Ο Ρατσισμός τότε και τώρα

Αδερφέ Πιτσιρίκο, βλέποντας την πλημμυρίδα εμετικών σχολίων στα κοινωνικά δίκτυα που στηρίζουν το ξεκάθαρο μαζικό κρατικό έγκλημα που έγινε στην Χίο με θύματα γυναικόπαιδα, είναι εύκολο κανείς να φτάσει στο συμπέρασμα για το πόσο απελπιστική έχει γίνει η κατάσταση στην Ελλάδα όσον αφορά τον κοινωνικό εκφασισμό και τι τέρας έχει γίνει ο μέσος νεοέλληνας.

Όμως σαν φύσει αισιόδοξος που βλέπει πάντα το ποτήρι μισογεμάτο, δεν συμμερίζομαι αυτή την άποψη.
Κι όχι μόνο γιατί πάνω από το 50% αυτών των σχολίων είναι από bots και τρολς με πολλαπλούς λογαριασμούς.
Ούτε μόνο γιατί αυτοί που γράφουν αυτά τα εμετικά σχόλια και δεν είναι bots ή τρολς είναι κατά 99% και υποστηρικτές της γενοκτονίας της Γάζας και υπερασπιστές της μεγαλύτερης σφαγής παιδιών της σύγχρονης ιστορίας σε αποκλεισμένη περιοχή, που όμως σαν στάση είναι ξεκάθαρα μειοψηφική στην ελληνική κοινωνία.

Δεν την συμμερίζομαι βασικά γιατί είμαι 50 χρόνων και έζησα πολιτικοποιημένος την δεκαετία του ’90, αυτή την δεκαετία που κάποιοι έχουν ωραιοποιήσει αλλά που στο θέμα του ρατσισμού και του κοινωνικού εκφασισμού δεν είχε όμοια της στην ελληνική ιστορία.

Τη δεκαετία του ’90, η Ελλάδα μετατράπηκε απότομα από χώρα εξαγωγής μεταναστών σε χώρα υποδοχής. Η κοινωνία ήταν απροετοίμαστη και ο ρατσισμός είχε τα εξής 4 χαρακτηριστικά:

1 Καθολικότητα και Κανονικοποίηση: Ο ρατσισμός τότε ήταν οριζόντιος. Διαπερνούσε όλη την κοινωνία. Το να πεις ρατσιστικό ανέκδοτο για Αλβανούς ή να χρησιμοποιήσεις τη λέξη Αλβανός ως βρισιά, ήταν κοινωνικά αποδεκτό στην καθημερινότητα, από το σχολείο μέχρι την τηλεόραση.

2 ΜΜΕ και Στιγματισμός: Τα ιδιωτικά κανάλια έπαιξαν εγκληματικό ρόλο. Κάθε εγκληματική ενέργεια ταυτιζόταν με την εθνικότητα (“Αλβανός σκότωσε…”). Υπήρχε η κουλτούρα της “Ρωσίδας, Ουκρανίδας” που ταυτιζόταν αυτόματα με την πορvεία, δημιουργώντας ένα καθεστώς σεξιστικής και ρατσιστικής βίας.

3 Εργασιακή Εκμετάλλευση: Οι μετανάστες του ’90, κυρίως από Βαλκάνια, ενσωματώθηκαν στην παραγωγή ως φτηνά χέρια. Η ελληνική οικονομία (κατασκευές, αγροτικά) αναπτύχθηκε πάνω στη μαύρη εργασία τους. Η βία της αστυνομίας και οι επιχειρήσεις σκούπα ήταν καθημερινότητα, αλλά γίνονταν στη σιωπή, χωρίς smartphones να τις καταγράφουν.

4 Έλλειψη Αντιλόγου: Τότε, οι φωνές υπεράσπισης των μεταναστών ήταν ελάχιστες και περιθωριοποιημένες. Η κοινωνία θεωρούσε φυσιολογικό να τους αντιμετωπίζει ως κατώτερους.

Τη δεκαετία του ’90 και του 2000 μέχρι το 2010, η Ελλάδα ζούσε σε ένα καθεστώς πλασματικής ευημερίας.

