Η ψυχολογία της μεσαίας τάξης
Αγαπημένε μου Πιτσιρίκο,
Δύο εκθέσεις που ήρθαν στην αντίληψή μου πρόσφατα, ήρθαν να επαληθεύσουν κάτι που είχες γράψει παλαιότερα.
Από τότε που η Αριστερά σταμάτησε να μιλάει για κοινωνικές τάξεις και σήκωσε την σημαία της ταυτότητας στην προσπάθειά της να εκμοντερνιστεί επικοινωνιακά και να αφομοιώσει τις συλλογικότητες που αγωνίζονταν για την ισότητα των φύλων, το διεμφυλικό ζήτημα και τις φυλετικές διακρίσεις, τα αριστερά κόμματα φαίνεται να τρώνε την μια σφαλιάρα μετά την άλλη.
Κι αυτό, γιατί, ενώ όλοι αυτοί οι αγώνες για ισότητα αποτελούσαν πάντα ζητήματα στον χώρο της Αριστεράς, κανένα από αυτά ξεχωριστά δεν συνδέεται με μια άλλη ανισότητα, μια ανισότητα που φαίνεται να είναι ο κοινός παρανομαστής κάθε κοινωνικής παθολογίας: την ταξική ανισότητα.
Ταξική πάλη το έλεγε ο μούσιας, αλλά σιωπή, γιατί, αν τυχόν και ακούσουν αυτά τα παλαιομαρξιστικά οι ψηφοφόροι, θα απομακρυνθούν από το κίνημα.
Τελικά, απομακρύνθηκαν ούτως ή άλλως.
Κανένας δεν μιλάει για κοινωνικές τάξεις πια, λες και ένας πλούσιος μαύρος έχει τις ίδιες ευκαιρίες με έναν φτωχό, ή λες και η σεξoυαλική παρενόχληση μιας εργάτριας σε μια αποθήκη αντιμετωπίζεται με τους ίδιους όρους που θα αντιμετωπιζόταν η παρενόχληση μιας διευθύντριας σε κάποια πολυεθνική, ή λες και ένας πλούσιος ομοφυλόφιλος που ζει σε μια βίλα στο Μπέβερλι Χίλλς αντιμετωπίζει τον ίδιο ρατσισμό με αυτόν που αντιμετωπίζει ένας μισθωτός ομοφυλόφιλος στην Καλαμάτα.
Παρά το γεγονός ότι η οικονομική ανισότητα χτυπάει κόκκινο και η κοινωνική κινητικότητα, δηλάδή, η δυνατότητα να ανέλθεις κοινωνική τάξη, θεωρείται ανέκδοτο στους κύκλους των κοινωνιολόγων παγκοσμίως, όποιον και να ρωτήσεις, θα σου πει ότι ανήκει στην μεσαία τάξη.
Σύμφωνα με την έκθεση του ΟΑΣΑ για την κοινωνική κινητικότητα, για να ανέλθει κάποιος που γεννιέται στην Ελλάδα σε μια οικογένεια χαμηλού εισοδήματος και να πλησιάσει το μέσο εισόδημα στη χώρα, χρειάζεται γύρω στις 4 γενεές.
Πάρ’ όλα αυτά, η κοινωνική ψευδαίσθηση έχει φτάσει σε τέτοια επίπεδα, που είμαι σίγουρος ότι ο γιατρός σου πιθανότατα θεωρεί τον εαυτό του μεσαία τάξη, όπως το ίδιο κάνει και ο άνθρωπος που κόβει γύρο στο γυράδικο της γειτονιάς σου.

Στις ΗΠΑ, η δυσφορία που προκλήθηκε στους υπεύθυνους του Υπουργείου Εμπορίου στο να δώσουν έναν ορισμό για το τι είναι η ‘μεσαία τάξη’, μετά από μια μελέτη τους το μακρινό 2008, τους οδήγησε στο συμπέρασμα ότι η ‘μεσαία τάξη’ είναι μια ‘κατάσταση του νου’, ένα state of mind που λέμε και στο χωριό μου, που συνδέεται τόσο με τις επιθυμίες του καθενός, όσο και με το εισόδημα του.
