Ταξιδεύοντας (αν αυτός είναι ψυχίατρος…)
Αγαπημένε μου Πιτσιρίκο, έχω τα σεκλέτια μου και, όπως ξέρεις καλά, επειδή έχω κόψει το ποτό και δεν εμπιστεύομαι σκιτζήδες ψυχοθεραπευτές, σκέφτηκα να σου γράψω.
Τι πρόβλημα έχεις πάλι, ρε καταραμένε, θα μου πεις; Πρόβλημα μεγάλο έχω, Πιτσιρίκο μου, τι να λέμε τώρα; Με τραβήξανε από την Ερημιά του Κόσμου (το πήρα απόφαση, είναι τοπωνύμιο και θα το γράφω με κεφαλαία) και με στείλαν μέσα στον Κόσμο, ενάντια στην θέλησή μου.
Ξεριζώθηκα βίαια, ξενιτεύτηκα και μου έρχεται μια ακατανίκητη παρόρμηση να βαρέσω Καζαντζίδη στη διαπασών, καθώς θα στριφογυρνάω το κομπολόι ανάμεσα στα ροζιασμένα μου δάχτυλα και θα ρουφάω θορυβωδώς τον ελληνικό καφέ σταυροπόδι να φαίνεται η λευκή κάλτσα, αναστενάζοντας και αγκομαχώντας ταυτόχρονα.
Αλλά πού να καταλάβετε εσείς τον πόνο της ξενιτιάς και του μετανάστη;
Όλα αυτά για 6 (ολογράφως έξι) στον αριθμό ημέρες μακριά από την αγαπημένη μου, και τα ζωάκια μας. Αλλά αν δεν κλάψει το μ**νί του ο βολεμένος Έλλην, ποιος θα το κλάψει; Ο βίαια εκτοπισμένος και θαλασσοπνιγμένος που ήρθε από τις εμπόλεμες ζώνες; Ο ορφανός και ο κατατρεγμένος; Αυτός που δεν έχει να βάλει πετρέλαιο και να ανάψει καλοριφέρ για να ζεστάνει τα παιδιά του και που τα ταΐζει τα φθηνότερα σκουπίδια από το σουπερμάρκετ γιατί δεν έχει φράγκο στην τσέπη στις 15 του μήνα γιατί πρέπει να βγαίνουν τα νούμερα και να έχει η Ουκρανία αντιαρματικά;
Όχι βέβαια, εμείς είμαστε τα αληθινά θύματα στα οποία η ζωή εξάντλησε όλη την απανθρωπιά της. Πρώτα μας έδωσε όλα τα αγαθά του κόσμου για να γλεντήσουμε την ζωάρα μας και μετά έριξε γύρω ολούθε δυστυχία, να θέλουμε να φάμε τις φαγητάρες μας και να μας κόβεται η όρεξη με αυτά που βλέπουμε. Σαδισμός σου λέω!
Ευτυχώς όμως, βρίσκομαι αυτή τη στιγμή στο τρένο από τη Στοκχόλμη προς τον βορρά, προς τον Κόλπο της Αετοασπίδας, όπως λέγεται η πόλη που πάω. Αλλά και εδώ η φάση έχει φτωχύνει τόσο πολύ που οι Σουηδοί δεν τολμάνε να πάνε την βενζίνη πάνω από 2 ευρώ, δεν είναι τίποτα χουβαρντάδες σαν τους δικούς μας βλέπεις. Μιζέρια, φίλε μου.
Θα μπει ο Βλαδίμηρος και θα τους ρίξει καμιά ανάποδη να στρώσουν, όμως, πού θα πάει.
Παρακολουθώ με τεράστιο #not ενδιαφέρον την ιστορία του πολέμου. Μην το πολυαναλύουμε βέβαια, όπως πάντα πήραν τις αποφάσεις ελάχιστοι και πληρώνουν οι πολλοί. Ιστορία της ανθρωπότητας, τίποτα καινούργιο κάτω από τον ήλιο. Όπως έγραψε και κάποιος πολύ εύστοχα, “ελπίζω οι ουκρανικές σημαίες να είναι βαριές, γιατί του χρόνου τον χειμώνα θα τις έχετε για κουβέρτες”.
