Η Γέννηση ενός Φανατικού
Γεια σου Πιτσιρίκο!
Ζέστη, ε; Και δεν έχουμε δει τίποτα ακόμα.
Πριν σου μιλήσω για την ταινία που βρήκα σήμερα, μια παρατήρηση ενταγμένη στην πρόσφατη φάση με το diss του Χωμενίδη. Κατ΄αρχάς, να ξεκαθαρίσω πως δεν θα πω τίποτα για τον Χωμενίδη, γιατί, εκτός από την πολιτική του στάση, δεν εκτιμώ καθόλου και την τέχνη του, όσο τον έχω διαβάσει βέβαια. Δε λέει κάτι αυτό, μπορεί σε άλλους να αρέσει. Απ’ ό,τι είδα, όμως, άνοιξε μια συζήτηση για το πώς κρίνουμε κάποιον καλλιτέχνη που εκφράζεται πολιτικά, ιδίως όταν μας αρέσει η τέχνη του χωρίς να μας αρέσουν οι απόψεις του.
Είχα που λες παλιότερα την απίστευτη τύχη να βρεθώ σε κάποια σεμινάρια κινηματογράφου του Γιώργου Κόρρα. Ο Κόρρας είναι σκηνοθέτης και ανήκει σε μια παρέα καλλιτεχνών της μεταπολίτευσης που, σκασμένοι από τα χρόνια της χούντας, επιχείρησαν την “έφοδο στον ουρανό”. Ένα από τα σοκ στα οποία μας υπέβαλε σε εκείνα τα σεμινάρια ήταν η άποψή του για το πώς οφείλουμε να κρίνουμε μια ταινία ως αντικείμενο τέχνης.
Έλεγε λοιπόν πως, όταν μπαίνουμε σε μια αίθουσα προβολής, θα πρέπει να είμαστε “καθαροί”. Να αφήνουμε δηλαδή απέξω όλες τις πολιτικές μας αντιλήψεις, τις βεβαιότητες και τις πεποιθήσεις μας, όσο δύσκολο κι αν είναι αυτό. Γιατί, αργά ή γρήγορα, όλα αυτά θα γίνουν παραμορφωτικά φίλτρα τα οποία θα αλλοιώσουν την καλλιτεχνική αξία του έργου, αν φυσικά υποθέσουμε πως αυτό είναι το ζητούμενο.
Όταν τα έλεγε αυτά, θυμάμαι έγινε ένας ψιλοχαμός από κάτω. Αρχίσαμε όλοι να πεταγόμαστε αγανακτισμένοι, με παραδείγματα από ταινίες-μνημεία προπαγάνδας κλπ. Αυτός βέβαια το ‘χε ξαναδεί το “έργο”, οπότε μας άφηνε να χτυπιόμαστε μειδιώντας. Όταν ξεθυμάναμε λίγο, άρχισε να μας εξηγεί με παραδείγματα τι εννοούσε.
Πηγαίνοντάς μας πέρα από το Σινεμά, μας μίλησε στην αρχή για την Αντιγόνη του Σοφοκλή. Στο μυαλό όλων μας, το έργο αυτό ήταν ένα δριμύ κατηγορώ ενάντια στην αυταρχικότητα της εξουσίας, και ταυτόχρονα ένας ύμνος του εξεγερσιακού σθένους. Πόσοι και πόσοι δεν έχουν δει στο πρόσωπο της Αντιγόνης τη “ροκ” φιλοσοφία τού ανθρώπου που σπάει τα δεσμά του για να διεκδικήσει το δίκιο του; Κι όμως, έλεγε ο Κόρρας, αν τοποθετήσουμε το έργο στην εποχή του, θα δούμε πως αποτελεί μια προσπάθεια του Σοφοκλή να πάρει θέση ενάντια στο μοντερνισμό της εποχής του. Μοντερνισμό που υπαγόρευε πως το σκηνικό αλλάζει, και πως πρέπει επιτέλους να ξεμπλέξουμε από τις “θεϊκές” νόρμες και να αρχίσουμε να οργανώνουμε τις κοινωνίες μας με βάση τους ανθρώπινους νόμους και τη λογική, που βέβαια ενσαρκώνονται στο πρόσωπο του Κρέοντα. Πρόκειται δηλαδή για ένα καθαρά αντιδραστικό έργο, σύμφωνα με τις επιταγές της εποχής του. Κοίτα να δεις ειρωνεία! Αν ήμασταν φιλελεύθεροι στην εποχή του Σοφοκλή και αντιμετωπίζαμε την τέχνη σύμφωνα με τα πιστεύω μας, τότε θα έπρεπε να γιουχάρουμε την Αντιγόνη με όλες τις μεγαλόσχημες παπαριές της για το θεϊκό δίκαιο, και να χειροκροτήσουμε τον Κρέοντα ο οποίος τιμώρησε μετά θάνατον για παραδειγματισμό τον προδότη αδερφό της, εφαρμόζοντας πιστά τους ανθρώπινους νόμους. Σε αντιδιαστολή, δυόμισι χιλιάδες χρόνια αργότερα, με βάση τις τελείως διαφορετικές μεταβλητές της πολιτικής μας ζωής, οι φιλελεύθεροι του σήμερα εξυμνούμε το σθένος της Αντιγόνης και συμπάσχουμε μαζί της στον αγώνα για δικαίωση. Πάρτα, μ@λάκα Κρέοντα, έχασες και το γιο σου με την τυπολατρία και τις μ@λακίες σου!