Δηλαδή, με λίγα λόγια, ακόμα και αν το εισόδημά σου δεν είναι αρκετό, ό,τι δεν φτάνει κανείς με τα λεφτά, το φτάνει με την φαντασία του.
Το Υπουργείο ανέφερε ότι η κατοχή αυτοκινήτου, η απόκτηση ενός εφεδρικού κεφαλαίου για σύνταξη και η δυνατότητα να πάρει κανείς διακοπές με την οικογένειά του, ήταν εξίσου καλή με οποιαδήποτε άλλη ένδειξη για να προσδιοριστεί αν κάποιος ανήκει στην μεσαία τάξη ή όχι.
Δεν ξέρω σχεδόν κανέναν στην Ελλάδα που να πληροί και τα τρία αυτά κριτήρια, εκτός από το αυτοκίνητο.
Ας δούμε επιγραμματικά, λοιπόν, πώς παρουσιάζεται η κατάσταση της ανισότητας στην Ελλάδα.
Η κατανομή των καταθέσεων στις ελληνικές τράπεζες είναι παρόμοια με την κατανομή της περιουσίας στην Ελλάδα, γενικότερα, όπου το πλουσιότερο 10% των νοικοκυριών στην Ελλάδα κατέχει περίπου το 50% της περιουσίας της χώρας.
Σε ό,τι έχει να κάνει με τις καταθέσεις, το πλουσιότερο 2% των Ελλήνων καταθετών, με καταθέσεις από 50.000 ευρώ και άνω, κατέχει το 58% των συνολικών καταθέσεων στις τράπεζες.
Τα δύο-τρίτα από αυτές τις καταθέσεις των πλούσιων Ελλήνων, ανήκουν στο πλουσιότερο 0.7% των καταθετών, οι οποίοι με καταθέσεις άνω των 100.000 ευρώ, συγκεντρώνουν συνολικά 77 δις.
Αυτά δεν τα λέω εγώ. Αυτά τα λέει η έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος.
Να το επαναλάβω;
Το 0.7% των πλουσιότερων καταθετών στην Ελλάδα, συγκεντρώνουν συνολικά 77 δισεκατομμύρια ευρώ.
Για μέτρο σύγκρισης, απλά να πω, πως το 73% των Ελλήνων καταθετών, οι οποίοι έχουν μέχρι 1.000 ευρώ στην τράπεζα, ελέγχουν μόνο το 1.4% των συνολικών καταθέσεων, γύρω στα 2.6 δις. ευρώ συνολικά.
Παρά το γεγονός, λοιπόν, ότι το 73% των Ελλήνων δεν κατέχει ούτε ένα μηνιάτικο στην τράπεζα, όποιον και να ρωτήσεις, θα σου πει ότι ανήκει στην μεσαία τάξη.
Οπότε, εύκολα καταλήγουμε στο συμπέρασμα, ότι, 170 χρόνια μετά το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, εξακολουθούμε να μην γνωρίζουμε τι είναι οι τάξεις.
Σε μια έρευνα του Pew το 2015, για παράδειγμα, μόνο το 10% των Αμερικανών δήλωσαν ότι θεωρούν τον εαυτό τους κατώτερη τάξη, ενώ το 90% των Αμερικανών λένε ότι ανήκουν στην μεσαία τάξη. Κάπου το ίδιο είναι, φαντάζομαι, και στην Ελλάδα.
