Ηλίας vs Musk και άλλες ιστορίες

Η επιβίωση του pitsirikos.net εξαρτάται αποκλειστικά από τους αναγνώστες του. Γίνετε συνδρομητές εδώ.

Αγουροξυπνημένος ήμουν, αγαπημένε μου Πιτσιρίκο, όταν η είδηση του θανάτου του -ιδιαίτερα συμπαθούς σε εμένα και γενικότερα δημοφιλή και αγαπητού- Γιώργου Μαζωνάκη έφτασε στα αυτιά μου.

“Υπερβολική δόση ή αυτοκτονία;” ρώτησα. Κάτι είχα ακούσει τον τελευταίο καιρό για εισαγωγή του σε ψυχιατρικό ίδρυμα με εισαγγελική παραγγελία, οπότε πήγα λίγο σε mode χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου. “Ανακοπή” ήταν η απάντηση, “…άρα υπερβολική δόση”, είπα με βεβαιότητα, μέχρι που άνοιξα το ίντερνετς.

Φυσικά, μέχρι να βγει το πόρισμα του ιατροδικαστή κανείς δεν ξέρει, άλλα εδώ κάνω μία παρένθεση.

Η μουσική του Μαζωνάκη δεν μου άρεσε ποτέ, όπως και όλο αυτό το στυλ μουσικής αλλά περί γούστου και ορέξεως λόγος δεν μας πέφτει. Από την άλλη όμως, όποτε τον έβλεπα θυμόμουν πάντα την διήγηση ενός συμφοιτητή που ήταν του γούστου του. Μία φορά, κάπου στα ένδοξα 2000 και κάτι, ο συμφοιτητής μου πήγε σε ένα μαγαζί που τραγουδούσε κάποιος άλλος. Ο Μαζωνάκης δεν ήταν στο πρόγραμμα, αλλά καθόταν άρχοντας πρώτο τραπέζι πίστα. Όταν το πρώτο όνομα -δεν θυμάμαι ποιος ήταν αλλά και να θυμόμουν δεν θα το έγραφα- βγήκε στη σκηνή, ήταν τόσο λιώμα από το μεθύσι και ποιος ξέρει τι άλλο, που δεν μπορούσε να σταθεί όρθιος. Ο Μαζωνάκης σηκώθηκε σαν να μην έτρεχε τίποτα, και καλά φιλική συμμετοχή, και τραγούδησε όλο το πρόγραμμα.

F*cking good lad, που λένε και στο χωριό μου. Καλό παλικάρι.

Το στυλ του ήταν αυθεντικό, ίσως υπερβολικό σε σημείο καρικατούρας. Αλλά συνειδητής και αυθεντικής καρικατούρας, περσόνας. Γι αυτό, όσο και να μην ήταν του γούστου μου, μου ήταν απίστευτα συμπαθής.

Κλείνει η παρένθεση και πάω στο ψητό. Ο άνθρωπος πέθανε σε μία ιδιωτική κλινική, βασικά ένα ιατρείο, που από τα πρώτα στοιχεία που δίνονται στη δημοσιότητα λειτουργούσε κατά πάσα πιθανότητα εφαρμόζοντας παράνομες ιατρικές πράξεις. Μπήκα στην ιστοσελίδα του, κλασικές παπάτζες ολιστικής ψευδοεπιστήμης, καμίας ή ελάχιστης επιστημονικής αξίας και κλινικής εφαρμογής. Στην καλύτερη πανάκριβα placebo, στην χειρότερη επιβλαβή και επικίνδυνα για τη ζωή.

Ναι, ναι, ξέρω, γιατί, στα νοσοκομεία δεν πεθαίνει κόσμος; Ναι, πεθαίνει. Κυρίως γιατί νοσεί βαριά, ή γιατί η ανεπάρκεια πόρων και η εξουθένωση του προσωπικού οδηγεί σε λάθη που θα μπορούσαν να έχουν αποφευχθεί. Σε ένα σύστημα διεφθαρμένο στην βάση του, αυτά τα φαινόμενα είναι στατιστικά πιο συχνά, όπως και τα εργατικά, τα τροχαία, τα εγκλήματα. Συνεχίστε να ψηφίζετε αυτούς που ψηφίζετε και θα δείτε πόσο χειρότερα θα πάει. Θα μου πεις, λες και υπάρχουν εναλλακτικές.

Point taken.

Κάτι άλλο που σκέφτηκα όμως είναι το εξής: Κρίμα που δεν θα είμαι εκεί όταν πεθάνω, να γελάσω και να μου πω “είδες μωρέ μ@λάκα, δεν ήταν τίποτα, πέρασε”. Όλη αυτή η τραγικωμωδία στην οποία ο καθένας από εμάς παίζει ταυτόχρονα ρόλο κομπάρσου και πρωταγωνιστή, είναι εφήμερη με ανθρώπινα μεγέθη, μηδαμινή και ασήμαντη σε κοσμική κλίμακα. Οι ζωές κάποιων λίγων τυχερών σημαδεύονται από ομορφιά, αλλά του μεγαλύτερου μέρους σημαδεύονται από δυστυχία. Όταν λέω ομορφιά, εννοώ ομορφιά και όχι πλούτη. Αλλά, άντε να δώσεις στον περισσότερο κόσμο, να καταλάβει την διαφορά.

