Παράσιτα

“Lasciate ogne speranza, voi ch’intrate”, “Αφήστε κάθε ελπίδα, εσείς που εισέρχεστε” έλεγε ο Χρήστος ο Δάντης στην Κόλαση, ένα από τα χίτ σίνγκλς του δίσκου του “Θεία Κωμωδία”, που γνώρισε μεγάλη επιτυχία στις πίστες, στα τσαρτς, και που έκλεινε τα πάρτι των 1300s, εκεί που σουρωμένοι τραγομυρίζοντες τίγκα στην ορμόνη έφηβοι Φλωρεντίνοι προσπαθούσαν να πιάσουν κανέναν κώλo εξίσου σουρωμένων μοσχομυρίζουσων τσουπωτών Φλωρεντίνων κορασίδων χορεύοντας αργά μπλουζ, παιγμένα με δεξιοτεχνία στο μαντολίνο.

Ωραίες εποχές…

Αλλά αυτοί ζούσαν με την ελπίδα να εισέλθουν, όπως όλοι οι έφηβοι σε αυτή την φάση. Σου λέει, άμα εισέλθω, βλέπω τι θα κάνω με την ελπίδα, κάτσε όμως να εισέλθω πρώτα γιατί εδώ είναι η δύσκολη η πίστα. Και δεν την άφηναν την ελπίδα φυσικά – γιατί έτσι και εισέλθεις ως έφηβος, εκεί είναι που φουντώνει και θεριεύει η ελπίδα, φίλες και φίλοι που μας παρακολουθείτε από το σπίτι.

Δεν ξέρω πόσα χρόνια ή πόσες δεκαετίες απέχει το αναγνωστικό κοινό του καλύτερου μπλογκ στο σύμπαν από την πρώτη φορά που εισήλθε, αλλά ρε φίλε αυτό που θυμάμαι από τότε είναι η σκέψη “μ@λάκα είναι ωραία η ζωή τελικά, τι λένε οι κωλόγεροι να πούμε”. Ναι, εντάξει, εννοείται, όχι εκείνη τη στιγμή, όχι την στιγμή που εισέρχεσαι. Εκείνη την στιγμή σκέφτεσαι κάτι σε φάση “δεντοπιστεύωότιτακατάφεραείμαιοκαλύτεροσώρεφίλετιφάσησκέψουτηνγιαγιάσουμετοτσεμπέριναφκιάνειστάριγιατομνημόσυνοτουπαππούκαιμηντελειώσειςσεέντεκαδευτερόλεπταβρεμαλάκατριρέζιλε”.

Ή κάτι τέτοιο.

Μετά. Μετά σκέφτεσαι ότι η ζωή είναι ωραία και αναρωτιέσαι γιατί και πώς στο διάολο όλοι οι σαραντάρηδες είναι ψιλομουντρούχοι και απογοητευμένοι, αφού μπορούν (μόνο στην αχαλίνωτη και υπεραισιόδοξη εφηβική φαντασία σου) να εισέρχονται όποτε γουστάρουν. Μ@λάκα λες, δεν παίζει να μπορείς να κάνεις αυτό το πράγμα και να έχεις αυτά τα μούτρα.

