ελάχιστοι θα καταφέρουν να ζήσουν. Θυμάμαι πάντα τον ευγενικό, γενναίο και ειλικρινή νοσοκόμο που με έπιασε από το μπράτσο, με έβγαλε έξω, μου πρόσφερε τσιγάρο, άναψε κι αυτός και μου είπε “Εδώ έχουν μπει 1500 άνθρωποι. Μόνο δυο έχουν βγει ζωντανοί. Ο δικός σας άνθρωπος δεν θα είναι ένας από αυτούς. Το λέω σε εσένα, που μοιάζεις πιο ψύχραιμος, για να προετοιμάσεις και τα άλλα μέλη της οικογένειάς σας.”. Κάνατε πολύ καλά που γράψατε την ιστορία σας. Είναι ανακουφιστική για τους ανθρώπους που το έχουν ζήσει και, παράλληλα, προετοιμάζει τους ανθρώπους που πρόκειται να ζήσουν μια τέτοια κατάσταση. Ναι, πρέπει να στεκόμαστε στο ύψος των περιστάσεων, όταν ο άνθρωπός μας έχει ανάγκη. Ίσως αυτή να είναι η ευκαιρία μας στη ζωή, για να γίνουμε άνθρωποι. Και να παραμείνουμε άνθρωποι. Και ναι, ο κάθε άνθρωπος πρέπει να φεύγει από τη ζωή με αξιοπρέπεια. Αυτό είναι το δίκαιο. Ίσως το καταφέρουμε κάποτε. Μάλλον θα πρέπει να μάθουμε πρώτα να ζούμε με αξιοπρέπεια. Να είστε καλά. Την αγάπη μου.)
Το pitsirikos.net χρειάζεται τη βοήθειά σου
Στήριξε οικονομικά το pitsirikos.net, αν θεωρείς πως καλό είναι να υπάρχουν στην Ελλάδα και κάποιες φωνές που δεν δουλεύουν για τον Μαρινάκη, τον Αλαφούζο, τον Σαββίδη και τα άλλα παιδιά, οπότε μπορεί να διαβάσεις ή να ακούσεις κάτι διαφορετικό από αυτό που συμφέρει τους ολιγάρχες. Οι τρόποι στήριξης εδώ.

