Το Κελί Μηδέν

Η επιβίωση του pitsirikos.net εξαρτάται αποκλειστικά από τους αναγνώστες του. Γίνετε συνδρομητές εδώ.

Αδερφέ Πιτσιρίκο, για να τιμήσω την μνήμη του Νίκου Καλογερόπουλου κάθισα και είδα με την γυναίκα μου τις τρεις ταινίες στις οποίες πρωταγωνίστησε και τις θεωρώ τις καλύτερες του: “Μάθε παιδί μου γράμματα “, “Ρεμπέτικο” και “Λούφα και Παραλλαγή “ με αυτή την σειρά.

Βλέποντάς τες ξαναδιαλύθηκε κάθε αμφιβολία γιατί αυτό το κράτος που το διοικεί μια εγκληματική συμμορία ταυτισμένη με τους γενοκτόνους Σιωνιστές, δεν έκανε την κηδεία του με δημόσια δαπάνη αλλά επέλεξε στο ίδιο διάστημα να κάνει με δημόσια δαπάνη την κηδεία του πνευματικού λακέ της δυτικής εξουσίας, Ράμφου, που ανάθεμα αν υπάρχουν σε αυτή την χώρα χίλια άτομα που να έχουν διαβάσει τα βιβλία του! (και το γράφω αυτό όντας ένας από τους χίλιους που στο παρελθόν είχε κάτσει να διαβάσει κάποια βιβλία του!)

Στο τέλος της ταινίας “Λούφα και Παραλλαγή”, αναφέρονται στα βασανιστήρια που θα δεχόταν σίγουρα ο Καραμάνος (Καραμαζώφ) που είχε μπει στο μάτι της χουντικής εξουσίας.

Συνειρμικά μου ήρθε το ερώτημα αν υπάρχει μια ταινία στον Ελληνικό κινηματογράφο που να εστιάζει σε αυτή την φρικτή πλευρά της Χούντας του Παπαδόπουλου.

Θυμήθηκα τον μακαρίτη από το 2018 πατέρα μου που τον έλεγαν κι αυτόν Νίκο όπως τον Καλογερόπουλο, που μου είχε αναφέρει όταν ήμουν μικρός μια τέτοια ταινία και μάλιστα μού την είχε αναφέρει δύο φορές.

Την μια φορά όταν είχα δει σε μικρή ηλικία πάλι το “Λούφα και Παραλλαγή” και είχα το ίδιο ερώτημα και την άλλη φορά όταν είχα διαβάσει τους “Ανθρωποφύλακες” του Κοροβέση και είχα αναρωτηθεί αν υπάρχει κινηματογραφική απόδοση του βιβλίου.

Είναι η ταινία “Το Κελί Μηδέν” του Γιάννη Σμαραγδή που είχε βγει την χρονιά που γεννήθηκα, το 1975 και είχε συγκλονίσει τον πατέρα μου.

Έψαξα να βρω αυτή την ταινία στο ίντερνετ.
Όσο όμως και να έψαξα δεν υπάρχει πουθενά κι αν κάποιος κατάφερε να την βρει ας με ενημερώσει!

Είναι δυνατόν να εξαφανίζονται έτσι ταινίες;
Δουλειά του ίντερνετ δεν είναι και να διασώζει τέτοιες ξεχασμένες ταινίες;

Δυστυχώς είναι δυνατόν να εξαφανίζονται τέτοιες ταινίες, ακόμα και στην εποχή της ψηφιακής παντοδυναμίας.

Θα περίμενε κανείς πως το ίντερνετ θα λειτουργούσε ως ένα πανανθρώπινο, ανοιχτό αρχείο, ελεύθερο από στενούς εμπορικούς περιορισμούς, όπου η ανθρώπινη έκφραση και τέχνη θα διασώζονταν με γνώμονα εντελώς διαφορετικές αξίες.

Στην πραγματικότητα, όμως, ο σημερινός ψηφιακός κόσμος παραμένει βαθιά δεμένος στην έννοια του κέρδους και της οικονομικής συναλλαγής.

Το γεγονός ότι ταινίες όπως “Το Κελί Μηδέν” αγνοούνται, οφείλεται σε έναν συνδυασμό παραγόντων.