Τότε ο μετανάστης (κυρίως ο Αλβανός) ήταν το χρήσιμο εργαλείο. Τον ήθελαν για να χτίσει τα σπίτια, να μαζέψει τις ελιές και να φροντίσει τους ηλικιωμένους με ελάχιστα χρήματα. Ο ρατσισμός ήταν της μορφής: “Δούλεψε εσύ σκληρά για να περνάω εγώ καλά, αλλά μην τολμήσεις να ζητήσεις ίσα δικαιώματα”.

Όσον αφορά την αστυνομική βία και αυθαιρεσία, η κατάσταση ήταν τόσο φρικτή όσο μπορούσε να φανταστεί κανείς.

Γίνονταν μαζικές συλλήψεις ακόμα και στις παραλίες. Η Ελληνική Αστυνομία πραγματοποιούσε τις λεγόμενες επιχειρήσεις σκούπα. Μπλόκαραν πλατείες (όπως την Ομόνοια), λεωφορεία, εργοτάξια, ακόμα και χώρους αναψυχής, και συνελάμβαναν όποιον έμοιαζε ξένος.

Οι αριθμοί είναι σοκαριστικοί. Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, υπήρχαν χρονιές (π.χ. μέσα δεκαετίας ’90) που οι απελάσεις (“διοικητικές επαναπροωθήσεις” όπως λέγονταν) άγγιζαν τις 200.000 με 250.000 τον χρόνο!

Προφανώς, δεν απελαύνονταν 250.000 διαφορετικοί άνθρωποι κάθε χρόνο. Επρόκειτο για το φαινόμενο της “περιστρεφόμενης πόρτας”. Τους συνελάμβαναν, τους πετούσαν στα σύνορα, συχνά υπό άθλιες συνθήκες, και εκείνοι αναγκάζονταν να ξαναμπούν περπατώντας μέσα από τα βουνά (όπως στον Γράμμο και στην Μουργκάνα) την επόμενη μέρα, γιατί η επιβίωση της οικογένειάς τους εξαρτιόταν από το μεροκάματο στην Ελλάδα. Ένας άνθρωπος μπορεί να είχε απελαθεί και 5 ή και 10 φορές.

Πολλοί δεν τα κατάφερναν στην επιστροφή. Υπάρχουν εκατοντάδες καταγεγραμμένοι θάνατοι από ψύχος ή από νάρκες στα σύνορα εκείνη την εποχή, που δεν γίνονταν ποτέ πρωτοσέλιδο.

Ίσως η πιο ντροπιαστική σελίδα εκείνης της περιόδου που ήταν μια κοινή πρακτική και ένα κοινό μυστικό της ελληνικής επαρχίας, ήταν το λεγόμενο “Κόλπο” που έκαναν τότε συχνά πολλοί κουφάλες Έλληνες εργοδότες.

Το Κόλπο: Ο εργοδότης (σε οικοδομές, χωράφια κλπ) κρατούσε τους εργάτες απλήρωτους για εβδομάδες ή μήνες, υποσχόμενος ότι θα πληρώσει “στο τέλος της δουλειάς”.

Η Προδοσία: Μια-δυο μέρες πριν την πληρωμή, ο εργοδότης καλούσε ανώνυμα ή επώνυμα την αστυνομία και κατέδιδε ότι έχει παράνομους μετανάστες.

Το Αποτέλεσμα: Η αστυνομία ερχόταν, τους συνελάμβανε και τους απέλαυνε άμεσα. Ο εργοδότης γλίτωνε τα μεροκάματα και την επόμενη εβδομάδα έβρισκε τους επόμενους.

Αυτό δημιούργησε μια οικονομική ανάπτυξη βασισμένη κυριολεκτικά στην κλοπή μόχθου. Οι άνθρωποι αυτοί ήταν «αόρατοι» για τον νόμο. Δεν μπορούσαν να πάνε στην αστυνομία να καταγγείλουν τον εργοδότη, γιατί θα συλλαμβάνονταν οι ίδιοι.

Ο ρατσισμός του ’90 λοιπόν ήταν και θεσμικός και οικονομικός. Το κράτος τους κυνηγούσε ως εγκληματίες και η αγορά τους απομυζούσε ως σύγχρονους δούλους.