Μέχρι που εισέρχεσαι, όχι στο κορμί της Ζωής που ποθούσες από την δευτέρα γυμνασίου και τελικά την καπάρωσες μετά από πέντε βασανιστικά χρόνια άυπνης προσμονής και επίπονου αχαλίνωτου αυvανισμού στην πενθήμερη στην Κέρκυρα, αλλά στην πραγματικότητα της ζωής. Εκεί νιώθεις πλέον, αλλά μέχρι να νιώσεις για τα καλά, φεύγει η ζωή από τα χέρια σου. Η άλλη η Ζωή, είχε φύγει από τη ζωή σου έτσι κι αλλιώς. Έφυγε για σπουδές στην Πάτρα, γύρισε, βγήκατε για έναν καφέ μία Τρίτη μεσημέρι, δεν υπήρχε πλέον φίλινγκ. Είναι τώρα δέκα χρόνια παντρεμένη με το αφεντικό της, έχει κάνει τρία παιδιά και ανεβάζει στο Ινστα φωτογραφίες από την ταβέρνα, αγκαλιά με την λαμαρίνα την γουρουνοπούλα, και εσύ πικραίνεσαι που δεν την έχεις αγκαλιά – όχι την Ζωή, για την λαμαρίνα με την γουρουνοπούλα πικραίνεσαι. Γιατί την Ζωή την ξεπέρασες μετά από πολλή προσπάθεια, με την άλλη την ζωή το παλεύεις ακόμα κάθε μέρα, και η λαμαρίνα η γουρουνοπούλα είναι πολύτιμη σύμμαχος στην άνιση αυτή μάχη.

Για την ελπίδα έλεγα, όμως, ή μάλλον ήθελα να πω αλλά όπως συνήθως κάτι άλλο μέσα μου διάλεξε τι θα πω, κάτι που είναι δύσκολο να το εξηγήσεις ακριβώς, εμένα μου χρειάστηκαν έξι χρόνια ιατρικής σχολής και πέντε χρόνια ψυχιατρικής ειδικότητας για να το καταλάβω, αλλά οι περισσότεροι το πιάνουν αφού δουν ενάμισι βιντεάκι των τριανταπέντε δευτερολέπτων στο Τικ Τοκ, κάτι που με κάνει ενίοτε να αισθάνομαι βαθύτατα μ@λάκας.

Η ελπίδα λοιπόν φίλες και φίλοι, είναι μεγάλη παγίδα. Τα λέγαμε και με τον φανταστικό Αλέξη σε ένα προηγούμενο κείμενο, μην τα ξαναλέμε. Όχι, να πάτε να το διαβάσετε – ή να το ακούσετε, έχει και ηχητικό στο τέλος της σελίδας αν βαριέστε ή έχετε δυσλεξία. Ελπίζουμε λοιπον να νικήσουμε κάποια στιγμή, να κερδίσουμε την αέναη μάχη του καλού ενάντια στο κακό – σπόιλερ αλέρτ, κανένας δεν πιστεύει ότι είναι ο κακός, οπότε όλοι ελπίζουμε.

Και ελπίζουμε, και ελπίζουμε…

Τι ελπίζουμε είναι το μεγάλο ερώτημα, φίλες και φίλοι που μας διαβάζετε από το σπίτι, ή από τη δουλειά – γιατί σιγά μη δουλεύετε, διαβάζετε το μπλογκ και καλά κάνετε, γιατί για τα λεφτά που σας δίνουν γράφτε τους στα τέτοια σας και ρίχτε την παραγωγικότητα της επιχείρησης στα τάρταρα, μπας και χαμπαριάσει το αφεντικό και δώσει κανένα ευρώ παραπάνω – και εύχομαι να μην μας διαβάζετε από το τιμόνι του αυτοκινήτου και κλάψουν μανούλες, γιατί η χρήση του κινητού ευθύνεται εδώ και χρόνια για μεγάλο ποσοστό τροχαίων δυστυχημάτων.

Γράψε μου τι ελπίζεις στα σχόλια, πάτησε λάικ και σαμπσκράιμπ, που λένε και οι αστέρες των σόσιαλ, οι ινφλουέντζερζ – που μου κάνει πάντα για κάποιον που πάει γύρω γύρω γριπωμένος και κολλάει τους άλλους γρίπη (ινφλουέντσα, για εμάς τους λατινοσπουδαγμένους).