Υπάρχουν οι πρακτικοί λόγοι. Για να ανέβει μια ταινία της δεκαετίας του ’70 στο ίντερνετ, πρέπει πρώτα να ψηφιοποιηθεί από το αρχικό αρνητικό φιλμ. Αυτή η διαδικασία (telecine, καθαρισμός εικόνας, αποκατάσταση ήχου) κοστίζει πολλά ευρώ. Αν οι εταιρείες παραγωγής, οι διανομείς ή οι κληρονόμοι δεν βλέπουν προοπτική άμεσου κέρδους όπως μέσω πώλησης σε συνδρομητικές πλατφόρμες, το φιλμ παραμένει κλειδωμένο σε κάποιο κουτί. Και αν το σελιλόιντ δεν συντηρηθεί σωστά, μπορεί να καταστραφεί οριστικά.

Ακόμα και αν κάποιος σινεφίλ έχει μια παλιά φθαρμένη κόπια σε βιντεοκασέτα (από κάποια τηλεοπτική προβολή περασμένων δεκαετιών) και την ανεβάσει στο YouTube για λόγους ιστορικού αρχείου, οι αλγόριθμοι ή οι κάτοχοι των δικαιωμάτων μπορούν να την κατεβάσουν άμεσα.

Το διαδίκτυο σήμερα δεν λειτουργεί ως ψηφιακή βιβλιοθήκη κοινής ωφέλειας, αλλά ελέγχεται από αυστηρούς νόμους ιδιοκτησίας.

Πολλές φορές βασιζόμαστε σε κρατικούς φορείς (όπως η Ταινιοθήκη της Ελλάδος), όταν καταφέρνουν να βρουν κονδύλια, ή σε μεμονωμένους ερασιτέχνες αρχειοθέτες που ανεβάζουν σπάνιο υλικό προσπαθώντας να ξεγελάσουν τους εμπορικούς αλγόριθμους.

Όμως δυστυχώς στην συγκεκριμένη περίπτωση, παίζει καθοριστικό ρόλο και η στάση του ίδιου του σκηνοθέτη.

Το Κελί Μηδέν ήταν η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Γιάννη Σμαραγδή. Το σενάριο, βασισμένο στο ημερολόγιο του αξιωματικού Αναστάσιου Μήνη και στο εμβληματικό βιβλίο “Ανθρωποφύλακες” του Περικλή Κοροβέση, περιέγραφε τα φρικτά βασανιστήρια ενός αντιστασιακού από την ΕΣΑ με πρωταγωνιστή τον Κώστα Καζάκο.

Ωστόσο ο Σμαραγδής έχει ουσιαστικά αποκηρύξει τις πρώτες έντονα πολιτικοποιημένες ταινίες του.

Σε πρόσφατες συνεντεύξεις του έχει δηλώσει χαρακτηριστικά πως εκείνη την περίοδο ακολούθησε “μιμητικά τις μόδες” της στρατευμένης αριστερής ιδεολογίας, πως τα έργα αυτά δεν είχαν σχέση με την ψυχή του και πως “δεν έχουν καμία ιδιαίτερη αξία, απλά είναι η προϊστορία μου”.

Όταν ο ίδιος ο δημιουργός γυρίζει την πλάτη στο έργο του, είναι πολύ πιο δύσκολο να γίνει οργανωμένη προσπάθεια ψηφιακής αποκατάστασης και προβολής του.

Οι Ανθρωποφύλακες του Κοροβέση είναι από τις πιο συγκλονιστικές μαρτυρίες των βασανιστηρίων της χούντας.

Το είχα διαβάσει από μικρός και με είχε επηρεάσει βαθιά.

Πώς γίνεται να αποκηρύσσεις μια ταινία που καταγράφει μια αδιαμφισβήτητη ιστορική αλήθεια βασισμένη σε ένα βιβλίο που είναι ένα μνημειώδες ιστορικό ντοκουμέντο και μια συγκλονιστική κατάθεση ψυχής που καταγράφει τη φρίκη της δικτατορίας και της κρατικής βίας;

Το να γυρίζει την πλάτη ένας δημιουργός στην κινηματογραφική μεταφορά μιας τέτοιας αδιαμφισβήτητης ιστορικής αλήθειας, φαίνεται πράγματι αδιανόητο.

Η περίπτωση δυστυχώς του Γιάννη Σμαραγδή αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα ριζικής ιδεολογικής και καλλιτεχνικής μετάλλαξης στον ελληνικό κινηματογράφο.

Στη δεκαετία του ’70, ο Σμαραγδής ξεκίνησε μέσα στο κλίμα της ριζοσπαστικοποίησης της μεταπολίτευσης.