Οπότε, ας τα πάρουμε από την αρχή. Τι είναι η κοινωνική τάξη;
Κοινωνική τάξη είναι μια ομάδα ατόμων σε μια κοινότητα που η ταυτότητά της καθορίζεται από τη θέση της μέσα στο όλο σύστημα της κοινωνικής παραγωγής, το οποίο χαρακτηρίζεται =πάνω απ’ όλα- από τη σχέση αυτών των ατόμων με τον βαθμό ιδιοκτησίας ή του ελέγχου προς τα μέσα παραγωγής και την παραγωγική εργασία, αλλά και από τις σχέσεις ελέγχου που έχουν σε σχέση με τις άλλες κοινωνικές τάξεις.
Η αστική τάξη στη Ελλάδα ανέρχεται σε 300.000 άτομα περίπου. Και όταν λέμε “αστική τάξη”, για να συνεννοούμαστε, εννοούμε τα άτομα που κατέχουν μέσα παραγωγής ή έχουν θέση διευθυντική και ελέγχου στη διαχείριση και τον έλεγχο του κεφαλαίου.
Αυτή είναι η τάξη η οποία συνδέεται και κατέχει τις μεγάλες επιχειρήσεις στη χώρα.
Αυτή είναι, ουσιαστικά, η κυρίαρχη τάξη στην Ελλάδα.
Όλοι οι υπόλοιποι είναι αποκομμένοι πλήρως από τα κέντρα αποφάσεων, γιατί στην ουσία μόνο ένα σύστημα επιτρέπεται, όποιος και να φοράει την γραβάτα της κυβέρνησης, και αυτό είναι το σύστημα που συμφέρει την κυρίαρχη, άρχουσα κοινωνική τάξη στην Ελλάδα, που της έχει προσφέρει το 50% του πλούτου της και την μερίδα του λέοντος των καταθέσεων.
Ποια είναι, λοιπόν, η ψυχολογία, το κίνητρο τόσο πολλών και ετερόκλητων ανθρώπων, εισοδηματικά και κοινωνικά, να στηρίζονται στην πεποίθηση ότι ανήκουν στην ίδια τάξη, και μάλιστα, συγκεκριμένα, στην μεσαία;
Αυτό έχει τεράστια σημασία, γιατί η πεποίθηση κάποιου ότι ανήκει σε μια συγκεκριμένη κοινωνική τάξη, στην ουσία διαμορφώνει σε μεγάλο βαθμό την αυτο-ταυτότητα και τη συμπεριφορά του, είτε το συνειδητοποιούν είτε όχι, αφού, οι συμπεριφορές και οι κοινωνικές νόρμες κάθε κοινωνικής τάξης καθορίζονται κατά βάση από τα κοινά τους συμφέροντα, και έτσι, δεν χρειάζεται καμία πρότερη συνεννόηση μεταξύ τους, ώστε να συντονιστούν προς τον κοινό τους σκοπό να διατηρήσουν την κοινωνική τους θέση.
Οι ψυχολογικές δυναμικές της μεσαίας τάξης στις μέρες μας, παραδόξως και παραλόγως, βασίζονται στην βασική ιδέα του νεοφιλελεύθερου καπιταλιστή ότι δεν υπάρχουν πραγματικά κοινωνικές τάξεις, παρά μόνο άτομα και οικογένειες, όπως μας ενημέρωναν ο Ρήγκαν και η Θάτσερ από τα βάθη της δεκαετίας του ‘80, μια καραμέλα που συνεχίζουν να αντιλαλούν τα ιδεολογικά τους τσιράκια, όπως ο Μακρόν και ο Μητσοτάκης.
Δεδομένης της οικονομικής και κοινωνικής ανισότητας που έχει καλλιεργηθεί τις τελευταίες δεκαετίες, τόσο παγκοσμίως, όσο και συγκεκριμένα στη Γαλλία και στην Ελλάδα, η επιμονή των κυβερνώντων στην ιδέα ότι “δεν υπάρχουν τάξεις”, την ώρα που το πράγμα βγάζει μάτι και είναι όσο προφανές είναι ένα κουνούπι γύρω από το αυτί σου, υποδεικνύει και την δύναμη του συστήματος να κυριαρχεί ιδεολογικά ακόμα και έναντι της κοινής λογικής.