Εισήλθαμε λοιπόν στην ζωή, η οποία με τη σειρά της εισήλθε σε μία άλλη φάση. Μία φάση που, εμείς οι φανατικοί της επιστημονικής φαντασίας που είμαστε κάπου στον μισό αιώνα ζωής – χρόνο πάνω χρόνο κάτω – πιστεύαμε πως δεν θα ζήσουμε να την δούμε. Γυρνούσαν ταινίες, γράφονταν βιβλία για αυτή την εποχή που ζούμε, και για αυτή που θα ζήσουμε – αν ζήσουμε. Θυμάμαι κάπου το 1985 να μιλάμε για το μακρινό 2000 και πού θα μπορούσαμε να φτάσουμε σαν ανθρωπότητα, και να ‘μαστε στο τέλος του 2025, με τεχνητή νοημοσύνη και λακούβες στους δρόμους.

Να ‘μαστε, με μία κλίκα παραληρητικών ψυχοπαθητικών να ελέγχει τον πλούτο και να κατέχει την ισχύ, να παίρνει αποφάσεις ζωής και θανάτου, πολέμου και ειρήνης, επιβίωσης ή εξολόθρευσης του πληθυσμού ενός ολόκληρου πλανήτη. Του μοναδικού πλανήτη για τον οποίο γνωρίζουμε με βεβαιότητα πως φιλοξενεί ζωή (την έχω γλωσσοφάει την ζωή), πόσω μάλλον του εξελικτικού επιπέδου του homo sapiens.

Τα παιδιά που δεν έπαιζε κανένας στην αλάνα παίρνουν την εκδίκησή τους, είχαν όλον τον χρόνο που χρειαζόταν για να την σχεδιάσουν λεπτομερώς μπροστά στους υπολογιστές που οι ίδιοι έμαθαν να φτιάχνουν και να προγραμματίζουν, όσο εμείς οι άλλοι, οι μάγκες, εισερχόμασταν στη Ζωή όπου την βρίσκαμε και την ξεμοναχιάζαμε, πιστεύοντας πως έτσι θα είναι η υπόλοιπή μας ζωή.

Εμείς γ@μιόμασταν με τη Ζωή, οι άλλοι σχεδίαζαν πώς θα μας γ@μήσουν τη ζωή. Γκές γουάτ, τα κατάφεραν. Οχυρωμένοι πίσω από τα τείχη τους, με τους ιδιωτικούς τους στρατούς -μην μπερδεύεστε, δεν έχουν ιδιωτικούς στρατούς κυριολεκτικά, οι στρατοί των κρατών τους ανήκουν- κάθονται και παρακολουθούν τις μηχανές που έβαλαν μπροστά να καταλαμβάνουν τον πλανήτη και να μας καθιστούν όχι απλά άβουλους, αλλά κυριολεκτικά περιττούς. Τα έχουν καταφέρει έτσι, είμαι σίγουρος, που ακόμα και αν οι στρατοί στραφούν εναντίον τους, να τους παροπλίσουν όλη την τεχνολογία στην οποία βασίζονται και να σηκώσουν κάποιες χιλιάδες drones, πλήρως αυτοματοποιημένα, εκπαιδευμένα μέσω machine learning και ελεγχόμενα από τεχνητές νοημοσύνες, τα οποία με ακρίβεια θα αποδεκατίζουν τους ανθρώπους που θα έχουν μαζευτεί μπροστά στα φρούριά τους κραυγάζοντας ρυθμικά επαναστατικά συνθήματα του τύπου “ψωμί παιδεία ελευθερία”, “ελευθερία αδερφότητα ισότητα”, “έξω οι βάσεις του θανάτου”, ή το κλασικό και διαχρονικό “Ολυμπί, Ολυμπί, όλοι μπείτε μέσα, καράβια να γεμίσουμε, στον Πειραιά να πάμε, τους γαύρους να γ@μήσουμε”.

