Δεν θ’ αλλάξει τίποτα

Αγαπητέ μου blogger Pitsiriko,
Από τον τίτλο θα υποθέτεις πως ίσως σκοπεύω να σχολιάσω την ελληνική επικαιρότητα αλλά δεν πρόκειται γι’ αυτό. Τα είπαν πολύ καλύτερα οι φίλοι μας του blog, κι εγώ που είμαι κάπως παλιότερος τα έχω φάει στη μάπα για χρόνια και έχω βαρεθεί να λέω διαρκώς τα ίδια.

Προτιμώ να μεταφέρω μια πραγματική ιστορία που μου περιέγραψε ο Geir, ένας Νορβηγός που γνώρισα πριν από 2-3 εβδομάδες. Όσα άκουσα, πιστεύω πως θα ήταν ενδιαφέροντα και χρήσιμα για τους νέους σε ηλικία που διαβάζουν το blog, και η τελευταία παράγραφος ίσως φανεί χρήσιμη στους φίλους μας που πρόλαβαν κι έφυγαν από την Ελλάδα. Ας συμφωνήσουμε, λοιπόν, πως θα μεταφέρω την ιστορία του Geir για χάρη των νέων της παρέας μας.

Η εταιρεία στην οποία εργάζεται ο Geir, κατασκευάζει ειδικούς εξοπλισμούς για μονάδες ιχθυοκαλλιέργειας, κι ανάμεσα τους είναι και οι πλωτοί σταθμοί τροφοδοσίας. Μέχρι πριν από 10-15 χρόνια, αυτοί οι σταθμοί κατασκευάζονταν σε νορβηγικά ναυπηγεία αλλά, για λόγους μείωσης του κόστους, μεταφέρθηκαν σε ναυπηγεία της Εσθονίας.

Γύρω στο 2015, άρχισε να μειώνεται το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των εσθονικών κατασκευών, οπότε οι Νορβηγοί σκέφτηκαν να διερευνήσουν τις προοπτικές μεταφοράς των κατασκευών τους σε δυο άλλες χώρες που εμφάνιζαν και σημαντικότερα πλεονεκτήματα: Είχαν και οι δυο μεγάλη ανάπτυξη στις ιχθυοκαλλιέργειες, είχαν ναυπηγοεπισκευαστικές βάσεις, και κυνηγούσαν διακαώς τις νέες επενδύσεις. Ήταν η Τουρκία και η Ελλάδα. Ο Geir έζησε από πρώτο χέρι το εγχείρημα των Νορβηγών να κατασκευάσουν δυο πλωτούς σταθμούς (έναν σε κάθε χώρα) για να συγκρίνουν τις διαδικασίες και τα κόστη, και μου μετέφερε τις εμπειρίες του.

Στην Τουρκία βρήκαν πολλά και καλά ναυπηγεία, επανδρωμένα με έμπειρο εργατοτεχνικό προσωπικό. Πάνω απ’ όλα, όμως, βρήκαν ένα εξαιρετικά φιλικό κλίμα απέναντι σε νέες επενδύσεις. Οι Νορβηγοί δεν είναι, βέβαια, κορόιδα, για να φαντάζονται πως οι Τούρκοι τους αγάπησαν ξαφνικά. Τα εισερχόμενα κεφάλαια θέλανε και για χάρη τους έδιναν κ@λο! Ας αφήσουμε, όμως, τον ίδιο να μας περιγράψει τις εμπειρίες του:

‘’Η Τουρκία ήταν για μας μια πρώτη επιλογή επειδή είχαμε μια αρχική εικόνα, με αφορμή το ερευνητικό σκάφος Barbaros Hayreddin Paşa που αγόρασε το τουρκικό κράτος το 2013 από την νορβηγική Polarcus. Στη χώρα υπήρχαν ανεπτυγμένες ναυπηγοεπισκευστικές υποδομές, αρκετές και μεγάλες εταιρείες ιχθυοκαλλιεργειών που ενδιαφέρονταν για έναν τέτοιο σταθμό, και έντονο ενδιαφέρον για νέες επενδύσεις. Είχαμε, βέβαια, έναν προβληματισμό γύρω από την πολιτική κατάσταση και τη σταθερότητα στην Τουρκία, αλλά όλα τα υπόλοιπα ήταν τόσο ευνοϊκά ώστε να αποφασίσουμε να κάνουμε τη δοκιμή’’.