Μία καρέκλα πιάνει ο κώλoς του πλούσιου, μία και του φτωχού. Ναι, αλλά είναι ίδια; Όχι, γι’ αυτό όταν σηκώνεται ο πλούσιος υποφέρει, ενώ ο φτωχός δεν δίνει σημασία. Όποιος έχει καθίσει σε σκληρή καρέκλα για ώρες ή έχει κοιμηθεί σε ξεχαρβαλωμένο στρώμα, καταλαβαίνει ακριβώς τι εννοώ. Μερικές φορές είναι λύτρωση.

Πώς να ευχαριστηθείς τον ύπνο, όταν η ζωή σου είναι ξεκούραστη και γεμάτη χλιδή; Ενώ όταν είναι κουραστική, ο ύπνος είναι οχτάωρη λύτρωση. Άσε που μπορεί να δεις και κανένα γαμάτο όνειρο και να γουστάρεις, ενώ, αν είσαι πλούσιος, το όνειρο το ζεις μέχρι αηδίας και κορεσμού.

Έχει ο άλλος δισεκατομμύρια, και; Ένα πιάτο φαγητό μπορεί να φάει αυτός, ένα και εγώ. Ναι, αλλά τι τρώει αυτός και τι τρώω εγώ; Ωραία, αλλά εγώ, όταν γιορτάζω, τρώω γαμάτα, ο πλούσιος τι τρώει; Ό, τι τρώει κάθε μέρα.

Και όταν βρίσκω τους φίλους μου; Απόλαυση! Ενώ όταν ο πλούσιος βρίσκει τους φίλους του; Μία από τα ίδια, για φράγκα μιλάνε. Ό,τι λένε κάθε μέρα.

Σημείωση: Δεν πλασάρω την φτώχεια σαν ευλογία, κατάρα είναι. Αυτό που θέλω να πω είναι πως η ομορφιά στη ζωή δεν εξαγοράζεται. Ή έχεις την ικανότητα να την δεις -και να σωθείς, όπως λέει και ένας φίλος- ή δεν θα σωθείς από μηδενικά σε έναν τραπεζικό λογαριασμό. Γιατί, όπως και να το κάνουμε, τα μηδενικά είναι ο ορισμός του τίποτα. Αν είσαι τίποτα, μερικά μηδενικά προσθέτουν τίποτα στην ύπαρξή σου.

Έχω δύο φιλαράκια στο χωριό, την Τούλα και τον Ηλία. Συνομήλικοι, την Τούλα την θυμάμαι απ΄όταν θυμάμαι τον εαυτό μου. Έμενε με τους γονείς στο σπίτι απέναντι από τη γιαγιά μου. Θυμάμαι πάντα την μάνα της να έχει έρθει με το μπουκάλι με το γάλα από την κατσίκα που είχε αρμέξει, για τον πατέρα μου. Το κρατούσε στην αγκαλιά της κυριολεκτικά, λες και είχε έρθει η ταπεινή αγρότισσα να φέρει το ταπεινό δώρο στον άρχοντα, βλέπεις ο πατέρας μου ήταν μορφωμένος και τον σεβόντουσαν στο χωριό της μάνας μου. “Για τον Γρηγόρη, που του αρέσει” είπε στην μάνα μου, σχεδόν με ντροπή που ήταν μόνο γάλα, μόνο τόσο λίγο. Πάνε σαράντα χρόνια, ίσως περισσότερο, και την θυμάμαι ακόμα. Γι αυτό την τρελαίνω στην αγκαλιά και στα φιλιά -όπου την βρω- την θειά την Κατίνα.

Κάθε φορά μου λέει σχεδόν με δάκρυα στα μάτια “πού να σι γνώρ΄ζα παιδί μ΄ άμα δε μ΄μίλαγες;”, ενώ προσπαθώ και εγώ να μη δακρύσω που τη θυμάμαι με το μπουκάλι το γάλα αγκαλιά.

Η Τούλα και ο Ηλίας έφτυσαν αίμα στη ζωή τους από δέκα χρονών και συνεχίζουν να φτύνουν. Αλλά μία μέρα αγέλαστους δεν τους έχω δει. Πάρτε τα παπάρια τους, Ζούκερμπεργκ, Μασκ και λοιποί δυστυχισμένοι. Τίποτα από τα δηλητήριά σας δεν θα θυμάμαι περισσότερο από ένα ζευγάρι χέρια με ένα μπουκάλι γάλα. Α, και την ιστορία που λέει πάντα η Τούλα γελώντας, ότι στο δημοτικό ο Ηλίας είχε γράψει στο τετράδιό του “όταν θα μεγαλώσω θα παντρευτώ την Τούλα του Μπούρου”. Όταν οι άλλοι κατέβαιναν από το λεωφορείο να πάνε γυμνάσιο, ο Ηλίας έκρυβε την τσάντα πίσω από έναν θάμνο στη στάση και πήγαινε στην οικοδομή χωρίς να το ξέρουν οι γονείς του. Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε, είκοσι, την ξαναβρήκε την Τούλα και την παντρεύτηκε. Έχουν τρία παιδιά.