Όμως στην πορεία των χρόνων, η κοσμοθεωρία του άλλαξε ριζικά.
Εγκατέλειψε τον πολιτικό, ταξικό και αντιστασιακό κινηματογράφο και υιοθέτησε μια βαθιά συντηρητική, ελληνοκεντρική και έντονα θρησκευτική προσέγγιση.

Όπως έγραψα, ο ίδιος έχει δικαιολογήσει την αποκήρυξη των πρώτων του έργων (όπως Το Κελί Μηδέν) υποστηρίζοντας πως τότε ήταν νέος και απλώς “παρασύρθηκε” από την αριστερή μόδα της εποχής. Θεωρεί, δηλαδή, ότι εκείνες οι ταινίες δεν εξέφραζαν την πραγματική του πνευματική αναζήτηση, αλλά ήταν προϊόντα μίμησης ενός κυρίαρχου πολιτικού ρεύματος. Σήμερα ο λόγος του εστιάζει συχνά στο “ελληνικό φως”, στη θεία έμπνευση και στο υπερβατικό μεγαλείο του Ελληνισμού.

Αν συγκρίνουμε το ωμό και χαμηλού προϋπολογισμού “Το Κελί Μηδέν” με το τι ακολούθησε, η αντίθεση είναι χαοτική.

Ο Σμαραγδής στράφηκε στη δημιουργία βιογραφικών υπερπαραγωγών μεγάλου προϋπολογισμού, συχνά με κρατική ή ισχυρή ιδιωτική χορηγία.

Σε αυτές τις ταινίες, επιχειρεί να αγιοποιήσει μεγάλες ιστορικές προσωπικότητες της Ελλάδας.

Τέτοιες ταινίες του ήταν ο “Καβάφης”, ο “El Greco”, “Ο Θεός αγαπάει το χαβιάρι” και ο “Καζαντζάκης” στην οποία να σημειωθεί ότι δέχθηκε έντονη κριτική για το γεγονός ότι παρουσίασε τον ανήσυχο, αιρετικό και συχνά συγκρουσιακό συγγραφέα με έναν υπερβολικά λυρικό, γραμμικό και εξιδανικευμένο τρόπο.

Οι μετέπειτα ταινίες του, αν και εντυπωσιακές σε παραγωγή και κοστούμια, στερούνται την ωμή, γνήσια κοινωνική αλήθεια ενός ντοκουμέντου όπως οι Ανθρωποφύλακες.

Ο λόγος που ο Σμαραγδής αποκηρύσσει το παρελθόν του δεν είναι επειδή η ταινία έλεγε ψέματα για τα βασανιστήρια, αλλά επειδή η οπτική γωνία της ταινίας, η σύγκρουση με το κράτος, η κρατική βία και οι μηχανισμοί καταπίεσης, δεν χωρούσαν πλέον στο σύμπαν που έχτισε αργότερα.

Ο μετέπειτα κινηματογράφος του δεν έχει σκοπό να ενοχλήσει το σύστημα ή να αναδείξει την κοινωνική αλλοτρίωση. Αντίθετα, είναι ένας κινηματογράφος συμφιλίωσης με τους θεσμούς, που υμνεί το ένδοξο παρελθόν, προβάλλει ασφαλή εθνικά πρότυπα και απευθύνεται σε ένα εντελώς διαφορετικό και πιο συντηρητικό ακροατήριο.

Δικαίωμα του βέβαια σαν πνευματικός παραγωγός να έχει τέτοια εξέλιξη αλλά γιατί να εξαφανίσει το πρώτο έργο του;

Σκέφτομαι τον Τζακ Λόντον ή τον Στάινμπεκ και άλλους δημιουργούς.
Και αυτοί είχαν μεταλλάξεις πολιτικές αλλά δεν έθαψαν τα προηγούμενα έργα τους. Ένας καλλιτέχνης μπορεί να έχει τις πιο τρομερές μεταστροφές, αλλά να αρνείται, να ντρέπεται και να καταπιέζει την κυκλοφορία των πρώην έργων του;
Πόσο απόλυτα ανώριμο και υποκριτικό είναι αυτό!

Η προσπάθεια ενός δημιουργού να διαγράψει το ίδιο του το έργο δείχνει τελικά βαθύ φόβο και μια πλήρη αδυναμία να συμφιλιωθεί με την προσωπική και ιστορική του εξέλιξη.