Αυτή η ψευδής πεποίθηση ότι δεν υπάρχουν τάξεις, ισχύει για πολλούς από εκείνους που ανήκουν σαφώς στην ανώτερη τάξη, αλλά πλέον το ίδιο ισχύει και στην κατώτερη τάξη, το οποίο δικαιολογεί την ευρύτερη λαϊκή έλξη του να βρίσκεσαι κάπου στη μέση.
Εξού και η συνεχής ανησυχία ότι η μεσαία τάξη “σμικρύνεται” ή “εξαφανίζεται”.
Η ειρωνεία είναι ότι, αν τους ρωτήσεις όλους αυτούς, φτωχούς, μικροαστούς και μεσαίους, τι θα ήθελαν να είναι, όλοι “πλούσιοι” θα σου έλεγαν. Κι αυτό, γιατί, αν έχεις φράγκα, δεν δίνεις λογαριασμό σε κανέναν.
Αλλά δεν είναι μόνο η ασυδοσία που σου εξασφαλίζει το χρήμα στην σημερινή κοινωνία. Η κύρια αιτία για την οποία η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων αυτοπροσδιορίζεται ως μεσαία τάξη είναι ότι υπάρχουν ισχυρές ψυχικές ανταμοιβές για την ένταξή κάποιου σε αυτή την ομάδα, την ομάδα της πλειοψηφίας.
Οι μόνο κατ’ όνομα δημοκρατίες μας, βλέπεις, πρέπει να διατηρήσουν το πρόσχημα ότι λειτουργούν με βάση τις αρχές της δημοκρατίας και της ισότητας. Η μεσαία τάξη, έτσι, αντικατοπτρίζει την μυθολογία του “καθημερινού ανθρώπου”, του “ανθρώπου της διπλανής πόρτας”, του “μέσου πολίτη” και του “μέσου ψηφοφόρου”, μια ιδέα που είναι κεντρική στην εθνική μας ταυτότητα και που καθορίζει τα όρια της ηθικής και της δικαιοσύνης μέσα στην κοινωνία.
Δεν είναι έτσι;
Αντίθετα, οι πολίτες που δεν θεωρούνται μεσαία τάξη, αλλά ανήκουν σε κάποια κατώτερη τάξη, την εργατική και την τάξη των φτωχών, συχνά αντιμετωπίζονται με καχυποψία, φόβο και μένος, και θεωρούνται κάπως λιγότερο “φυσιολογικοί”.
Φυσικά. Αν ο “μέσος πολίτης”, ο “μέσος άνθρωπος”, συμβολίζει το “φυσιολογικό”, τότε αυτοί που είναι από κάτω τους πρέπει αυτομάτως να διαφέρουν από τους ίδιους, να είναι κατώτεροι από αυτούς που έχουν ανέλθει στην πλειοψηφική κατηγορία του κοινωνικού μέσου.
Σίγουρα, αυτό το ψυχολογικό κίνητρο βασίζεται και στο αίσθημα του ανήκειν στην πλειοψηφία από άποψη ισχύος, αλλά παράλληλα και σε μια κυριολεκτική συμμόρφωση σε έναν συγκεκριμένο καταναλωτικό τρόπο ζωής.
Μια φιλοσοφία ζωής που συνδυάζει τόσο το καταναλωτικό μοντέλο του “είμαι ό,τι αγοράζω” και “είμαι ό,τι έχω” και “είμαι ό,τι επιθυμώ”, μαζί με την προσχώρηση σε παραδοσιακές αξίες οι οποίες αποφεύγουν να διαταράσουν τους κοινωνικούς δεσμούς, και επομένως, διατηρούν τις κοινωνικές ανισότητες όπως έχουν ήδη διαμορφωθεί, παγιωμένες, και το κατά δύναμιν αναλλοίωτες στον χρόνο, ώστε να μην κουνιέται η κοινωνική μας βάρκα.