Talking about chasing your dreams. Τι να του πει του Ηλία ο Μασκ που θέλει να κατακτήσει το διάστημα; Ο Ηλίας κατέκτησε την Τούλα και δεν θα την άλλαζε για τα τρισεκατομμύρια του Μασκ.

Κάπου εδώ όμως πρέπει να κλείσω το παραλήρημα και να πέσω για ύπνο, γιατί από αλλού ξεκινάω και αλλού καταλήγω και δεν βγάζω νόημα. Ίσως απλά θέλω να πω ότι τα πράγματα είναι εφήμερα, ότι δεν αξίζει να ρισκάρεις για ανόητα και άχρηστα πράγματα, ότι ένα μπουκάλι γάλα για έναν άνθρωπο μπορεί να κάνει το παιδί του να σε θυμάται για πάντα με αγάπη, ότι αν περιμένεις υπομονετικά θα βρεις την Τούλα σου.

Στέλνω την αγάπη μου

Βασίλης

(Φίλε Βασίλη, ο Γιώργος Μαζωνάκης πέθανε την Παγκόσμια Ημέρα Ομορφιάς -9 Σεπτεμβρίου-, ενώ πέθανε την ίδια μέρα με τον Μάο Τσετούνγκ· απλά, το σκέφτηκα και το γράφω. Για την τέχνη του και την προσωπικότητά του δεν γνωρίζω ιδιαίτερα πράγματα -μου φαινόταν συμπαθής γιατί έμοιαζε να μην τον νοιάζει ιδιαίτερα-, ενώ δεν έχω ιδέα για τα θέματα ιατρικής φύσης -που τα θεωρώ προσωπικά και απόρρητα- αλλά και για τα αίτια του θανάτου του· υποθέτω πως θα αποφανθούν οι αρμόδιες αρχές. Βασίλη, η ζωή είναι εφήμερη, οπότε δεν καταλαβαίνω γιατί λυσσάνε τόσοι άνθρωποι να κάνουν σχέδια, να χτίζουν σπίτια, ξενοδοχεία, περιουσίες, ιδιοκτησίες και να μαζεύουν λεφτά σαν τρελοί. Μάλλον επειδή ζούμε πολύ πια -το προσδόκιμο ζωής στην Ελλάδα πλησιάζει τα 82 χρόνια-, οπότε μάλλον πολλοί άνθρωποι νομίζουν πως θα ζήσουν για πάντα, ενώ, επειδή ζουν περισσότερο, ξεσκίζονται και στις αναλύσεις για τα πάντα αλλά και στην ανάλυση των “τραυμάτων” που τους προκάλεσαν οι “άλλοι”: γονείς, δάσκαλοι, συμμαθητές, σύζυγοι, εραστές, φίλοι κλπ. Παλιότερα, οι άνθρωποι δεν είχαν χρόνο γι’ αυτά, γιατί τα είχαν τινάξει. Όχι πολλά χρόνια πριν, όταν πέθαινε ένας άνθρωπος 54 χρονών -όσο ήταν ο Μαζωνάκης- έλεγαν “πέθανε ένας γέρος”, τώρα λένε “ήταν πολύ νέος”. Σκέφτομαι πως δεν έχει σημασία πόσο ζεις αλλά πώς ζεις. Άλλοι τα ζουν όλα μέσα σε τριάντα χρόνια, άλλοι δεν ζουν τίποτε σε εκατό χρόνια. “Να ζούμε για να ζούμε δεν βλέπω την ουσία, γιατί δεν είναι ευ ζην αυτό, αυτό είναι ευθανασία” έγραψε η Λίνα Νικολακοπούλου. Βασίλη, η όμορφη ζωή δεν διαφημίζεται· την ζεις και τη χαίρεσαι, και επειδή τη σέβεσαι, δεν την επιδεικνύεις. Να ζήσουμε ό,τι μας αναλογεί, να δούμε την ομορφιά και να έχουμε έναν γαλήνιο και αξιοπρεπή θάνατο. Μετά δεν θα μας νοιάζει τίποτα. Όταν πεθαίνει κάποιος “διάσημος”, αυτά που γράφουν και λένε οι άλλοι για αυτόν, λένε περισσότερα για τους ίδιους παρά για τον νεκρό. Που, άλλωστε, δεν θα μάθει τίποτε από όλα αυτά. Να είσαι καλά. Την αγάπη μου.)

Το pitsirikos.net χρειάζεται τη βοήθειά σου

Στήριξε οικονομικά το pitsirikos.net για να συνεχίσει να υπάρχει μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία. Οι τρόποι στήριξης εδώ.

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.