Μέχρι και με το έτερόν μου ήμισυ διαφωνώ για το ουκρανικό, αλλά δεν βαριέσαι, έτσι είναι ο έρωτας. Η ουσία είναι πως υπάρχουν δύο αφηγήματα: Το ένα είναι το πώς θα έπρεπε να είναι τα πράγματα, και το άλλο είναι το πώς είναι. Για να είναι όπως είναι, σημαίνει πως δεν θα μπορούσαν να είναι όπως θα έπρεπε να είναι.
Αυτό, βέβαια, δεν έχει να κάνει μόνο με το ουκρανικό αλλά και με την πραγματικότητα ολόκληρη αν το καλοσκεφτείς. Μπαίνουμε συνεχώς σε συζητήσεις, όπου εμείς βλέπουμε κάποιον να κάνει κάτι λάθος και αναρωτιόμαστε πώς γίνεται να μην το βλέπει. Γιατί το κάνει; Τις πταίει;
Καλά, ας μην πιάσουμε τις φάσεις που κάναμε εμείς τα λάθη… Ή μάλλον όχι, ας τις πιάσουμε. Γιατί να τις αφήσουμε έξω από την αναζήτησή μας; Γιατί μάλλον μας δίνουν κατευθείαν την απάντηση στο ερώτημά μας: Ο καθένας κάνει το καλύτερο που μπορεί, δεδομένων των περιστάσεων.
Όπως κάναμε εμείς το λάθος γιατί είχαμε αυτές τις δεδομένες πληροφορίες και ζούσαμε την δεδομένη κατάσταση με τα εφόδια που διαθέτουμε, και τα σκατώσαμε, έτσι τα σκατώνουν και οι άλλοι. Μετά, είναι εύκολο εκ του αποτελέσματος να γυρίσεις και να το εξηγήσεις, αλλά την απόφαση δεν την παίρνεις αφού έχεις δει το αποτέλεσμα. Την παίρνεις όταν είναι να καθορίσει το αποτέλεσμα.
Με λίγα λόγια, να ΄χαμε να λέγαμε (είστε σίγουρα ψυχοθεραπευτής;).
Αναρωτιέμαι και εγώ μερικές φορές, Πιτσιρίκο μου, είμαι σίγουρα ψυχοθεραπευτής; Μήπως είμαι απλά ένας κουρασμένος τύπος, που επειδή υπήρξε βαρύς έφηβος έκανε στόχο της ζωής του να γίνει ένας χαζοχαρούμενος μεσήλικας;
Μπορεί να ισχύουν και τα δύο ταυτόχρονα, δεν μπορώ να πω ότι έχω παράπονο, πάντως.
Ελπίζουμε για το καλύτερο και προετοιμαζόμαστε για το χειρότερο, διαφορετικά διαπράττουμε ύβρη πιστεύοντας πως επηρεάζουμε την ροή της πραγματικότητας με το να θεωρούμε πως οι ελπίδες, οι ευχές μας και τα όνειρά μας έχουν κάποιο ιδιαίτερο βάρος στην κοσμική τάξη των πραγμάτων και με κάποιο θαυματουργό τρόπο θα σωθούμε γιατί το αξίζουμε.
Βλάσφημο δεν είναι το να μην πιστεύεις σε θαύματα, βλάσφημο είναι το να πιστεύεις πως μια ανώτερη δύναμη παρεμβαίνει στοχευμένα γιατί κρίνει αυθαίρετα πως κάποιοι αξίζουν καλύτερη τύχη και λιγότερα βάσανα από κάποιους άλλους. Γιατί, αν είναι έτσι, φαίνεται πως αυτή η δύναμη κρίνει συστηματικά πως η καλύτερη τύχη και τα λιγότερα βάσανα αξίζουν στα μεγαλύτερα καθάρματα, ενώ η κόλαση επί της γης δημιουργήθηκε για τους απροστάτευτους και τους αθώους.