Ώστε όλα να παραμείνουν όπως είναι, και ο καθένας στην θέση του.
Πιτσιρίκο μου, η ταξική πάλη δεν σταμάτησε έτσι ξαφνικά επειδή έπεσε το τείχος του Βερολίνου. Απλώς, αντικαταστάθηκε από την πολιτική των ταυτοτήτων.
Άλλο ένα εργαλείο της διατήρησης του status quo.
Πλέον, η ταυτότητά μας δεν καθορίζεται ούτε από την τάξη μας, ούτε από την ιδεολογία μας, γιατί ο κόσμος των ιδεών πέθανε.
Αντί, λοιπόν, η ταυτότητα να καθορίζεται από την συλλογικότητά μας και τις ιδέες μας, η εποχή του ατομικισμού οδήγησε την προσωπική ταυτότητα του καθενός στο επίκεντρο της πολιτικής. Πλέον, η ταυτότητά σου καθορίζει την ιδεολογία σου, ή την ταξική σου συμπεριφορά, όχι το αντίστροφο.
Και όταν η ταυτότητα, δηλαδή, το ποιος είσαι, μετατρέπεται σε πολιτική, τότε η πολιτική γίνεται αδύνατη.
Μπορούμε να κάνουμε διάλογο πάνω στις ιδέες σου και τις απόψεις σου, αλλά όχι στο ποιός είσαι και στο πώς αυτοκαθορίζεσαι. Αυτό είναι προσωπική απόφαση του καθενός, δεν χρειάζεται την βοήθεια του κοινού.
Επομένως, ο διάλογος, η διαφωνία και ο συμβιβασμός, που είναι τα εργαλεία της Δημοκρατίας για να λειτουργήσει, παύουν να υπάρχουν, και έτσι η πολιτική γίνεται τοξική, προσβλητική και βάρβαρη, φλερτάροντας όλο και περισσότερο με τον απολυταρχισμό, παρά με την Δημοκρατία.
Ο Κορνήλιος Καστοριάδης μας είχε προειδοποιήσει κάποτε, ότι “η Δημοκρατία είναι ένα ζήτημα που ξεπερνάει την πολιτική. Είναι ένα ζήτημα ολικό. Η κοινωνία κυριαρχείται από έναν τρελό αγώνα δρόμου που ορίζεται από τους εξής τρεις όρους: τεχνοεπιστήμη, γραφειοκρατία, χρήμα. Αν τίποτε δεν την σταματήσει, το ζήτημα της Δημοκρατίας θα τίθεται ολοένα και λιγότερο. Η ιδιώτευση, η αδιαφορία, ο εγωισμός, θα είναι παντού· συνοδευμένοι από κάποιες άγριες εκρήξεις των αποκλεισμένων, ολιγάριθμων και ανίκανων να έχουν πολιτική έκφραση. Χρειάζεται σύνεση, ενότητα, χρειάζεται όμως και θέληση.”
Όσο εμμένουμε σε κοινωνικές ψευδαισθήσεις και τασσόμαστε υπερ του κυρίαρχου τρόπου ζωής, τόσο οι ανισότητες και η κοινωνική ασχήμια θα μεγαλώνουν.
Η κατάσταση που βρισκόμαστε, κοινωνικά, ως τάξεις ανθρώπων με συγκεκριμένες συμπεριφορές, και πολιτικά, δεδομένης της πολιτικής πόλωσης και της απουσίας διαλόγου και συμβιβασμού, έχουν άμεση επίδραση στις αλλεπάλληλες κρίσεις που βιώνουμε, την περιβαλλοντική κρίση, την οικονομική κρίση, και την γεωπολιτική κρίση, όπως αυτή παρουσιάζεται μέσα από τους πολέμους των ισχυρών κρατών, με την στήριξη των πιο αδύναμων.