Να μιλήσουμε όμως και για τα βασανιστήρια που δέχονταν εκείνη την δεκαετία οι μετανάστες από τους μπάτσους που ανάμεσα σε αυτά ήταν και η φάλαγγα.

Ανατριχιαστική λεπτομέρεια γιατί αποδεικνύει ότι πρακτικές της χούντας είχαν επιβιώσει ή αναβιώσει μέσα στα αστυνομικά τμήματα της “δημοκρατίας”, με στόχο πλέον τους μετανάστες.

Οι διεθνείς οργανώσεις φώναζαν, αλλά η ελληνική κοινωνία και τα ΜΜΕ ήταν στην άρνηση.

Τη δεκαετία του ;90, η Ελλάδα ήταν μόνιμα στο στόχαστρο των διεθνών οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων για αυτό το θέμα.

Η Διεθνής Αμνηστία εξέδιδε σχεδόν κάθε χρόνο εκθέσεις καταπέλτες για την Ελλάδα. Περιέγραφαν λεπτομερώς βασανιστήρια, κακομεταχείριση και χρήση υπερβολικής βίας κατά τη σύλληψη και την κράτηση. Οι εκθέσεις μιλούσαν για ηλεκτροσόκ, ξυλοδαρμούς και εικονικές εκτελέσεις.

Η CPT (Επιτροπή του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Πρόληψη των Βασανιστηρίων) έκανε αιφνιδιαστικές επισκέψεις σε αστυνομικά τμήματα (π.χ. Ομόνοια, Άγιος Παντελεήμονας, ΓΑΔΑ). Οι αναφορές τους ήταν σοκαριστικές. Έβρισκαν ανθρώπους δεμένους σε καλοριφέρ, κελιά χωρίς φως και αερισμό, και κρατούμενους με εμφανή σημάδια κακοποίησης. Η Ελλάδα συχνά απαντούσε με γενικόλογες διαψεύσεις.

Η Human Rights Watch & Ελληνικό Παρατηρητήριο του Ελσίνκι κατέγραφαν σωρεία περιστατικών όπου Αλβανοί (και Ρομά) βασανίζονταν για να ομολογήσουν εγκλήματα που συχνά δεν είχαν διαπράξει.

Οι μπάτσοι τότε είχαν στήσει την λεγόμενη “Βιομηχανία των Ομολογιών”, το φόρτωμα ανεξιχνίαστων υποθέσεων.

Η αστυνομία πιεζόταν για στατιστικά επιτυχίας. Όταν συνελάμβαναν έναν μετανάστη χωρίς χαρτιά, τον βασάνιζαν μέχρι να υπογράψει ομολογίες για κλοπές και διαρρήξεις της περιοχής. Επειδή οι άνθρωποι αυτοί δεν ήξεραν τη γλώσσα ή φοβούνταν για τη ζωή τους, υπέγραφαν τα πάντα. Έτσι, η αστυνομία καθάριζε υποθέσεις και ο μετανάστης κατέληγε στη φυλακή και μετά στην απέλαση. (Αυτό το είδαμε και πιο πρόσφατα στην περίπτωση της Καρολάιν όταν με το ζόρι πήγαν να φορτώσουν τον φόνο της σε έναν Γεωργιανό).

Όλα αυτά γίνονταν με προκλητική ατιμωρησία.

Το χειρότερο δεν ήταν μόνο τα βασανιστήρια, αλλά το τείχος προστασίας που υπήρχε γύρω από τους θύτες.

Συχνά, οι ιατροδικαστές αρνούνταν να καταγράψουν τα τραύματα ως προϊόντα βασανισμού, αποδίδοντάς τα σε «αντίσταση κατά της αρχής» ή “πτώση”.

Αν κάποιος μετανάστης βασανιζόταν άγρια και υπήρχε κίνδυνος να μαθευτεί, η αστυνομία εφάρμοζε την άμεση απέλαση. Τον πετούσαν στα σύνορα πριν προλάβει να μιλήσει σε δικηγόρο ή σε πολιτική οργάνωση. Χωρίς το θύμα στην χώρα, δεν υπήρχε υπόθεση.

Στα δικαστήρια, ο λόγος του αστυνομικού ήταν νόμος. Η καταγγελία ενός Αλβανού για βασανιστήρια θεωρούνταν σχεδόν αυτόματα ψευδής, μια “προσπάθεια να γλιτώσει την τιμωρία”.