Υπάρχουν δύο εκδοχές. Η μία έχει να κάνει με το πώς είναι τα πράγματα, η άλλη με το πώς θα έπρεπε να είναι. Στην μέση υπάρχουν αυτοί που δεν καταλαβαίνουν γιατί η πραγματικότητα δεν γέρνει προς την δεύτερη εκδοχή, αυτοί που δεν αποδέχονται την πρώτη, αυτοί που θεωρούν αδύνατο να μην υφίσταται τρόπος να γυρίσει το παιχνίδι.
Για κάποιο λόγο, η παραδοχή της αδυναμίας δεν ανήκει στο ρεπερτόριο κάποιων. Σπάνια, μία στις τόσες, είναι από αυτή την ομάδα ανθρώπων που ξεχωρίζουν αυτοί που κάνουν την διαφορά. Ποια διαφορά; Μια μικρή, μια μεγάλη, δεν έχει σημασία.
Άκουσα μια πολύ πετυχημένη φράση εχθές: Κάποιοι πολέμησαν μέχρι τέλους για έναν σκοπό που θεωρούσαν πιο μεγάλο και σημαντικό από την ίδια τους τη ζωή, μόνο και μόνο για να αποδειχθεί τελικά πως ήταν οι ίδιοι που ήταν πιο μεγάλοι και σημαντικοί από αυτόν τον σκοπό.
Πολλοί από εμάς πίστεψαν πως ανήκουν σε αυτή την κατηγορία ανθρώπων, κυρίως στα νιάτα μας. Ήρωας και πλούσιος, όμως, γίνεσαι συνήθως μέχρι τα σαράντα, μετά πέρασε το τρένο. Η τόλμη και η αγωνιστικότητα, τα ξέφρενα όνειρα, όλα αυτά ανήκουν στα νιάτα.
Είναι μεγάλη ανακούφιση η στιγμή που αντιλαμβάνεσαι πως δεν θα γίνεις ήρωας, δεν θα κάνεις την διαφορά στο μεγάλο σχήμα των πραγμάτων, δεν θα θυσιάσεις κανέναν και τίποτα από αυτά που αγαπάς στον βωμό ενός μεγαλύτερου ιδανικού.
Προσοχή, δεν μιλάω για αυτούς που συνειδητά πουλήθηκαν στην άλλη πλευρά. Αυτοί θα το είχαν κάνει όπως και να είχε πάει το πράγμα.
Βλέπε μια μεγάλη σειρά αγωνιστών που έμπλεξαν με την πολιτική και έδειξαν πως πίσω από τις προηγούμενές τους ενέργειες κρυβόταν τελικά ιδιοτέλεια, δίψα για αναγνώριση και εξουσία. Πως με την κατάλληλη τιμή (όχι απαραίτητα χρηματικό αντίτιμο) η συνείδησή τους μπορούσε να αγοραστεί, και πως ο αγώνας τους κάτω από την προηγούμενη σημαία είχε να κάνει μόνο και μόνο με το γεγονός πως δεν τους είχε γίνει η σωστή προσφορά από την αντίπαλη πλευρά.
Δεν μιλάω για αυτούς, μιλάω για τους απλούς “ιδεολόγους”, όπως οι περισσότεροι νεολαίοι, που κάποια στιγμή συνειδητοποιούν πως το παιχνίδι είναι πολύ μεγαλύτερο, πολύπλοκο και στημένο από όσο είχαν φανταστεί. Που αντιλαμβάνονται πως όχι απλά δεν είναι ένα γρανάζι του μηχανισμού, αλλά ένα δόντι του γραναζιού το οποίο, αν σπάσει, μπορεί να αντικατασταθεί σε κλάσματα του δευτερολέπτου χωρίς να αντιληφθεί κανείς πως υπήρξε καν.