Ο Τζον Στάινμπεκ, παρότι στα γεράματά του συντηρητικοποιήθηκε σε βαθμό που υποστήριξε τον πόλεμο στο Βιετνάμ, ποτέ δεν διανοήθηκε να αποκηρύξει και να βγάλει εκτός κυκλοφορίας τα “Σταφύλια της Οργής” ή το “Σε αμφίβολη μάχη”.
Ο Τζακ Λόντον δεν έκρυψε ποτέ τη “Σιδερένια Φτέρνα»”.
(Κι ας σημειώσω εδώ ότι ο Τζακ Λόντον για τον οποία πέρασα μεγάλο μέρος της ζωής μου έχοντας μια εξιδανικευμένη εικόνα για τον ίδιο, ήταν και ρατσιστής και Κινεζόφοβος έχοντας βγάλει κι ένα άθλιο μυθιστόρημα στο οποίο υμνούσε την γενοκτονία των Κινέζων μέσω βιολογικού πολέμου!)

Κατανόησαν πως το έργο από τη στιγμή που εκδίδεται, αυτονομείται και ανήκει στην κοινωνία, όχι στις μετέπειτα ιδεολογικές αναδιπλώσεις του δημιουργού του.
Όταν ένας καλλιτέχνης φτάνει στο σημείο να θάβει το παρελθόν του, βιώνει την απόλυτη μορφή πνευματικής αλλοτρίωσης.

Στην ουσία, υποτάσσεται πλήρως στις μακροδομές της εξουσίας και του νέου του περιβάλλοντος, ακρωτηριάζοντας τη δική του ριζοσπαστική ιστορία για να αποδείξει την πίστη του στο νέο συντηρητικό κατεστημένο.

Είναι τελικά μια πράξη βίας απέναντι στην ίδια την τέχνη.

Ένα έργο που καταγράφει πραγματικά ιστορικά τραύματα και τα βασανιστήρια της Χούντας όπως “Το Κελί Μηδέν”, αποτελεί συλλογικό τεκμήριο.
Η απόκρυψή του για λόγους προσωπικού image είναι μια καθαρή ήττα του καλλιτέχνη απέναντι στη ματαιοδοξία του.
Η προσπάθεια ενός δημιουργού να εξαφανίσει το παρελθόν του είναι στην ουσία, μια ομολογία ήττας.

Όταν αναλύει κανείς τις μακροδομές της εξουσίας και το πώς αυτές επιβάλλουν τη συλλογική και ατομική αλλοτρίωση, η αυτολογοκρισία του καλλιτέχνη αποτελεί ίσως το πιο ακραίο σύμπτωμα υποταγής: ο δημιουργός ακρωτηριάζει την ίδια του την ιστορία για να γίνει αποδεκτός από το νέο κυρίαρχο κατεστημένο.

Ο Σμαραγδής δεν είναι η μόνη τέτοια περίπτωση

Από όσα γνωρίζω, αυτός ο ιδεολογικός αναθεωρητισμός έχει δυστυχώς αρκετά παραδείγματα στην παγκόσμια λογοτεχνία και τέχνη. Δημιουργοί που, όταν άλλαξαν στρατόπεδο, προσπάθησαν να σβήσουν τα ίχνη της ριζοσπαστικής τους νιότης.

Ξεκινώ με τον Μίλαν Κούντερα.
Ο Κούντερα είναι παγκοσμίως γνωστός ως ο κατεξοχήν συγγραφέας που αποδόμησε υποτίθεται τον ολοκληρωτισμό με βιβλία όπως “Η Αβάσταχτη Ελαφρότητα του Είναι” και “Το Αστείο”.
Αυτό που ελάχιστοι όμως γνωρίζουν γιατί ο ίδιος φρόντισε να το θάψει, είναι ότι στα νιάτα του υπήρξε ένθερμος, σχεδόν φανατικός, υποστηρικτής του σταλινικού κομμουνισμού στην Τσεχοσλοβακία.
Τη δεκαετία του ’50 έγραψε στρατευμένη κομμουνιστική ποίηση όπως η συλλογή “Ο Άνθρωπος, ένας φαρδύς κήπος” και θεατρικά έργα που υμνούσαν τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό. Όταν αργότερα εξελίχθηκε στον κορυφαίο διαφωνούντα και διέφυγε στη Γαλλία, απαγόρευσε ρητά την επανέκδοση, τη μετάφραση ή την οποιαδήποτε αναφορά σε αυτά τα πρώιμα έργα του. Τα διέγραψε εντελώς από την επίσημη εργογραφία του, απαιτώντας από τους μελετητές να συμπεριφέρονται σαν να μην γράφτηκαν ποτέ.