‘’Ο κρατικός φορέας που ασχολείτο με τα προγράμματα νέων επενδύσεων, μας διέθεσε σε καθημερινή βάση 2-3 αγγλομαθείς Τούρκους για να μας καθοδηγήσουν και διευκολύνουν στις επαφές μας με τις αρμόδιες τοπικές αρχές και υπηρεσίες. Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο χρήσιμοι αποδείχθηκαν. Κρέμονταν κυριολεκτικά από το στόμα μας, για να ακούσουν τι μπορεί να χρειαζόταν, και να τρέξουν να μας το φέρουν έτοιμο’’.

‘’Τα διαδικαστικά και οι διατυπώσεις για την εταιρική σύσταση, τις άδειες, τις προσλήψεις, τη διοικητική και λογιστική υποστήριξη, κλπ, τα είδαμε μόνον θεωρητικά. Στη πράξη δεν κάναμε απολύτως τίποτε γιατί οι Τούρκοι ετοίμαζαν όλα τα έγγραφα σε 3γλωσσα κείμενα (Τουρκικά, Νορβηγικά και Αγγλικά) και μας τα έφερναν απλώς για υπογραφή. Μέχρι και σπίτια βρήκαν για 3 από μας που θα μέναμε εκεί, ετοίμασαν δίγλωσσα συμφωνητικά ενοικίασης, και μεσολάβησαν ώστε τα εξευτελιστικά ενοίκια να είναι ακόμα φτηνότερα. Όσο για τα 2 αυτοκίνητα που ζητήσαμε να νοικιάσουμε, μας τα παραχώρησαν δωρεάν, μαζί με ένα pick-up για μικρομεταφορές’’.

‘’Είπαμε πώς ήταν λαχείο, και συμφωνήσαμε να αναβάλουμε την δεύτερη δοκιμαστική ναυπήγηση στην Ελλάδα, προκειμένου να κάνουμε μια λεπτομερή αποτίμηση του τουρκικού πειράματος, και κατόπιν να κρίνουμε αν άξιζε τον κόπο να δοκιμάσουμε και σε ελληνικό ναυπηγείο. Και με αυτές τις αισιόδοξες προοπτικές, ξεκίνησε το εγχείρημα στην Τουρκία.’’

Ο Geir έκανε μια μικρή παύση και συνέχισε.

‘’Στην πράξη, ζήσαμε την ολική ανατροπή. Ξεκίνησα σαν project manager με τον ναυπηγό και τον εργοδηγό που είχαν έρθει μαζί μου, και στην πορεία διαπίστωσα πως θα χρειαζόμουν άλλους 4-6 εργοδηγούς και επόπτες, άλλοι για να προλαβαίνουν τα λάθη και τίς ζημιές που γίνονταν διαρκώς, κι άλλοι για να περιορίσουν τις απίστευτες κλοπές σε υλικά και εξοπλισμούς’’.

‘’Δεν θυμάμαι πόσα πράγματα χρειάστηκε να τα αγοράσουμε 2 και 3 φορές γιατί είχαν χαθεί ή κλαπεί. Ζούσαμε με ένα διαρκές άγχος από τον φόβο των ατυχημάτων, και δεν μπορέσαμε ποτέ να εξηγήσουμε πώς γίνεται έμπειροι τεχνίτες να είναι, ταυτόχρονα, τόσο επικίνδυνα απρόσεκτοι για τον εαυτό τους και για τους άλλους. Επειδή είχαμε εμείς την ευθύνη για τυχόν σοβαρό ατύχημα, αναγκαστήκαμε να μειώσουμε το ρυθμό κατασκευής, παρατείνοντας τον χρόνο αποπεράτωσης και επιβαρύνοντας έτσι το κόστος’’.

‘’Στην τουρκική αγορά υπήρχαν σχεδόν τα πάντα και από το εξωτερικό χρειάστηκαν μόνον ορισμένα εξειδικευμένα ηλεκτρονικά συστήματα και το software διαχείρισης της πλατφόρμας που ήταν δικό μας. Ήταν και τα μοναδικά υλικά που παραλάβαμε εντός των προγραμματισμένων χρονικών περιθωρίων. Στα υπόλοιπα είχαμε πάντα από μικρές μέχρι και μεγάλες καθυστερήσεις, αρκετά λάθη στις παραδιδόμενες ποσότητες και ένα διαρκές κυνηγητό για να εξασφαλίσουμε πως οι ποιοτικές προδιαγραφές δεν θα έχουν αποκλίσεις’’.