Ανακουφιστική εκείνη η στιγμή της συνειδητοποίησης. Φαντάζομαι πως κάπως έτσι αισθάνεται κανείς μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα. Σκέφτεται πως καμία ενέργειά του δεν θα μπορούσε πλέον να κάνει κάποια διαφορά και εγκαταλείπει την ψευδαίσθηση του ελέγχου που τον οδήγησε εκεί. Παραδίδει την ύπαρξή του εκεί που άνηκε από την αρχή, στην τύχη.
Γλυκιά η ήττα, σηματοδοτεί το τέλος της αγωνίας, της προσπάθειας και του αγώνα. Ώρα για ξεκούραση. Κάναμε ό,τι καλύτερο μπορούσαμε. Αν δεν κάναμε τίποτα, ήταν γιατί δεν μπορούσαμε, δεν ήμασταν ικανοί για τίποτα. Δεν είναι ντροπή να ξέρεις πως έπαιξες και έχασες, ή να συνειδητοποιείς πως δεν μπορούσες καν να παίξεις και θα έχανες όπως και να είχε το πράγμα.
Παρένθεση, πρακτικά πράγματα να γινόμαστε κατανοητοί: Πριν δύο χρόνια, σε μία προπόνηση μπαίνω φιλικά με τον Κώστα, τον χαμογελαστό γίγαντα με το παρατσούκλι “κωλόγρια”, καθώς είναι ο μεγαλύτερος από όλους μας. Θα το(ν) παλέψω, σκέφτομαι. Είναι σχεδόν πέντε χρόνια μεγαλύτερος, καμιά δεκαριά κιλά βαρύτερος και έχει μόνο μερικούς μήνες περισσότερη εμπειρία από εμένα. Ένα δευτερόλεπτο μετά την έναρξη με έχει απωθήσει με μία σπρωξιά πάνω στον τοίχο του κλουβιού, στο δεύτερο δευτερόλεπτο αναρωτιέμαι τι πήγε τόσο στραβά και είμαι από όρθιος ανάσκελα και στο τρίτο, ο Κώστας που περνά τον τελευταίο καιρό κόβοντας δέντρα είναι με τα 110 κιλά του στρατηγικά ριγμένα στον λαιμό μου και με στραγγαλίζει αλύπητα, πάντα με το trademark χαμόγελό του στα χείλη. Τα υπόλοιπα δευτερόλεπτα, μέχρι να χτυπήσω το χέρι μου στην πλάτη του και να με αφήσει να ανασάνω, τα θυμάμαι σαν κάτι ανάλογο με αυτό που κάναμε μικροί στην θάλασσα: το κεφάλι μέσα να δούμε πόσο αντέχουμε. Ξέραμε ότι η θάλασσα θα νικήσει και θα μας πνίξει στο τέλος αν αντισταθούμε, όπως ο Κώστας εμένα. Απλά, μια άσκηση διερεύνησης των ορίων της απελπισίας, τίποτα περισσότερο από αυτό. Μέχρι να φτάσεις να ανακαλύψεις το όριο και να παραδοθείς, εκεί είναι η γλύκα. Ανακούφιση, εισπνοή, αέρας. Ζω ακόμα.
Ποτέ δεν θα καταλάβω τι τους ανάβει σεξoυαλικά στην ασφυξία, είναι φριχτή αίσθηση σωματικά και ψυχολογικά. Τέλος πάντων, ό,τι γουστάρει ο καθένας, αλλά προσεκτικά γιατί έχει πεθάνει και κόσμος. Κάντε το συμβολικά ρε παιδί μου, βάντε τα χεράκια σας στο λαιμό χωρίς να σφίγγετε, τι σκατά έχετε στο μυαλό σας;
Που ήμουν πάλι ρε γ@μώ το κέρατό μου, αχταρμά τα έκανα πάλι. Είναι μην πω για σεξ, το χάνω τελείως. Περίμενε λίγο, πάμε: ζωή, ιδεολογία, ελπίδες, σχέδια, αγώνας, αγωνία, ζίου ζίτσου, ασφυξία, απελπισία, ήττα, λύτρωση, ανακούφιση. Η ιστορία της ζωής μου…
Σας έφτιαξα την διάθεση πάλι, ε; Αν αναρωτιέστε πόσοι ασθενείς μου έχουν αυτοκτονήσει, θα σας πω, ευτυχώς κανείς μέχρι τώρα. Αλλά είναι μέσα στο επάγγελμα και θα συμβεί αργά ή γρήγορα, όχι γιατί τους λέω τέτοια πράγματα· δεν τους λέω τέτοια πράγματα, αυτά είναι για εσάς τους εκλεκτούς.