Η διαφορά με το σήμερα είναι ότι τότε δεν υπήρχαν smartphones για να καταγράψουν το ξύλο, ούτε social media για να κυκλοφορήσει η πληροφορία. Όλα γίνονταν στη σιωπή και στο σκοτάδι, με τη σιωπηρή συνενοχή ενός κράτους που έβλεπε τους μετανάστες ως “υπανθρώπους”

Τι άλλαξε μετά από την κρίση και την κατάρρευση του 2010;

Σήμερα η κατάσταση έχει αλλάξει ποιοτικά. Ο ρατσισμός δεν είναι πλέον μια “αθώα” άγνοια της κοινωνίας, αλλά έχει αποκτήσει σκληρά πολιτικά και ιδεολογικά χαρακτηριστικά.

Η μεγαλύτερη διαφορά ήταν η πολιτικοποίηση του ρατσισμού, η μετάβαση του δηλαδή από το κοινωνικό στο πολιτικό.

Ο ρατσισμός βρήκε κοινοβουλευτική έκφραση (με την άνοδο της Χρυσής Αυγής και τη διάχυση της ρητορικής της σε άλλα κόμματα). Δεν είναι πια απλώς “δεν συμπαθώ τον ξένο”, είναι συγκροτημένη ιδεολογία μίσους.

Ο στόχος άλλαξε.

Τη δεκαετία του ’90 ο “άλλος” ήταν ο Βαλκάνιος γείτονας (Χριστιανός ή άθεος κυρίως). Τώρα ο στόχος είναι ο πρόσφυγας από την Ασία ή την Αφρική, και ο ρατσισμός έχει αποκτήσει έντονα ισλαμοφοβικά χαρακτηριστικά. Ο φόβος δεν είναι πια μόνο για την εγκληματικότητα, αλλά για την “αλλοίωση πολιτισμού και της θρησκείας”.

Άλλαξε όμως και η κρατική διαχείριση.

Ενώ το ’90 υπήρχε η αυθαιρεσία του αστυνομικού τμήματος, τώρα μιλάμε για μια πιο συστηματοποιημένη πολιτική συνόρων (pushbacks, κλειστά κέντρα, φράχτες) που έχει την ανοχή ή και την επιβράβευση μεγάλου μέρους της Ε.Ε.

Η μεγάλη αλλαγή έγινε με τη Νέα Δημοκρατία και την περίοδο Σαμαρά (αλλά και μετέπειτα), καθώς σηματοδοτεί τη στιγμή που ο ρατσισμός έπαψε να είναι απλώς “λαϊκός, κοινωνικός” και έγινε κρατικό δόγμα ασφαλείας.

Βασικά σημεία-κλειδιά αυτής της μετάλλαξης είναι τα εξής:

1. Η “Θεωρία του Εισβολέα” και η πολιτική νομιμοποίηση
Τη δεκαετία του ’90, το κράτος κυνηγούσε τους Αλβανούς ως “παράνομους”, αλλά δεν υπήρχε κεντρική πολιτική γραμμή που να τους παρουσιάζει ως στρατό που θέλει να αλώσει τη χώρα.
Η ρητορική Σαμαρά αυτό το άλλαξε δραματικά: Η φράση του “να ανακαταλάβουμε τις πόλεις μας” και ο όρος “λαθροεισβολείς” που υιοθετήθηκε επίσημα, έδωσαν ηθική κάλυψη στον ρατσισμό. Ο νεοέλληνας που μέχρι τότε μπορεί να ντρεπόταν να μιλήσει ρατσιστικά, ένιωσε ξαφνικά ότι επιτελεί “εθνικό καθήκον”.
Αυτή η δραματική μεταστροφή έγινε στο όνομα της ενσωμάτωσης της ακροδεξιάς, για να ανακοπεί η εκλογική διαρροή προς τη Χρυσή Αυγή, η κεντροδεξιά υιοθέτησε την ατζέντα της. Έτσι, ο ρατσισμός έγινε ξαφνικά “πολιτικός ρεαλισμός”.