Μετά θυμόμαστε την περίπτωση του Auden.
Ο Γουίσταν Όντεν υπήρξε ίσως ο σπουδαιότερος αγγλόφωνος ποιητής της γενιάς του και ηγετική φωνή της Αριστεράς τη δεκαετία του 1930. Έγραψε το απόλυτο αντιφασιστικό ποίημα της εποχής, το Ισπανία 1937, στηρίζοντας τους Δημοκρατικούς στον Ισπανικό Εμφύλιο, καθώς και το εμβληματικό “1η Σεπτεμβρίου 1939”.

Μεταπολεμικά όμως ο Όντεν στράφηκε σε έναν συντηρητικό Αγγλικανισμό και απογοητεύτηκε πλήρως από την πολιτική. Άρχισε να νιώθει απέχθεια για την παλιά του στράτευση. Θεώρησε τα πιο διάσημα πολιτικά του ποιήματα “ρητορικά σκουπίδια” και “ανέντιμα”. Απαγόρευσε στους ανθολόγους να τα τυπώνουν όσο ζούσε ή τους υποχρέωνε να κόβουν τις πιο ριζοσπαστικές στροφές. Ήθελε να καταστρέψει τη μνήμη της ίδιας του της πολιτικής επιρροής.

Μια ξεχωριστή ιδιότυπη περίπτωση ήταν ο Ελία Καζάν.
Η περίπτωσή του είναι ίσως η πιο σκοτεινή στο Χόλιγουντ, γιατί δείχνει πώς ο φόβος της εξουσίας αλλοτριώνει πλήρως τον δημιουργό.
Τη δεκαετία του ’30, ο Καζάν ήταν μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος και του ριζοσπαστικού Group Theatre.
Την εποχή όμως του Μακαρθισμού και για να σώσει την προσοδοφόρα καριέρα του, λύγισε. Κατέδωσε τους παλιούς συντρόφους και συναδέλφους του καταστρέφοντας τις ζωές τους.
Αν και δεν μπορούσε τεχνικά να διαγράψει τα παλιά του έργα, έκανε κάτι εξίσου κυνικό: γύρισε το βραβευμένο “Το Λιμάνι της Αγωνίας” (On the Waterfront) ως ιδεολογικό άλλοθι.
Μετέτρεψε τον καταδότη (Μάρλον Μπράντο) σε ηρωικό πρόσωπο που τα βάζει με τη διεφθαρμένη εξουσία, προσπαθώντας ουσιαστικά να ξαναγράψει την ιστορία της δικής του προδοσίας και να την δικαιολογήσει ηθικά.

Και μια τελευταία περίπτωση που θέλω να αναφέρω είναι του Ιγκνάτσιο Σιλόνε.
Υπήρξε ο συγγραφέας του εμβληματικού αντικαπιταλιστικού και αντιφασιστικού μυθιστορήματος “Φονταμάρα” όπως και υπήρξε ιδρυτικό μέλος του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος.

Όταν αργότερα ήρθε σε ρήξη με τον κομμουνισμό και υιοθέτησε έναν χριστιανικό σοσιαλισμό (που αργότερα αποκαλύφθηκε πως είχε και ύποπτες επαφές με την CIA στον Ψυχρό Πόλεμο), άρχισε να ξαναγράφει και να αναθεωρεί τα παλιά του κείμενα. Άλλαζε τις εκδόσεις των βιβλίων του για να απαλύνει τις ταξικές αιχμές και να ταιριάζουν περισσότερο στο νέο του μετριοπαθές προφίλ.

Η διαφορά όλων αυτών των δημιουργών με τον Στάινμπεκ ή τον Λόντον είναι η διαφορά ανάμεσα στον άνθρωπο που αλλάζει (έστω και προς το χειρότερο) αλλά αναλαμβάνει την ευθύνη του παρελθόντος του, και σε αυτόν που λειτουργεί ως άνθρωπος-χαμαιλέοντας. Ο δεύτερος βλέπει την τέχνη του όχι ως κατάθεση αλήθειας, αλλά ως εργαλείο δημοσίων σχέσεων που πρέπει να προσαρμόζεται στο κατεστημένο.