Άντε να το μαζέψεις, θα αρχίσετε τα φάρμακα με τις μ@λακίες που γράφω. Για να το αποφύγουμε και να ευθυμήσουμε, θα σας πω για την εμπειρία που είναι το μέχρι εδώ ταξίδι μου, έξω από την Ερημιά του Κόσμου. Εγκαταλείποντας το καταφύγιό μου σπάνια, μπορεί να περάσουν εβδομάδες, καταλαβαίνει κανείς πως τα του έξω κόσμου με δυσκολεύουν πλέον.
Αισθάνομαι γυμvός αν δεν έχω τουλάχιστον τον ένα από τους σκύλους μας στο ένα χέρι. Το να κοιμηθώ χωρίς την γυναίκα μου αγκαλιά, τον ένα σκύλο στα πόδια του κρεβατιού, μια (τουλάχιστον) γάτα στα πόδια και ενίοτε μία στο κεφάλι, είναι τρομακτικό. Ένα αεροδρόμιο μου φαίνεται λες και είμαι στο Καμπ Νου και παίζει Μπαρτσελόνα-Ρεάλ. Έχω ξεχάσει τι να κάνω με τις βαλίτσες, τα εισιτήρια, τα χέρια μου τα ίδια.
Το αποτέλεσμα είναι μικρές κωμικές χορογραφίες τύπου μίστερ Μπιν, όπου αφήνω το ένα πράγμα, πάω να πιάσω το άλλο, το πρώτο πέφτει και στην προσπάθεια να το πιάσω πέφτει και το δεύτερο το οποίο προσπαθώ να σταματήσω με το πόδι καθώς μια Σουηδέζα αποφεύγει με φοβερά αντανακλαστικά το χέρι μου που της περνάει ξυστά από το πρόσωπο καθώς, δεν σας το είπα, εκτός των άλλων προσπαθώ να φορέσω και το μπουφάν μου εκείνη τη στιγμή.
Αμέτρητες τέτοιες στιγμές σήμερα, όπου με ύφος ψυχαναγκαστικού (ρισπέκτ σε όσους υποφέρουν από την βασανιστική αυτή διάγνωση, φράγμα στην πανδημία με την εμμονή στην καθαριότητα και προσωπική υγιεινή) που έχει πιει ληγμένη φούντα ποτισμένη με χημεία κακής ποιότητας, ψάχνω τα πράγματα μου, ξανά και ξανά και ξανά, για να βρω κάτι που έχω αφήσει δίπλα μου. Μέχρι που το βλέπω, προσποιούμαι για τους θεατές πως συνεχίζω να ψάχνω γιατί δεν ήταν αυτό που ήθελα, τα παρατάω τελικά και ασχολούμαι με αυτό ελλείψει καλύτερης επιλογής.
Και το κορυφαίο -και η ημέρα μου δεν έχει τελειώσει καθώς γράφονται αυτές οι γραμμές- αφού πήρα το τρένο. Η θέση μου δίπλα σε μια κοπελίτσα με εμφάνιση μίξη Kurt Cobain και γυαλιά απουσιολόγου.