2. Από τον “Φτηνό Εργάτη” στον “Πολιτισμικό Εχθρό” (Ισλαμοφοβία)
Εδώ εντοπίζεται η μεγάλη ποιοτική διαφορά.
Την δεκαετία του ’90 ο ρατσισμός ήταν οικονομικός και ταξικός. Ο Αλβανός ήταν “κατώτερος” επειδή ήταν φτωχός. Αν πλούτιζε ή βαφτιζόταν, γινόταν πιο αποδεκτός.
Μετά το 2010 ο πρόσφυγας από τη Συρία ή το Αφγανιστάν παρουσιάζεται ως υπαρξιακή απειλή. Ο ρατσισμός έγινε πολιτισμικός και θρησκευτικός. Το αφήγημα είναι πλέον ότι “αλλοιώνουν τον πολιτισμό μας”.
Αυτός είναι ένας ρατσισμός που δεν θεραπεύεται με την ένταξη, γιατί η ίδια η ύπαρξη του άλλου θεωρείται πρόβλημα. Αυτό οδηγεί στη λογική των κλειστών συνόρων και των pushbacks: “να μην πατήσουν το πόδι τους εδώ”.

3. Η σύνδεση ως το σημείο ταύτισης του ρατσισμού με τον Σιωνισμό.
Αυτή ήταν η πιο πρόσφατη εξέλιξη που την ζήσαμε με την γενοκτονία της Γάζας. Η υπεράσπιση του σιωνιστικού γενοκτονικού καθεστώτος συνδέθηκε με τις πιο ακραίες ρατσιστικές θεωρίες και το αντίστροφο.
Σε μια εντελώς δυστοπική αναστροφή, ρατσιστές φασίστες υπουργοί όπως ο Πλεύρης και ο Γεωργιάδης διέσυραν την έννοια του αντιρατσισμού ώστε αυτή να σημαίνει υπεράσπιση και προστασία γενοκτόνων ενώ εξαπέλυσαν τον πιο χοντροκομμένο και χυδαίο αντιπαλαιστινιακό ρατσισμό που δικαιολογούσε την πιο σαδιστική γενοκτονία της σύγχρονης ιστορίας.
Σιωνιστής και ακραίος ρατσιστής έγιναν συνώνυμα.

Η μεγάλη αλλαγή

Ο ρατσισμός πλέον συνδέθηκε με τη δομή και την επιβίωση του ίδιου του συστήματος εξουσίας στην Ελλάδα με τον μηχανισμό του κοινωνικού αυτοματισμού και της μετάθεσης της ευθύνης.
Ας σταθούμε σε τρία βασικά σημεία:

1. Ο Ρατσισμός ως βαλβίδα εκτόνωσης της κοινωνικής οργής

Αυτό είναι το πιο κρίσιμο σημείο. Μια κοινωνία που είδε το εισόδημά της να εξανεμίζεται, τα εργασιακά της δικαιώματα να διαλύονται και την εθνική κυριαρχία να παραδίδεται στους δανειστές, γέμισε οργή.
Αντί η οργή να στραφεί προς τα πάνω (τραπεζίτες, πολιτικό σύστημα, διαφθορά, Τρόικα), το σύστημα φρόντισε να τη στρέψει προς τα κάτω (στους μετανάστες).
Είναι ο ορισμός του κοινωνικού κανιβαλισμού: Ο φτωχοποιημένος νεοέλληνας πείστηκε ότι για τη δυστυχία του δεν φταίει αυτός που του έκλεψε τον μισθό, αλλά αυτός που δεν έχει στον ήλιο μοίρα. Αυτή η τύφλωση ήταν απαραίτητη για να διασωθεί το πολιτικό κατεστημένο.