Τα πράγματα θα χειροτερέψουν ακόμα περισσότερο, αν δεν αποφασίσουμε να αλλάξουμε οι ίδιοι και δεν αποτινάξουμε τις κοινωνικές μας φαντασιώσεις για μια ζωή χαρισάμενη, ή για το ότι έχουμε σε όλα δίκιο, και όποιος δεν συμφωνεί μαζί μας είναι ηλίθιος.
Αν θέλουμε να πάμε μπροστά ως κοινωνία, θα πρέπει να μάθουμε να συνεννοούμαστε και με τους ηλίθιους.
Γιατί, όπως μας προειδοποιούσε ένας άλλος σοφός, ο Βίκτωρ Φράνκλ, “πρέπει να βρισκόμαστε σε διαρκή κοινωνική εγρήγορση”, αφού, “μετά το Άουσβιτς, ξέρουμε το τι είναι ικανός να κάνει ο άνθρωπος, και, μετά την Χιροσίμα, ξέρουμε ποιο είναι το τίμημα.”
Από το μακρινό, καλοκαιρινό Αμστελόδαμο, με αγάπη,
Κώστας
(Φίλε Κώστα, όλοι στη μεσαία τάξη ανήκουν. Όχι τώρα, χρόνια τώρα. Κώστα, μάλλον οι έννοιες αριστερά, δεξιά κλπ ανήκουν στον περασμένο αιώνα. Τις αναφέρουμε έτσι, επειδή έτσι μας έμαθαν. Κώστα, είχα γράψει ένα κείμενο με το ίδιο θέμα πριν από λίγο καιρό: Η αφόρητη ανοησία της σημερινής Αριστεράς. Πάντως, επιμένουν στην πολιτική των ταυτοτήτων και στο να μην αναφέρονται σε τάξεις. Βέβαια, ίσως να μην είναι και πολύ περίεργο αυτό, αφού οι “αριστεροί” πολιτικοί είναι όλοι πλούσιοι. Και σε μια απάντηση στον Βαγγέλη Σπανό, που έγραψε για το Κίνημα των Φτωχών πριν τις εκλογές, του έγραφα: “νομίζω πως οι φτωχοί δεν θα ψήφιζαν ποτέ ένα κίνημα φτωχών γιατί αυτό θα σήμαινε πως παραδέχονται ότι είναι …φτωχοί. Επίσης, οι φτωχοί συνήθως δεν συμπαθούν τους άλλους φτωχούς. Οι φτωχοί, τόσα χρόνια, θα έπρεπε να ψηφίζουν ΚΚΕ αλλά το ΚΚΕ τους θυμίζει πως μπορεί να ανήκουν στο προλεταριάτο και στο πρεκαριάτο, οπότε το αποφεύγουν. Είναι εντυπωσιακό πως στην Ελλάδα, ακόμα και οι σερβιτόροι και οι άνθρωποι που κάνουν delivery, νομιζουν πως ανήκουν στη μεσαία τάξη. Όλοι στη μεσαία τάξη είναι. Δεν υπάρχουν άλλες τάξεις στην Ελλάδα”.
Καλά να περνάτε. Την αγάπη μου.)
Το pitsirikos.net χρειάζεται τη βοήθειά σου
Στήριξε οικονομικά το pitsirikos.net, αν θεωρείς πως καλό είναι να υπάρχουν στην Ελλάδα και κάποιες φωνές που δεν δουλεύουν για τον Μαρινάκη, τον Αλαφούζο, τον Σαββίδη και τα άλλα παιδιά, οπότε μπορεί να διαβάσεις ή να ακούσεις κάτι διαφορετικό από αυτό που συμφέρει τους ολιγάρχες. Οι τρόποι στήριξης εδώ.