Σπάω την φιδίσια μου μέση και περνάω στην θέση μου δίπλα στο παράθυρο, χωρίς να την κοπανήσω. Μετά από λίγο την βλέπω να κάνει όπως εγώ στην προηγούμενη περιγραφή. Κοιτά ψυχαναγκαστικα γύρω γύρω, κάτω από το κάθισμα, σηκώνεται, κάθεται, ψάχνει.
Παρηγοριέμαι, ευτυχώς είμαστε πολλοί τελικά και δεν φαίνομαι ο μοναδικός βαρεμένος εδώ μέσα. Ευγενικός βαρεμένος όμως, από αλληλεγγύη μεταξύ βαρεμένων την ρωτάω αν έχει χάσει κάτι και αν μπορώ να την βοηθήσω. Μου απαντά πως έχασε το τηλέφωνό της.
Νταξει, δεν χρειάζεται καμία ιδιαίτερη φαντασία για να καταλάβει κανείς πως το καημένο το τηλεφωνάκι είχε βρει καταφύγιο από την κατάχρηση που υφίσταται καθημερινά κάτω από το δεξί μου κωλομέρι.
Ρεζίλι, για ακόμη μια φορά! Σουηδία, δικός σας!
Γελάστε, είναι ακόμα δωρεάν.
Την αγάπη μου σας στέλνω, από έξω από την Ερημιά του Κόσμου έτσι για αλλαγή.
Βασίλης
Υ.Γ. Η συνεπιβάτης, πριν κατέβει, ίσως για να εκφράσει την ευγνωμοσύνη της στο κωλομέρι μου που δεν της έλιωσε το κινητό, ίσως γιατί με είδε τι άνιωθο γομάρι είμαι, με ενημέρωσε με ένα ευγενικό χαμόγελο πως στο δίπλα βαγόνι έχει δωρεάν καφέ και νερό. Πες το ρε κοπελιά, κοράκιασα τόση ώρα γ@μώ το καντήλι μου, για να δούμε τι μ@λακία θα σκαρώσω με τον καφέ και το νερό…
Υ.Γ.2: Καταβροχθίζω λαίμαργα το σάντουιτς που δεν είχα ακουμπήσει εδώ και ώρες, καθώς δεν ρίσκαρα να στραβοκαταπιώ κανένα ψίχουλο χωρίς να έχω νερό και να γίνει μεγάλο σόου μέσα στο τρένο. Αφού τελειώνω, κοιτάζω κάτω και τα γυαλιά μου, τα οποία κρέμονται στο στήθος μου με το κλασικό κορδόνι του πρεσβύωπα μεσήλικα (που από το πρωί συνωμοτεί με τα ακουστικά και το λάστιχο της μάσκας για να με στραγγαλίσουν και αυτά μάλλον) έχουν γίνει σαν μπαλκόνι που έχουν ταΐσει περιστέρια και έχουν μείνει τα τρίμματα από το παξιμάδι. Σουηδία δικός σας, μόνο για λίγες εμφανίσεις ακόμα!
(Φίλε Βασίλη, μη δουν άνθρωπο ευτυχισμένο, αμέσως να του τη χαλάσουν. Πάντως, μάλλον είναι καλό να φεύγεις για λίγο από την Ερημιά του Κόσμου, για να θυμάσαι πώς είναι ο κόσμος, και να επιστρέφεις ανακουφισμένος στην Ερημιά του Κόσμου. Από μια άλλη ερημιά του κόσμου, σου στέλνω την αγάπη μου.)
Το pitsirikos.net χρειάζεται τη βοήθειά σου
Στήριξε οικονομικά το pitsirikos.net, αν θεωρείς πως καλό είναι να υπάρχουν στην Ελλάδα και κάποιες φωνές που δεν δουλεύουν για τον Μαρινάκη, τον Αλαφούζο, τον Σαββίδη και τα άλλα παιδιά, οπότε μπορεί να διαβάσεις ή να ακούσεις κάτι διαφορετικό από αυτό που συμφέρει τους ολιγάρχες. Οι τρόποι στήριξης εδώ.