2. Το παράδοξο του “Φύλακα”: Η Ελλάδα ως δεσμοφύλακας της Ευρώπης

Αυτή είναι και η μεγαλύτερη αντίφαση της σύγχρονης ελληνικής “πατριωτικής” ρητορικής.
Η συντριπτική πλειοψηφία των προσφύγων θέλει να φύγει για τη Γερμανία, τη Σουηδία κ.λπ.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση με Δουβλίνο, Κοινή Δήλωση με Τουρκία κλπ, εγκλώβισε αυτούς τους ανθρώπους εδώ, μετατρέποντας την Ελλάδα σε αποθήκη ψυχών και ασπίδα του ευρωπαϊκού βορρά.
Για να πείσει το ελληνικό κράτος τους πολίτες του να παίξουν τον ρόλο του δεσμοφύλακα για λογαριασμό των Ευρωπαίων (των ίδιων που επέβαλαν τα μνημόνια!), εφηύρε το αφήγημα της “εισβολής” και της “αλλοίωσης”. Έτσι, η υπηρεσία προς τις Βρυξέλλες βαφτίστηκε “υπεράσπιση συνόρων”. Αν ο νεοέλληνας καταλάβαινε ότι φυλάει τα σύνορα της Γερμανίας, θα αντιδρούσε. Όταν όμως νομίζει ότι πολεμάει “εισβολείς”, το δέχεται.

3. Ο ρατσισμός είναι πλέον συστατικό κομμάτι του κράτους. Δεν μιλάμε πια για ανοχή, αλλά για λειτουργία.
Οι μηχανισμοί καταστολής (Λιμενικό, ΕΛ.ΑΣ.) εκπαιδεύονται, χρηματοδοτούνται και επιβραβεύονται με βάση την ικανότητά τους να απωθούν και να κυνηγούν.
Η αστική δικαιοσύνη συχνά λειτουργεί με δύο ταχύτητες, παρέχοντας εξοργιστική ασυλία και ατιμωρησία σε κρατικά εγκλήματα (όπως στην Πύλο ή τώρα στη Χίο) και εξαντλώντας την αυστηρότητα στους πρόσφυγες.

Συμπέρασμα

Η μάχη κατά του ρατσισμού στην Ελλάδα δεν μπορεί να είναι μόνο ηθική ή ανθρωπιστική. Είναι βαθιά πολιτική και ταξική.
Για να σταματήσει ο θεσμικός ρατσισμός, πρέπει να σταματήσουν οι φτωχοί να τρώγονται μεταξύ τους για να μένουν οι πλούσιοι στο απυρόβλητο. Όσο η χώρα παραμένει εγκλωβισμένη σε ρόλο χωροφύλακα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και όσο η εσωτερική πολιτική χρειάζεται εχθρούς για να κρύβει τα αδιέξοδά της, ο ρατσισμός θα τροφοδοτείται από την κορυφή προς τα βάση.
Η ιστορία δείχνει ότι σε περιόδους βαθιάς παρακμής, ο φασισμός και ο ρατσισμός είναι τα τελευταία καταφύγια ενός συστήματος που δεν έχει τίποτα άλλο να προσφέρει στους πολίτες του.

Το θετικό και γιατί βλέπω το ποτήρι μισογεμάτο.

Παρά τη σκλήρυνση του ρατσισμού, αυξήθηκε και η αντίδραση.
Το 2015 η προσφυγική κρίση έδειξε δύο Ελλάδες. Την Ελλάδα που πετροβολούσε πούλμαν και την Ελλάδα (νησιώτες, γιαγιάδες στη Λέσβο, αλληλέγγυοι στον Πειραιά και την Ειδομένη) που έσωζε ζωές.
Ο αντιρατσισμός πολιτικοποιήθηκε και αυτός όπως και ο ρατσισμός.
Ακριβώς επειδή ο ρατσισμός έγινε επίσημη πολιτική (φράχτες, αποτροπές), ο αντιρατσισμός έγινε κι αυτός πιο συνειδητός. Τη δεκαετία του ’90, πολλοί δεν καταλάβαιναν καν ότι αυτό που έλεγαν ήταν ρατσιστικό. Σήμερα, όποιος στέκεται απέναντι στο τέρας, το κάνει συνειδητά, ξέροντας ότι πάει κόντρα στο κυρίαρχο ρεύμα των ΜΜΕ και της πολιτικής.
Ουσιαστικά, η κοινωνία έχει σπάσει στα δύο. Δεν υπάρχει πια η “αθώα” άγνοια του ’90. Τώρα όλοι παίρνουν θέση.