Η ουσία αυτής της διαμάχης

Πηγαίνοντας την συζήτηση και στα αδημοσίευτα έργα και στις επιθυμίες των δημιουργών τους να μην δημοσιευτούν μετά τον θάνατο τους.

Σε ένα γενικότερο επίπεδο, η συζήτηση αυτή φαίνεται να περιστρέφεται γύρω από την σύγκρουση δύο θεμελιωδών δικαιωμάτων: του απόλυτου ελέγχου του ατόμου πάνω στο πνευματικό του δημιούργημα έναντι του δικαιώματος της κοινωνίας στην ιστορική αλήθεια και τη συλλογική μνήμη.

Η μία πλευρά υποστηρίζει τον απόλυτο σεβασμό στη βούληση του συγγραφέα. Με αυτή την λογική, ένα έργο τέχνης ή ένα δοκίμιο αποτελεί προέκταση του εαυτού.

Αν ένας δημιουργός, στην ωριμότητά του, κρίνει ότι ένα νεανικό του έργο είναι αισθητικά ανάξιο ή ιδεολογικά επικίνδυνο, η παραβίαση της διαθήκης ή της ρητής επιθυμίας του συνιστά παραβίαση της ίδιας του της προσωπικότητας.
Είναι το λεγόμενο ατομικό ηθικό δικαίωμα.

Το επιχείρημα εδώ είναι πως ο μελετητής δεν έχει καμία νομιμοποίηση να λειτουργεί ως τυμβωρύχος, αγνοώντας τη ρητή βούληση του δημιουργού απλώς και μόνο για να ικανοποιήσει την ακαδημαϊκή του περιέργεια ή για να εκθέσει τις αντιφάσεις του.

Όμως το ισχυρότερο επιχείρημα υπέρ της έκδοσης βασίζεται στην ιστορική και κοινωνική αξία του έργου.

Κάθε κείμενο, ιδίως όταν μιλάμε για ογκώδη συγγράμματα ή για ταινίες όπως το Κελί Μηδέν, αυτονομείται από τη στιγμή που παίρνει μορφή.
Παύει να αποτελεί αποκλειστική ιδιοκτησία ενός προσώπου και μετατρέπεται σε οργανικό κομμάτι της εποχής του.

Όταν ένας συγγραφέας (όπως ο Κούντερα ή ο Όντεν) αποκτά δημόσιο βήμα και επηρεάζει γενιές ανθρώπων, η διανοητική του διαδρομή αποκτά ιστορικό βάρος. Η κοινωνία έχει το δικαίωμα, αν όχι την υποχρέωση, να γνωρίζει ολόκληρη την αλήθεια για το πώς διαμορφώθηκαν οι ιδέες του.

Η απόκρυψη κειμένων που αποδεικνύουν τη σύμπλευση με σταλινικά κράτη τα οποία οι ίδιοι μετά αποκήρυξαν, δεν προστατεύει τον συγγραφέα.

Αντίθετα, παραχαράσσει την Ιστορία και αλλοιώνει τα συμπεράσματα των επόμενων γενεών.

Η παγκόσμια ιστορία της τέχνης πάντως, έχει ήδη πάρει θέση υπέρ της διάσωσης των έργων, ακόμα και ενάντια στη θέληση των δημιουργών τους.

Η πιο διάσημη “προδοσία” είναι αυτή του Μαξ Μπροντ. Ο Κάφκα του ζήτησε ρητά να κάψει όλα του τα αδημοσίευτα χειρόγραφα μετά τον θάνατό του όπως Η Δίκη και Ο Πύργος.
Ο Μπροντ αρνήθηκε και τα εξέδωσε. Χωρίς αυτή την αθέτηση του λόγου του, η παγκόσμια λογοτεχνία του 20ού αιώνα θα ήταν απλώς φτωχότερη.

Έχουμε παράδειγμα και από την αρχαιότητα.
Ο Ρωμαίος ποιητής Βιργίλιος ζήτησε στο κρεβάτι του θανάτου του να καταστραφεί η Αινειάδα επειδή την θεωρούσε ατελή.
Ο Αυτοκράτορας Αύγουστος παρενέβη και διέταξε την έκδοσή της.