Κατόπιν, ο Κόρρας μάς έδωσε ένα άλλο παράδειγμα. Είχε φέρει μαζί του να μας δείξει σκηνές από την ταινία “Η Γέννηση ενός Έθνους” (“The Birth of a Nation”) του Griffith. Η ταινία, του 1915, είναι η επιτομή της ρατσιστικής προπαγάνδας και η μεγαλύτερη μαζική διαφήμιση της Κου Κλουξ Κλαν. Αρκούσαν λίγες σκηνές για να καταλάβουμε πως, αν τυχόν μπαίναμε σε μια τέτοια προβολή κουβαλώντας τις πεποιθήσεις μας, θα έπρεπε να φύγουμε στο πεντάλεπτο αν θέλαμε να σεβόμαστε τους εαυτούς μας. Τι άσπρες κουκούλες, τι blackfacing, χάλια μαύρα, δεν αντέχαμε! Όμως τότε συνέβη κάτι καταπληκτικό. Μας έδειξε μια σκηνή η οποία περιέγραφε την καταδίωξη μιας λευκής κορασίδας από έναν κακό, ξαναμμένο αράπη. Η αγωνία της καταδίωξης ήταν πραγματικά συγκλονιστική: ο Γκρίφιθ μάς έδειχνε μια την κοπέλα που έτρεχε μπροστά, μια το λυσσασμένο διώκτη της, μετά πάλι την κοπέλα, πάλι το διώκτη. Ο Κόρρας μάς εξήγησε πως αυτή ήταν η πρώτη φορά παγκοσμίως στην οποία παρουσιάζεται μια τεχνική του μοντάζ που λέγεται “παράλληλη δράση”. Και πως, αν όλοι οι μελλοντικοί σκηνοθέτες είχαν αποχωρήσει από την προβολή της ταινίας προς ένδειξιν διαμαρτυρίας για το ρατσιστικό της περιεχόμενο, το Σινεμά σίγουρα δε θα είχε τη μορφή που έχει σήμερα.
Μ’ αυτά και μ’ αυτά, μας έδειξε πως όποιος κρίνει ένα καλλιτεχνικό έργο με βάση τις παγιωμένες πεποιθήσεις του δεν θα μπορέσει να απολαύσει ούτε τη χρονικά εντοπισμένη ούτε τη διαχρονική καλλιτεχνική του αξία. Το μόνο που θα του μείνει προς απόλαυσιν είναι η κορεκτίλα, που βέβαια αφήνει πάντα μια άσχημη γεύση στο τέλος.
Πωπω, όμως μ’ έπιασε η πάρλα, για μια ταινία θα σου έγραφα! Δεν πειράζει, θα σου γράψω αύριο. Να ‘σαι καλά!
Κώστας μες στην πάρλα
(Αγαπητέ Κώστα, μεγαλώνουμε με ταμπέλες “καλό” και “κακό”, αλλά, στην πορεία, διαπιστώνουμε πως στη ζωή τα πράγματα δεν είναι άσπρο ή μαύρο. Στην Τέχνη, έχουμε από όλους τους δημιουργούς κάτι να μάθουμε, όπως έχουμε να μάθουμε κάτι από όλους τους ανθρώπους. Βέβαια, τα πράγματα δυσκολεύουν, όταν σπουδαίοι φιλόσοφοι, ανθρωπιστές στη ζωή τους και στο έργο τους, βρίσκονται να στηρίζουν αυταρχικά και φασιστικά καθεστώτα. Σε ένα επικριτικό σχόλιό του για τον ευρωπαϊκό ανθρωπισμό, ο Τζορτζ Στάινερ γράφει “Θα ήλπιζε κανείς ο κήπος του Γκαίτε να μη βρίσκεται ακριβώς δίπλα στο στρατόπεδο του Μπούχενβαλντ· αλλά βγαίνεις από τον κήπο του Γκαίτε και μπαίνεις κατευθείαν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης”. Κώστα, μου έχουν τελειώσει οι βεβαιότητες· και για τον εαυτό μου και για τους άλλους. Καταλαβαίνω πως πρέπει να βλέπουμε τον κάθε μεγάλο δημιουργό -και το έργο του- μέσα στην ιστορική περίοδο που έζησε και όχι να τον φέρνουμε στην εποχή μας για να του αλλάξουμε τα φώτα. Δεν μας κάνει σε τίποτα καλό να προσπαθούμε να μικρύνουμε τους άλλους ή να εντοπίσουμε ελαττώματα σε αυτούς. Καταλαβαίνω πως είναι εύκολο να κρίνω τον δημιουργό που στήριξε φασίστες και ναζιστές αλλά δεν ξέρω τι θα έκανα, αν οι φασίστες χτυπούσαν την δική μου πόρτα και αν ήξερα πως είναι η δική μου ζωή που παίζεται και πως κινδυνεύω να πεθάνω, αν δεν έχω τη “σωστή” στάση. Θέλω να σκέφτομαι πως θα είχα τη γενναιότητα και την τιμιότητα να αντισταθώ και να μην προδώσω τις αρχές μου και τους φίλους μου, αλλά δεν είμαι σίγουρος πως θα το έκανα. Να είσαι καλά. Την αγάπη μου.)
Το pitsirikos.net χρειάζεται τη βοήθειά σου
Στήριξε οικονομικά το pitsirikos.net, αν θεωρείς πως καλό είναι να υπάρχουν στην Ελλάδα και κάποιες φωνές που δεν δουλεύουν για τον Μαρινάκη, τον Αλαφούζο, τον Σαββίδη και τα άλλα παιδιά, οπότε μπορεί να διαβάσεις ή να ακούσεις κάτι διαφορετικό από αυτό που συμφέρει τους ολιγάρχες. Οι τρόποι στήριξης εδώ.