Ο ρατσισμός του ’90 ήταν χειρότερος ως προς την έκταση και την κοινωνική αποδοχή, ήταν παντού και θεωρούνταν φυσιολογικός. Ήταν ένας ρατσισμός “κοινής λογικής”.
Ο σημερινός ρατσισμός είναι ίσως χειρότερος ως προς την ένταση και τη σκληρότητα (πχ θάνατοι στα σύνορα, δολοφονίες από λιμενικούς, οργανωμένο μίσος στο ίντερνετ), αλλά είναι τουλάχιστον πιο διχαστικός. Η κοινωνία έχει σπάσει στα δύο, σε αυτούς που πανηγυρίζουν για τους θανάτους και σε αυτούς που φρίττουν και αγωνίζονται εναντίον τους.

Τα παιδιά των Αλβανών μεταναστών του ’90 είναι πλέον Έλληνες πολίτες, συμμαθητές, φίλοι, συνάδελφοι, καλλιτέχνες. Η κοινωνία αναγκάστηκε να τους αποδεχτεί, σπάζοντας τα στερεότυπα.
Σήμερα υπάρχει ένα σαφές, μαχητικό και σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας που αντιδρά. Υπάρχουν οργανώσεις, νομική υποστήριξη, ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης και πολίτες που δεν ανέχονται τη ρατσιστική βία. Τα σχόλια μίσους στο διαδίκτυο είναι πολλά, αλλά εξίσου πολλές είναι και οι φωνές που τα καταδικάζουν. Το ’90 αυτή η αντίδραση ήταν σχεδόν ανύπαρκτη.

Τελικό συμπέρασμα:
Πίσω κανίβαλοι εμπρός σύντροφοι!

Με αγάπη προς εσένα και τους φίλους της ιστοσελίδας σου.
Γρηγόρης Αρετάκης

(Αγαπητέ φίλε, έχω γράψει εκατοντάδες φορές πως ο μόνος ρατσισμός που υπάρχει είναι απέναντι στους φτωχούς. Ο πλούσιος Άραβας αγοράζει νησί στο Ιόνιο και είναι συνιδιοκτήτης της χώρας, ή αγοράζει βίλα και Golden Visa στην αραβική Μύκονο, και ο φτωχός Άραβας πνίγεται στο Αιγαίο ή καταλήγει σε κέντρο συγκέντρωσης. Δεν υπάρχει ισλαμοφοβία, υπάρχει φτωχοφοβία. Και, βέβαια, αυτό δεν αφορά μόνο την Ελλάδα. Όσο για τον αντιρατσισμό, εγώ δεν είμαι αντι-. Θα προσέξατε πως από τον πολύ αντιφασισμό και τους πολλούς αντιφασίστες -το να είσαι αντιφασίστας έγινε και επάγγελμα- γέμισε ο πλανήτης φασίστες και τα ακροδεξιά κόμματα γιγαντώθηκαν. Ας μάθουμε κάτι από αυτό. Ας αφήσουμε λίγο τις βεβαιότητές μας. Δεν είμαι αντιφασίστας, είμαι δημοκράτης. Δεν είμαι ρατσιστής, είμαι υπέρμαχος της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και πιστεύω πως υπάρχει μια μόνο φυλή, η ανθρώπινη φυλή. Άλλωστε, αν είσαι αντιρατσιστής, όχι μόνο έχεις ανάγκη τον ρατσισμό για να προσδιορίζεσαι, αλλά πιστεύεις κι εσύ σε ράτσες. Σκεφτείτε το λίγο. Όπως ο αντιφασίστας έχει ανάγκη τους φασίστες για να προσδιορίζεται -άρα, το έχει ανάγκη-, έτσι και ο αντιρατσιστής έχει ανάγκη το ρατσισμό. Όχι όλο “αντί”. Φτάνει. Όπου ακούω “αντί”, φεύγω -εδώ και πολλά χρόνια- τρέχοντας. Να είστε καλά. Την αγάπη μου.)

Το pitsirikos.net χρειάζεται τη βοήθειά σου

Στήριξε οικονομικά το pitsirikos.net, αν θεωρείς πως καλό είναι να υπάρχουν στην Ελλάδα και κάποιες φωνές που δεν δουλεύουν για τον Μαρινάκη, τον Αλαφούζο, τον Σαββίδη και τα άλλα παιδιά, οπότε μπορεί να διαβάσεις ή να ακούσεις κάτι διαφορετικό από αυτό που συμφέρει τους ολιγάρχες. Οι τρόποι στήριξης εδώ.

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.