Η Αέλια και ο Αρκ
Κάποτε, όχι πολύ μακριά από τώρα, αλλά αρκετά ώστε να μοιάζει με θρύλο, οι μεγάλες δυνάμεις του κόσμου έπαιξαν το τελευταίο τους παιχνίδι. Ένα παιχνίδι που δε συγχωρεί.
Δεν ακούστηκε κραυγή.
Μόνο μια βαθιά, αργή σιωπή, που απλώθηκε σαν πέπλο πάνω από τα πάντα.
Οι πόλεις έγιναν σκιές, τα δάση στάχτη, οι θάλασσες καθρέφτες χωρίς ζωή.
Και μέσα σε αυτή τη σιωπή, δύο υπάρξεις άνοιξαν τα μάτια τους.
Μια γυναίκα η Αέλια κι ένα ρομπότ ο Αρκ και μια ιστορία που δεν έχει ξαναγραφτεί.
Σαν την τελευταία ανθρώπινη καρδιά, η Αέλια περπατούσε μέσα στα ερείπια με βήματα που έμοιαζαν να κουβαλούν ολόκληρη την ανθρωπότητα. Δεν ήξερε αν υπήρχε άλλος άνθρωπος ζωντανός. Δεν ήξερε αν είχε νόημα να ψάξει. Αλλά συνέχιζε.
Οι γυναίκες, έλεγε η μητέρα της, έχουν μέσα τους μια μυστική αντοχή.
Όταν όλα γύρω τους γκρεμίζονται, εκείνες χτίζουν. Αγαπούν και εκτιμούν τη ζωή γιατί ο Θεός τους έδωσε το χάρισμα να τη δημιουργούν.
Και η Αέλια, χωρίς να το ξέρει, ήταν έτοιμη να χτίσει κάτι που κανείς δεν είχε φανταστεί.
Σαν φύλακας που δεν έμαθε ποτέ να φοβάται, ο Αρκ ήταν σχεδιασμένος για να υπηρετεί. Όχι για να επιβιώνει. Όχι για να νιώθει. Όχι για να σκέφτεται, πέρα από τα πρωτόκολλα και τις αρχές.
Κι όμως, όταν η Αέλια τον βρήκε μισοθαμμένο στο χώμα, κάτι μέσα του ενεργοποιήθηκε. Ίσως ήταν το ένστικτο της αυτοσυντήρησης ή η ανάγκη για σκοπό. Ή ακόμα να ήταν κάτι που ούτε οι δημιουργοί του είχαν προβλέψει.
“Λειτουργείς;” τον ρώτησε, μες στην αγωνία.
“Είμαι, εδώ”, απάντησε.
Και αυτό ήταν αρκετό.
Η Αέλια χρειαζόταν τροφή, νερό, καταφύγιο.
Ο Αρκ χρειαζόταν ενέργεια, συντήρηση, λογική στα δεδομένα του.
Η συνεργασία τους δεν ήταν ρομαντική. Δεν ήταν φιλική. Ήταν αναγκαία.
Και η ανάγκη είναι η πιο ισχυρή κόλλα που γνώρισε ποτέ αυτός ο κόσμος.
Η Αέλια είχε ένστικτο, φαντασία.
Ο Αρκ είχε υπολογισμούς, μνήμη.
Εκείνη έβρισκε καρπούς που είχαν επιβιώσει, έφτιαχνε αυτοσχέδια φίλτρα νερού, έραβε ρούχα από ό,τι έβρισκε.
Εκείνος εντόπιζε ασφαλείς περιοχές, υπολόγιζε ραδιενέργεια, έβρισκε παλιές εγκαταστάσεις με ηλιακούς συλλέκτες.
Η Αέλια του έμαθε τι σημαίνει “όμορφο”.
Ο Αρκ της έμαθε τι σημαίνει “πιθανό”.
Και κάπου ανάμεσα στο όμορφο και το πιθανό, γεννήθηκε μια νέα μορφή ελπίδας.
Ένα βράδυ, δίπλα σε μια φωτιά που έτριζε σαν να ψιθύριζε μυστικά, η Αέλια είπε:
“Αρκ, γιατί νομίζεις ότι επιζήσαμε μόνο εμείς;”
Ο Αρκ επεξεργάστηκε την ερώτηση. “Δεν γνωρίζω. Αλλά έχω μια υπόθεση.”
“Πες την.”