Έχουμε όμως και ένα εντελώς διαφορετικό παράδειγμα με την περίπτωση του Καρλ Μαρξ.
Κι αυτός είχε ζητήσει την καταστροφή των αδημοσίευτων έργων του όταν θα πέθαινε αλλά ευτυχώς δεν ικανοποιήθηκε η επιθυμία του.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις μιλάμε για πνευματικά έργα που ποτέ δεν δημοσιεύτηκαν όταν ζούσε ο πνευματικός παράγωγος τους. Δεν μιλάμε καν για έργα που είχαν ήδη δημοσιευτεί όταν ζούσαν οι δημιουργοί τους και οι οποίοι μετά ήθελαν να τα εξαφανίσουν!

Για μένα αυτό το θέμα είναι ξεκάθαρο και εκφράζεται εύκολα με μια αναλογία-μεταφορά που δεν την διατύπωσα πρώτος αλλά μου ήρθε πηγαία και αυθόρμητα όπως και λογικά και ουσιαστικά γιατί και ο ίδιος είμαι πνευματικός δημιουργός.

Τα πνευματικά δημιουργήματα για έναν πνευματικό δημιουργό που τα παράγει είναι όπως τα παιδιά που γεννάει.

Αποκτούν την δική τους ζωή από την στιγμή που δημιουργηθούν στον κόσμο και σαν γονέας μπορεί να τα προστατεύσει και να τα αγαπήσει ή ακόμα και με τα χρόνια και να τα μισήσει ή να τα αρνηθεί αν εξελιχθεί σε τέτοιο σκληρό γονέα τους
αλλά ποτέ να τα σκοτώσει και να τα χρησιμοποιήσει με στενή οικονομική λογική.
Αλλιώς θα ήταν ή παιδοκτόνος ή εκμεταλλευτής που βλέπει σε αυτά μόνο το χρήμα.
Και για αυτό δικαιολογώ τον Στάινμπεκ αλλά όχι τον Κούντερα.

Ο Στάινμπεκ απαρνήθηκε και μίσησε ίσως τα παλιά παιδιά του, δεν τα σκότωσε όμως όπως ο Κούντερα.

Η πνευματική δημιουργία δεν μπορεί και δεν πρέπει να υποτάσσεται στην κυνική λογική του κέρδους.

Σε αυτή την αναλογία-μεταφορά που όπως κάθε αναλογία-μεταφορά έχει τα όρια της και δεν μεταφέρει ταύτιση νοημάτων αφού τα φυσικά παιδιά πάντα θα έχουν και μεγάλες ουσιαστικές διαφορές με τα πνευματικά παιδιά, είναι απολύτως θεμιτό ένας πνευματικός γονέας να αλλάξει, να απογοητευτεί ή ακόμα και να αποξενωθεί από το “παιδί” του μεγαλώνοντας.

Ο Στάινμπεκ απαρνήθηκε ιδεολογικά το παρελθόν του, αλλά σεβάστηκε το γεγονός ότι το έργο του είχε πλέον την δική του ζωή. Δεν άπλωσε το χέρι του να το πνίξει.

Το ξαναγράφω για να το τονίσω: Η εξαφάνιση και η απαγόρευση των πρώιμων έργων αποτελεί μια πράξη βίας στην τέχνη και στην ιστορία των ιδεών.

Στις περιπτώσεις του Κούντερα και του Σμαραγδή, οι δημιουργοί συμπεριφέρθηκαν στα δημιουργήματά τους σαν πνευματικοί παιδοκτόνοι αλλά και σαν αδίστακτοι ιδιοκτήτες που αποσύρουν ένα ελαττωματικό προϊόν από την αγορά επειδή ζημίωνε το μεταγενέστερο status τους.

Το να βλέπει ένας δημιουργός το ίδιο του το έργο μέσα από τον στενό φακό της διαχείρισης εικόνας, έτοιμος να το “σκοτώσει” αν δεν εξυπηρετεί πλέον τα συμφέροντά του, μετατρέπει την τέχνη σε μια στυγνή και υπολογιστική συναλλαγή.

Μεγάλο κείμενο μου βγήκε πάλι αλλά ήθελα να θίξω σε αυτό πολλά και διάφορα που ήθελα από καιρό να θίξω.

Η χαμένη ταινία “Το Κελί Μηδέν” ήταν μια αφορμή για αυτό.

Αλλά για μένα έχει και μια πιο ειδική συναισθηματική αξία που αφορά και την μνήμη του πατέρα μου και την χρονιά που γεννήθηκα αλλά και την απλή περιέργεια.

