Η γεύση του απαγορευμένου καρπού

Άραγε, Πιτσιρίκο, η γεύση του μήλου της Εδέμ να άξιζε τον κόπο τελικά; Και αν ο Θεός έκανε τα στραβά μάτια και δεν τους πέταγε κλωτσηδόν από τον Παράδεισο, το ζευγάρι θα συνέχιζε να καταβροχθίζει με την ίδια λαχτάρα το συγκεκριμένο καρπό στους αιώνες που θα ακολουθούσαν;

Αυτά σκεφτόμουν πάνω-κάτω βλέποντας την ταινία του Κλιντ Ίστγουντ “The Bridges of Madison County” ή “Οι Γέφυρες του Μάντισον”, του 1995. Ο Ίστγουντ εκτός από τη σκηνοθεσία πρωταγωνιστεί -κάτι που συνηθίζει άλλωστε-, ενώ η Μέριλ Στριπ αναλαμβάνει τον ακόμα πιο απαιτητικό ρόλο της μπερδεμένης νοικοκυράς-ερωμένης.

Δεν μπορώ να πω πως το στόρι ξεπερνά το επίπεδο του “Άρλεκιν”. Όμως η αξία για μένα υπάρχει στη ματιά του Ίστγουντ, μια ματιά απελευθερωμένη και επιεική, και βέβαια στις ερμηνείες των δύο πρωταγωνιστών. Σίγουρα αδικώ τον Ίστγουντ επιλέγοντας αυτή του την ταινία, ενώ μας έχει δείξει πράματα και θάματα σε άλλες του. Αν τα καταφέρω, θα επανέλθω με κάποιο από τα υπόλοιπα αριστουργήματά του και με μερικές σκέψεις για το πώς βλέπω την περσόνα του.

Η ταινία διαδραματίζεται στην κομητεία Μάντισον της Άιοβα. Στην αγροτική αυτή περιοχή, δυο αδέρφια -κόρη και γιος- ανοίγουν τη διαθήκη της μητέρας τους και ανακαλύπτουν κάτι απροσδόκητο: η μάνα τους είχε μια σύντομη αλλά καθοριστική εξωσυζυγική σχέση. Μετά το πρώτο σοκ, παρακολουθούν την αφήγηση μέσα από το ημερολόγιό της και από διάφορα στοιχεία που παραθέτει με επιμέλεια στη διαθήκη της. Με κεντρική φιγούρα τη μητέρα, ο Ίστγουντ εναλλάσσει την αφήγησή της με τις αντιδράσεις των παιδιών της, σαραντάρηδων πια, που δεν μπορούν αρχικά να χωνέψουν -ιδίως ο γιος- πως η μάνα τους θα μπορούσε ποτέ να έχει και αυτήν την όψη.

Με καταγωγή από την Ιταλία, η μητέρα κατ’ αρχάς περιγράφει τη σχετική ματαίωση των προσδοκιών που είχε για το “Αμέρικα” όταν ο άντρας της, αμερικανός στρατιώτης τότε, την πήρε από τη μεταπολεμική πατρίδα της. Παρόλο που η πορεία της είχε όλα τα χαρακτηριστικά του “επιτυχημένου γάμου”, η ζωή στην αποκομμένη επαρχία δεν της έδωσε όλα αυτά που ονειρευόταν μικρή. Χωρίς να μπορεί να κατηγορήσει τον άντρα της για κάτι, μιας και είναι καλός σύζυγος και πατέρας, και με τα παιδιά της πλέον στην εφηβεία, σκιαγραφεί μια ζωή παραδομένη σε όλες αυτές τις “λεπτομέρειες” που κατακλύζουν την καθημερινότητα μιας μάνας.

Αυτή η καθημερινότητα διαλύεται, όταν στο οικογενειακό ράντζο εμφανίζεται ένας φωτογράφος του National Geographic, γοητευτικός μεσήλικας και “πολίτης του κόσμου”. Με φόντο τις σκεπαστές γέφυρες του Μάντισον, ο ερωτισμός θεριεύει σε ένα παράθυρο τεσσάρων ημερών, και πλέον το δίλημμα για τη γυναίκα είναι επιτακτικό: αν μείνει με τον άντρα της θα μπορέσει να συνέλθει από αυτό που ζει με το φωτογράφο; Και, αν φύγει με εκείνον, αυτή η πληρότητα που νιώθει ο ένας με τον άλλον θα αντέξει στο χρόνο;