‘’Το τελικό αποτέλεσμα, δεν είχε την ποιότητα που θα θέλαμε με βάση την εμπειρία από τα εσθονικά ναυπηγεία. Κοστολογικά είχαμε βγει εκτός προϋπολογισμού, εξαιτίας των πολλών λαθών και ζημιών που η αποκατάσταση τους είχε επιβάρυνση, και από την επιμήκυνση του χρόνου αποπεράτωσης. Μπορεί να μην χάσαμε οικονομικά, αλλά δεν κερδίσαμε όσο είχε αρχικά προϋπολογιστεί. Ήταν προφανές πως μια δεύτερη δοκιμαστική ναυπήγηση, αυτή τη φορά στην Ελλάδα, είχε έρθει ξανά στο προσκήνιο, σαν αναγκαιότητα’’.

‘’Για την ελληνική εκδοχή των εμπειριών μας, θα έλεγα συνοπτικά πως ήταν η χειρότερη που θα μπορούσαμε να φανταστούμε. Το θεωρητικό σενάριο περί προσέλκυσης ξένων επενδύσεων, στην πράξη αποδείχτηκε ένα σύστημα απομάκρυνσης ξένων επενδύσεων’’.

‘’Ο κρατικός φορέας που διαχειριζόταν τότε τα επενδυτικά προγράμματα, λειτουργούσε περίπου σαν διαφημιστική εταιρεία. Πέρα από μια σειρά ωραίων παρουσιάσεων και πολλών υποσχέσεων, δεν μπορούσε να μας βοηθήσει σε τίποτε άλλο και μας παρέπεμπε στα διάφορα υπουργεία και τις κρατικές υπηρεσίες. Σχεδόν παντού, αντιμετωπίσαμε ένα κλίμα από αδιάφορο μέχρι και εχθρικό μερικές φορές’’.

‘’Από την άλλη πλευρά, είχαμε τους υπηρεσιακούς παράγοντες. Ένας ατέλειωτος αριθμός ατόμων που μας συστήνονταν σαν ειδικοί, ή σύμβουλοι, ή διαμεσολαβητές, και θα διευκόλυναν τις διαδικασίες που έπρεπε να γίνουν. Σχεδόν όλοι προσέφεραν τις υπηρεσίες τους επ’ αμοιβή αλλά έπρεπε πρώτα να μάθουν το ύψος του επιμέρους budget, και κατόπιν να μας πουν πόσο θα κόστιζαν οι υπηρεσίες τους. Από τους περίπου 10 παρατρεχάμενους που μας προσέγγισαν, μόνον 2 είχαν ξεκάθαρη τιμολόγηση των υπηρεσιών τους. Ο ένας ζήτησε το 1% της συνολικής επένδυσης, και ο άλλος ζήτησε τη θέση του Γενικού Διευθυντή της υπό ίδρυση εταιρείας, με εξαψήφιες ετήσιες αποδοχές και κλειστό συμβόλαιο για 5 χρόνια’’.

‘’Η επόμενη ψυχρολουσία ήρθε μέσω του οικονομικού μας συνεργάτη. Ουσιαστικά, μας πρότεινε να συστήσουμε μια offshore εταιρεία δικών μας συμφερόντων και ελέγχου, που θα είχε τοπικό υποκατάστημα στην Ελλάδα. Όταν ρωτήσαμε γιατί πρέπει να γίνει τόσο σύνθετο κι αμφιλεγόμενο εταιρικό σχήμα, μας ανέλυσε εν συντομία το φορολογικό σύστημα της Ελλάδας. Μάθαμε, λοιπόν, πώς μια κανονική εταιρεία, θα χρειαστεί τουλάχιστον 8-10 μήνες για να ολοκληρώσει τις διαδικασίες σύστασης και αδειοδότησης, και περίπου 3-4 άτομα που θα τρέχουν διαρκώς για να μαζεύουν έναν απίστευτο όγκο δικαιολογητικών’’.

‘’Μάθαμε, επίσης, πως στην αυξημένη εταιρική φορολογία θα πρέπει να προσθέσουμε μια προκαταβολή φόρου κερδών για τον επόμενο χρόνο (δηλ. για κέρδη που δεν είναι γνωστά) ίση με το 100% του φόρου της προηγούμενης χρονιάς! Επίσης, υπήρχε και μια σειρά από γνωστές αλλά και άγνωστες πρόσθετες επιβαρύνσεις (π.χ. ετήσια τέλη για κάθε εταιρική εγκατάσταση, άγνωστη πρόσθετη φορολόγηση για την φορολογική περαίωση που θα γινόταν σε επίσης άγνωστη χρονική στιγμή, κλπ, κλπ)’’.