Άξιζε όντως τόσο αυτή η ταινία όσο μου είχε πει ο πατέρας μου;
Ποιος την έχει δει να μας πει την γνώμη του;
Ποιος έχει ακόμα πρόσβαση σε αυτή και θέλει να την ανεβάσει στο ίντερνετ;

Για πόσο ακόμα θα μας στερούν την ευκαιρία να την δούμε και να έχουμε την δική μας άποψη για αυτή;

Και τέλος, ποιος και που έχει κάνει καταγραφή ανάλογων περιπτώσεων;
Πόσα είναι τα πνευματικά έργα που θέλησαν να θάψουν και να μας στερήσουν όπως η ταινία “Το Κελί Μηδέν”;

Με αγάπη προς εσένα
Γρηγόρης Αρετάκης

(Αγαπητέ Γρηγόρη, βασανίζεσαι αυγουστιάτικα. Γρηγόρη, εσύ έχεις τις ίδιες απόψεις για όλα τα θέματα, όπως όταν ήσουν 20-25 χρονών; Όχι, ακόμα και ο πιο δογματικός άνθρωπος αλλάζει απόψεις για κάποια θέματα στο πέρασμα του χρόνου. Και αυτό συμβαίνει γιατί αλλάζει ο κόσμος γύρω του και μέσα του. Σε έναν κόσμο που αλλάζει διαρκώς, πρέπει να αλλάξεις για να παραμείνεις ο εαυτός σου. Αυτό συμβαίνει και στους δημιουργούς. Εντάξει, υπάρχουν και δημιουργοί -όπως και απλοί άνθρωποι- που αλλάζουν απόψεις ανάλογα με το ποιος τους χρηματοδοτεί. Επίσης, δεν καταλαβαίνω την εμμονή πολλών ανθρώπων με ταινίες που βασίζονται σε βιβλία, όπως συνέβη πρόσφατα και με την χολιγουντιανή Οδύσσεια. Δεν υπάρχει η ταινία του Σμαραγδή, υπάρχουν όμως -πιθανότατα και ελεύθερα στο Διαδίκτυο- τα δυο βιβλία στα οποία βασίστηκε η ταινία του Σμαραγδή. Όποιος θέλει, ας τα διαβάσει. Άλλωστε, δεν θα υπήρχε η ταινία του Σμαραγδή, αν δεν υπήρχαν τα βιβλία. Ωραίες οι ταινίες αλλά εγώ επιμένω πως τα βιβλία είναι καλύτερα. Και το γράφω αυτό σε μια εποχή που οι άνθρωποι δεν διαβάζουν αλλά κοιτάνε συνέχεια βλακώδη βιντεάκια. Έχει γίνει το μυαλό τους βόθρος. Και συνεχίζουν. Γρηγόρη, χωρίς καμία διάθεση πατροναρίσματος, θα σου πρότεινα να προσπαθήσεις να κατανοήσεις την ανθρώπινη φύση. Ο ίδιος άνθρωπος είναι ικανός για το καλύτερο και για το χειρότερο. Παραδείγματα άπειρα. Και σε απλούς ανθρώπους, και σε σπουδαίους δημιουργούς. Ο Μάρτιν Χάιντεγκερ ήταν μάλλον ο κορυφαίος φιλόσοφος του περασμένου αιώνα αλλά ήταν και ναζιστής. Ο υπέροχος Έζρα Πάουντ ήταν φασίστας και οπαδός του Μουσολίνι. Ζούμε σε μια εποχή που πολλοί άνθρωποι ζητούν από τους άλλους ανθρώπους την απόλυτη εντιμότητα και καθαρότητα, ενώ οι ίδιοι είναι καθάρματα. Γενικά, πολλή κριτική και πολλή ακύρωση. Η χούντα στο μυαλό των ανθρώπων. Γέμισε ο τόπος μπάτσους. Εκτός από ανόητο, είναι και αντιαισθητικό. Επίσης, είναι τιμητικό για κάποιον να μη γίνει η κηδεία του δημοσία δαπάνη. Δεν καταλαβαίνω ποιος αξιοπρεπής άνθρωπος θα επιθυμούσε να γίνει η κηδεία του δημοσία δαπάνη. Καλά μπάνια. Την αγάπη μου.)

Το pitsirikos.net χρειάζεται τη βοήθειά σου

Στήριξε οικονομικά το pitsirikos.net για να συνεχίσει να υπάρχει μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία. Οι τρόποι στήριξης εδώ.

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.