Είπαμε, Άρλεκιν. Τώρα, το πώς τα καταφέρνει ο Ίστγουντ να αποδραματοποιήσει τις κλισαρισμένες συνθήκες της πλοκής και να βάλει χωρίς φανφάρες σε πρώτο πλάνο τις ανθρώπινες επιλογές -και όχι το ανθρώπινο πάθος- είναι για μένα εντυπωσιακό. Αποφεύγει επιδεικτικά να κουνήσει το δάχτυλο στους χαρακτήρες του, μάλλον συγχωρεί παρά κατηγορεί τον καθένα τους. Το κατηγορώ το φυλάει για τον κοινωνικό περίγυρο της επαρχίας, ο οποίος δε χάνει ευκαιρία να ξεράσει τη ζηλοφθονία του στους “παραβάτες”, τηρώντας το γράμμα -και όχι το πνεύμα- του ηθικού Νόμου. Η δε ταραχή μας για την έκβαση του διλήμματος διατηρείται, παρόλο που ξέρουμε εκ των προτέρων το αποτέλεσμα, μιας και τα παιδιά δεν είχαν ιδέα για το όλο σκηνικό.

Αυτή είναι και η ουσιώδης διαφορά με μια άλλη τρομερή ταινία, το “Κράμερ Εναντίον Κράμερ”, την οποία θα μπορούσε κάποιος να συνδέσει με αυτήν εδώ. Πρακτικά, ενώ το θέμα είναι παρεμφερές, δηλαδή η αποδόμηση του στερεότυπου της “ευτυχισμένης οικογένειας” με εστίαση στη Γυναίκα, οι δυο ταινίες για μένα απέχουν πολύ. Στη μεν η γυναικεία φύση και η μητρότητα σφυροκοπούνται ανελέητα, στη δε παρουσιάζονται ως υποκείμενα που ασφυκτιούν κάτω από τις κοινωνικές επιταγές. Η Μέριλ Στριπ, που παίζει και στις δύο, φαίνεται να καταλαβαίνει τη διαφορά και αποφεύγει το κόπι-πέιστ, αποδίδοντας με λεπτές αποχρώσεις αυτό που απαιτείται κάθε φορά. Τη θεωρώ μια από τις καλύτερες ηθοποιούς που έχουν περάσει από την Αμερική.

Κι εμείς; Πρέπει να πάρουμε κάποια θέση; Μήπως να ταυτιστούμε με τη μία ή την άλλη αφήγηση και να οργανώσουμε πικετοφορία; Μπα. Άγνωσται αι βουλαί του Ανθρώπου…

Κώστας από την (ανύπαρκτη) Εδέμ

Υ.Γ. Η εικόνα που σου στέλνω είναι από ένα ποστ της Μερόπης. Παρόλο που δεν έχω ακούσει το συγκεκριμένο podcast, η φωτογραφία στάθηκε αφορμή να ξαναδώ αυτήν την ταινία.

(Αγαπητέ φίλε, τι θέση μπορούμε να πάρουμε για τον έρωτα ενός άλλου ανθρώπου ή δυο άλλων ανθρώπων, ώστε να συγκρίνουμε τις ταινίες; Ποτέ δεν συμβαίνει κάτι κακό, όταν δυο άνθρωποι ερωτεύονται και αγκαλιάζονται, και δεν κατάλαβα ποτέ γιατί αυτό μπορεί να είναι απαγορευμένο. Και δεν πέφτει λόγος σε κανέναν άλλον, εκτός από αυτούς τους δυο. Βέβαια, αυτό αποδεικνύεται πιο περίπλοκο και επικίνδυνο στην πραγματικότητα, γιατί ζούμε σε κοινωνίες με πρέπει. Οι δυο ταινίες εκφράζουν δυο διαφορετικές καταστάσεις ή δυο διαφορετικές περιόδους στη ζωή μιας γυναίκας ή ενός άνδρα. Γιατί να τις συγκρίνουμε κι αυτές; Ο Θεός πέταξε τον Αδάμ και την Εύα στον Παράδεισο. Στην Κόλαση ήταν αυτοί οι δυο. Μαύρη πλήξη. Να είστε καλά. Την αγάπη μου.)

Το pitsirikos.net χρειάζεται τη βοήθειά σου

Στήριξε οικονομικά το pitsirikos.net, αν θεωρείς πως καλό είναι να υπάρχουν στην Ελλάδα και κάποιες φωνές που δεν δουλεύουν για τον Μαρινάκη, τον Αλαφούζο, τον Σαββίδη και τα άλλα παιδιά, οπότε μπορεί να διαβάσεις ή να ακούσεις κάτι διαφορετικό από αυτό που συμφέρει τους ολιγάρχες. Οι τρόποι στήριξης εδώ.

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.