Ωδή στους παλιούς εραστές

Κάπου στο Νέο Ηράκλειο στέκει μια μονοκατοικία δυο παλιόφιλων γερόντων. Το παντζούρι είναι μισάνοιχτο και το τάβλι περιμένει. Μένουν απέναντί μου και αποφάσισα να γράψω κάτι για τους κατοίκους του παλιού αυτού σπιτιού. Δεν φοβούνται τους κλέφτες, δεν έχουν συναγερμό, ούτε αμάξι. Δεν έχουν κινητό, ούτε instagram. Έχουν όμως τη συνταξούλα τους. Δεν σκεφτονται να δώσουν το σπιτάκι τους αντιπαροχή, ουτε ξέρουν τι είναι το ερμπιενμπι.

Στην άκρη μιας γειτονιάς της Αθήνας, σ’ ένα σπίτι με ταβάνι χαμηλό και ταράτσα σημαδεμένη απ’ τα χρόνια, ζουν δυο γεροντοπαλίκαρα. Δεν έχουν τίποτα να αποδείξουν, γιατί, ό,τι είχαν να αποδείξουν, το ζύγισαν μια ζωή ο ένας στα μάτια του άλλου, ανάμεσα σε ένα «έλα ρε, πάλι ασσόδυο» και σ’ ένα γέλιο που κρατά περισσότερο απ’ όσο αντέχει η μέση τους.

Στην αυλή τους μυρίζει καφές, γαρίφαλο και τσιμέντο που ψήνεται. Τα παντζούρια ξεχαρβαλωμένα, αλλά ποτέ κλειστά. Κάθε πρωί το φως περνάει μέσα από τις χαραμάδες σαν ανάσα, γιατί εκείνοι δεν έχουν λόγο να φυλαχτούν. Δεν έχουν ούτε λεφτά να τους κλέψεις, ούτε φόβο να τους τρομάξεις.

Το σπίτι τους είναι ο χάρτης μιας εποχής που δεν χρειάζεται “likes” για να υπάρχει· μια εποχή όπου η φιλία μετρούσε σε πόντους καφέ και σε γύρους ταβλιού. Κάποτε ήταν εργάτες, τεχνίτες, φαντάροι, εραστές. Τώρα είναι φρουροί μιας παλιάς αξιοπρέπειας που δεν ζητά τίποτα· ούτε σεβασμό, ούτε αναγνώριση. Μόνο ησυχία και μια καρέκλα κάτω απ’ τον ήλιο.

Στο τραπέζι τους γυαλίζουν τα πούλια σαν μικρά φεγγάρια. Το ραδιοφωνάκι σιγοτραγουδά λαϊκά που ξέρουν απ’ έξω. Το μεσημέρι, όταν βαραίνει ο δρόμος, σηκώνουν τα παντζούρια μισά για να χωρά ο κόσμος, κι όταν πέφτει η δροσιά βγαίνουν πάλι στο πεζοδρόμιο να μετρήσουν τις ήττες σαν νίκες, γιατί το παιχνίδι είναι πρόσχημα: αυτό που μετρά είναι να ’σαι εκεί.

Μιλούν λίγο, με λέξεις φθαρτές και γερά θεμέλια. Θυμούνται ονόματα που δεν υπάρχουν στο ίντερνετ, διευθύνσεις που άλλαξαν, καλοκαίρια με ποδήλατα και χειμώνες με σόμπα πετρελαίου. Καμιά φορά σιωπούν μαζί με τους φίλους τους, μαστορεύοντας τη μέρα με το βλέμμα: μια βίδα για τη μνήμη, ένα καρφί για την καρδιά.

Κι όταν περνάει η γειτονιά, τους προσπερνά με σεβασμό χωρίς να το ξέρει. Γιατί οι δύο αυτοί άντρες κρατάνε κάτι που δεν αγοράζεται: τον ρυθμό. Δεν τρέχουν, δεν κυνηγούν, δεν φοβούνται να μείνουν πίσω. Το πίσω είναι η θέση τους — το σταθερό σημείο που μετράς απ’ αυτό την απόσταση μέχρι το αύριο.

Αυτοί είναι οι τελευταίοι ελεύθεροι της πόλης. Δεν τους πιάνει το burnout ούτε η μοναξιά, γιατί δεν έκαψαν ποτέ την ψυχή τους, για να προλάβουν το αύριο. Το αύριο, άλλωστε, περνά κάθε μέρα απ’ το πεζοδρόμιό τους, στέκεται για λίγο, τους κοιτά — και μαθαίνει επιτέλους πώς να ζει χωρίς να βιάζεται.

Χάρης

(Αγαπητέ Χάρη, πολύ όμορφο. Να είσαι καλά. Την αγάπη μου.)

Το pitsirikos.net χρειάζεται τη βοήθειά σου

Στήριξε οικονομικά το pitsirikos.net, αν θεωρείς πως καλό είναι να υπάρχουν στην Ελλάδα και κάποιες φωνές που δεν δουλεύουν για τον Μαρινάκη, τον Αλαφούζο, τον Σαββίδη και τα άλλα παιδιά, οπότε μπορεί να διαβάσεις ή να ακούσεις κάτι διαφορετικό από αυτό που συμφέρει τους ολιγάρχες. Οι τρόποι στήριξης εδώ.

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.