‘’Δοκιμάσαμε την τύχη μας στη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη, με την μέθοδο του contract building. Είναι μια μορφή συνεργασίας με την οποία νοικιάζεις τις εγκαταστάσεις που σε εξυπηρετούν, πληρώνεις ένα ποσόν για την χρήση μέρους του προσωπικού του ναυπηγείου, καθώς και το σύνολο των αποδοχών για ορισμένους εξειδικευμένους τεχνικούς που θα προσλάβεις για να εργαστούν παράλληλα με το εργατοτεχνικό προσωπικό. Ήταν η πρώτη ευχάριστη έκπληξη για μας, γιατί βρήκαμε τεχνικούς-διαμάντια που ήταν καλύτεροι κι από τους Τούρκους εργοδηγούς και επιβλέποντες. Δυστυχώς, η χαρά μας δεν κράτησε πολύ’’.

‘’Από το ναυπηγείο μάθαμε πως η επιλογή εργατοτεχνιτών δεν είναι τόσο ελεύθερη όσο νομίζαμε. Υπήρχε ένα συνδικάτο ναυτεργατών που είχε ρυθμιστικό ρόλο στις προσλήψεις, κι αν δεν προσλαμβάναμε ορισμένα άτομα που θα μας πρότειναν -ανεξάρτητα αν τα θεωρούσαμε τόσο έμπειρα και ικανά όσο χρειαζόταν η συγκεκριμένη εργασία- υπήρχε κίνδυνος να αντιμετωπίσουμε προβλήματα, τόσο εμείς σαν ανάδοχοι του έργου, όσο και το ίδιο το ναυπηγείο’’.

‘’Είχαμε συμπληρώσει σχεδόν ένα δίμηνο στην Ελλάδα, μαθαίναμε διαρκώς καινούργια πράγματα που ανέτρεπαν τα παλιά, γράφαμε συνεχώς έξοδα και βρισκόμασταν ακόμα στο Α χωρίς ουσιαστική εξέλιξη. Η πρεσβεία μας στην Αθήνα δεν μπορούσε να αλλάξει τις ελληνικές διαδικασίες και η θέση της ήταν κάπως λεπτή, για να μάς μιλήσει ανοιχτά. Αυτό το τελευταίο, όμως, το έκανε ο οικονομικός μας συνεργάτης που μάλλον μας λυπήθηκε έτσι όπως έβλεπε να γυρνάμε διαρκώς από τη μια υπηρεσία στην άλλη, κι ένα απόγευμα μας το είπε ξεκάθαρα: ‘’Forget about investing in Greece. It will be a waste of time and money!’’

‘’Το μόνο θετικό εκείνου του διμήνου ήταν οι 3-4 καταπληκτικοί Έλληνες τεχνικοί που είχαμε γνωρίσει, και δεν έπρεπε να πάει χαμένη εκείνη η γνωριμία. Συζήτησα το θέμα με την εταιρεία μας και αποφασίσαμε να τους κάνουμε μια ολοκληρωμένη πρόταση. Εκείνοι οι άνθρωποι θα μπορούσαν να είναι εξαιρετικά χρήσιμοι σε Νορβηγικά ναυπηγεία και ήταν κρίμα να χάσουν την ευκαιρία για καλύτερες εργασιακές προοπτικές. Τους προτείναμε να δουλέψουν μαζί μας, αναλαμβάνοντας το κόστος της μετεγκατάστασης των ίδιων και των οικογενειών τους, της εκμάθησης των Νορβηγικών, καθώς και της βελτίωσης των Αγγλικών για τον πιο νέο και εξελίξιμο της παρέας’’.

‘’Από την Ελλάδα φύγαμε τρέχοντας, μετά από σχεδόν 16 εβδομάδες γεμάτες από παραδοξότητα, γραφειοκρατία, και δημοσιονομικούς παραλογισμούς. Το ερώτημα που έμεινε αναπάντητο είναι αν η ελληνική πραγματικότητα λειτουργεί τόσο διαλυτικά στους ανθρώπους μετατρέποντάς τους σε ανίσχυρες μονάδες, ή αν οι Έλληνες είναι τόσο αυτό-απομονωμένοι και ακοινώνητοι ώστε να έχουν δημιουργήσει μια πραγματικότητα άναρχη, ασυντόνιστη και χαοτική. Προσωπικά δεν μπόρεσα να το ερμηνεύσω’’.