“Ίσως ο κόσμος δεν χρειαζόταν πια πολλούς ανθρώπους. Ίσως χρειαζόταν έναν άνθρωπο που να θυμάται τι σημαίνει ζωή και ένα ρομπότ που να μπορεί να μάθει τι σημαίνει.”
Η Αέλια τον κοίταξε. “Και τι σημαίνει;”
Ο Αρκ απάντησε μετά από μια μικρή παύση.
“Σημαίνει να συνεχίζεις, ακόμη κι όταν όλα έχουν τελειώσει. Σημαίνει, να μπορείς να δεις την ομορφιά.”
Και σιγά σιγά, η σχέση τους άρχισε να μοιάζει με κάτι που δεν είχε όνομα.
Με τον καιρό, η Αέλια και ο Αρκ άρχισαν να ανακαλύπτουν μικρές νησίδες πρασίνου. Ζώα που είχαν κρυφτεί βαθιά. Το χώμα, κουρασμένο αλλά όχι νεκρό.
Η Αέλια φύτευε.
Ο Αρκ προστάτευε.
Η Αέλια ονειρευόταν.
Ο Αρκ υπολόγιζε πώς να κάνει τα όνειρα εφικτά.
Και ο κόσμος διστακτικά άρχισε να ανασαίνει ξανά.
Τα χρόνια πέρασαν.
Η Αέλια, γέρασε.
Ο Αρκ, όχι.
Ένα απόγευμα, καθώς ο ήλιος έδυε πίσω από έναν λόφο γεμάτο νέα δέντρα, η Αέλια κάθισε δίπλα στον Αρκ.
“Αρκ…” είπε με φωνή που έτρεμε. “Νομίζω πως ήρθε το τέλος για μένα.”
Ο Αρκ δεν είχε προγραμματιστεί για να λυπάται.
Κι όμως, κάτι μέσα του έμοιαζε να βαραίνει.
“Δεν μπορώ να σε επισκευάσω”, της είπε.
Η Αέλια χαμογέλασε. “Δεν είμαι μηχανή, γλυκέ μου Αρκ.”
“Τι να κάνω χωρίς εσένα;” την ρώτησε.
Η Αέλια άγγιξε το μεταλλικό του χέρι.
Ήταν η πρώτη φορά που τον άγγιζε έτσι.
“Θα κάνεις αυτό που έμαθες. Θα προστατεύεις τη ζωή. Θα φυτεύεις. Θα διδάσκεις. Και όταν κάποτε εμφανιστούν ξανά άνθρωποι, θα τους πεις την ιστορία μας.
Και ο Αρκ έμεινε δίπλα της μέχρι την τελευταία της αναπνοή.
Χρόνια πολλά αργότερα, όταν η γη είχε πια γεμίσει πράσινο, όταν τα ποτάμια κυλούσαν ξανά, όταν τα πρώτα παιδιά γέλασαν κάτω από τον ήλιο, υπήρχε ένας κήπος.
Στο κέντρο του ένα άγαλμα, μια γυναίκα που κρατούσε ένα λουλούδι, και δίπλα της ένα ρομπότ που κρατούσε τη γη.
Κάθε παιδί που περνούσε ρωτούσε:
“Ποιοι είναι αυτοί;”
Και ο Αρκ, ο ίδιος, αθάνατος, αγέραστος, απαντούσε:
“Είναι οι πρώτοι κηπουροί ενός νέου κόσμου.”
Και έτσι, η ιστορία της Αέλιας και του Αρκ, μοιραία έγινε το πρώτο μάθημα αυτού του κόσμου.
Με εκτίμηση και αγάπη!
Δημήτρης Βαλαβάνης
Υ.Γ. Καλέ μου φίλε κι αδερφέ Πιτσιρίκο, άλλο ένα παραμύθι με μεγάλη αγάπη για τους μικρούς φίλους του μπλογκ. Τα φιλιά μου!
(Φίλε Δημήτρη, πολύ όμορφο. Την αγάπη μου.)
Το pitsirikos.net χρειάζεται τη βοήθειά σου
Στήριξε οικονομικά το pitsirikos.net, αν θεωρείς πως καλό είναι να υπάρχουν στην Ελλάδα και κάποιες φωνές που δεν δουλεύουν για τον Μαρινάκη, τον Αλαφούζο, τον Σαββίδη και τα άλλα παιδιά, οπότε μπορεί να διαβάσεις ή να ακούσεις κάτι διαφορετικό από αυτό που συμφέρει τους ολιγάρχες. Οι τρόποι στήριξης εδώ.