Αυτά μου είπε ο Geir και διόλου δεν εξεπλάγην γιατί τυχαίνει να τα ξέρω από πρώτο χέρι. Για να αλλάξω το κλίμα, τον ρώτησα τι απέγιναν οι 3-4 Έλληνες τεχνικοί που τους έκανε πρόταση συνεργασίας.

‘’Ο μικρός της παρέας έχει ήδη γίνει κανονικός Νορβηγός. Δεν έχω καταφέρει ακόμα να τον πείσω να τρώει αποξηραμένες ρέγκες και μάλλον έχω χάσει αυτό το στοίχημα αλλά στα υπόλοιπα πάει πολύ καλά. Οι δυο άλλοι δουλεύουν σε μεγάλο ναυπηγείο και είναι το ίδιο καλοί στη δουλειά τους όπως έμαθα πρόσφατα. Δεν ξέρω αν είναι ευχαριστημένοι, όμως, γιατί μάλλον δεν μπόρεσαν ή δεν θέλησαν να κοινωνικοποιηθούν όπως έκανε ο μικρός. Μου φαίνεται ότι η Ελλάδα έκανε τη ζωή τους θλιβερή και μίζερη, και στη Νορβηγία μιζεριάζουν και στενοχωριούνται επιμένοντας ελληνικά. Όσο για τον τέταρτο της παρέας, χρειάστηκε 2 χρόνια για να αποφασίσει ότι η ζωή και οι προοπτικές γι’ αυτόν και την οικογένειά του στην Νορβηγία δεν είχαν τόση βαρύτητα όσο η επιστροφή στο περιβάλλον από το οποίο κάποτε έφυγε περίπου διωγμένος. Θα έλεγα πως θυσίασε την ποιότητα για χάρη της ελληνικότητας’’.

Προφανώς, οι νέοι του blog δεν χρειάζονται υποδείξεις, ούτε μου πέφτει λόγος για να τους πω τι να κάνουν στη ζωή τους. Τις εμπειρίες που μου μετέφερε ο Geir τις περιέγραψα για να εξηγήσω τη σημασία του τίτλου ‘’Δεν θ’ αλλάξει τίποτε’’, και σαν ερέθισμα στους νυν και μελλοντικούς νεομετανάστες φίλους μας για να επιλέξουν μόνοι τους τα συμπεράσματα που τους ενδιαφέρει να αντλήσουν.

Με αγάπη για τους νέους μας

Κωνσταντίνος – Scotland

Y.Γ.1 To πλάνο είναι τραβηγμένο σε μια από τις βόλτες που έκανα παρέα με τον Geir.

Y.Γ.2 Δεν ξέρω τί σου έγραψε η κυρία του κάτω ορόφου -γιατί φρόντισε να διαγράψει το mail- αλλά σε ό,τι σου είπε εγώ συμφωνώ απόλυτα.

(Αγαπητέ Κωνσταντίνε, εξαιρετικό αυτό που μας έστειλες. Και πολύ διαφωτιστικό για τη κατάσταση στη χώρα μας. Κωνσταντίνε, είναι εντυπωσιακό το πόσοι άνθρωποι μου έχουν γράψει για να με ευχαριστήσουν, λέγοντάς μου πως, αν δεν ήταν το μπλογκ -και οι εμπειρίες των Ελλήνων που έφυγαν στο εξωτερικό και γράφουν στο μπλογκ-, μάλλον δεν θα είχαν φύγει από την Ελλάδα. Χαίρομαι για αυτούς που έφυγαν και σώθηκαν. Ειδικά, τους νέους. Κωνσταντίνε, η κυρία του κάτω ορόφου μου έγραψε πολύ όμορφα και ανθρώπινα. Να της δώσεις ένα φιλί από εμένα. Να είσαι καλά. Την αγάπη μου.)

Το pitsirikos.net χρειάζεται τη βοήθειά σου

Στήριξε οικονομικά το pitsirikos.net, αν θεωρείς πως καλό είναι να υπάρχουν στην Ελλάδα και κάποιες φωνές που δεν δουλεύουν για τον Μαρινάκη, τον Αλαφούζο, τον Σαββίδη και τα άλλα παιδιά, οπότε μπορεί να διαβάσεις ή να ακούσεις κάτι διαφορετικό από αυτό που συμφέρει τους ολιγάρχες. Οι τρόποι στήριξης εδώ.

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.