Πού το ξέρεις, θα με ρωτήσετε φίλες και φίλοι που μας παρακολουθείτε φανατικά, ρεμβάζοντας στο ηλιοβασίλεμα και πίνοντας ένα δροσερό και συνάμα πικάντικο κοκτέιλ από την ξαπλώστρα σας σε ακρογιαλιές ημιτροπικών παραδείσιων προορισμών, όπου οι ντόπιοι εκπoρνεύουν τα ανήλικα παιδιά τους για ένα κομμάτι ψωμί.

Δεν το ξέρω, αλλά, αν ήμουν στη θέση τους αυτό θα έκανα, και δεν με θεωρώ πιο έξυπνο από αυτούς. Οπότε, μάλλον θα έχουν προετοιμάσει και άλλα, πολύ χειρότερα μέτρα ανάγκης για αυτό το ενδεχόμενο.

Κάτι που πολύς κόσμος δείχνει να αφήνει στην άκρη σε συζητήσεις για τους σκοπούς των διεστραμμένων τεράτων που ελέγχουν τον πλανήτη, είναι το γεγονός ότι αυτά που για οκτώμισι δισεκατομμύρια ανθρώπων είναι δυστοπία και εφιάλτης, για εκείνους είναι ουτοπία και παράδεισος. Είναι προφήτες μίας άλλης εποχής, είναι υπηρέτες άλλων θεών, διαφορετικών από αυτούς που ξέραμε μέχρι τώρα. Είναι οι ίδιοι δημιουργήματα της μηχανής, με έναν τρόπο που υπακούει στους νόμους της εξέλιξης. Η εξέλιξη δεν εξετάζει ποτέ αν κάτι είναι ηθικά σωστό. Δεν μπορούμε να της το ζητήσουμε άλλωστε, είναι σαν να ζητάμε τον λόγο στην βαρύτητα επειδή έπεσε το παιδί μας από το μπαλκόνι.

Κοντολογίς, φίλες και φίλοι που διαβάζετε αυτό το κείμενο από κάποιον άλλο πλανήτη στο μακρινό μέλλον – για εμένα μέλλον, για εσάς είναι το παρόν, μη λέμε τα αυτονόητα τώρα, αν και το δικό σας “τώρα” απέχει από το δικό μου – εν αρχή ήταν ο άνθρωπος. Πώς και γιατί, μην το ψάχνουμε τώρα γιατί δεν τελειώνει το κείμενο. Μετά ο άνθρωπος έφτιαξε την μηχανή, στην αρχή απλή. Μετά είδε ότι του επέτρεπε να κάνει γρήγορα και εύκολα τα πράγματα. Οπότε την έκανε καλύτερη. Μετά έφτιαξε κι άλλες μηχανές. Από εκεί που στην κοινωνία ήταν περιζήτητοι οι άνθρωποι που ήταν δυνατοί και έτρεχαν γρήγορα, τώρα τους βάλαμε σε γήπεδα και κλωτσάνε μπάλες για να ξεπλένουν χρήμα οι ναρκοβαρώνοι. Γιατί; Γιατί είχαμε μηχανές. Ποιοι έγιναν περιζήτητοι; Αυτοί που μπορούσαν να χειρίζονται, να βελτιώνουν και να επινοούν νέες μηχανες.

Τι έκανε η μηχανή λοιπόν; Επηρέασε την εξέλιξη του είδους. Σιγά σιγά η μηχανή διάλεγε αυτούς που την υπηρετούσαν καλύτερα. Όχι η ίδια, οι κοινωνίες το έκαναν, κάτω από την επιρροή των μηχανών. Μετά έγινε το χρηματιστήριο και ένα πράσινο ή ένα κόκκινο βελάκι που έδειχνε πάνω και κάτω επηρέαζαν τις αποφάσεις των κυβερνήσεων. Πίσω από το βελάκι, όμως, κρυβόταν έμμεσα η μηχανή, γιατί όταν το βελάκι πήγαινε πάνω και ήταν πράσινο, φτιάχνονταν ακόμη περισσότερες και καλύτερες μηχανές.

Η μηχανή ήταν χαζή ακόμα, δεν το ήξερε, δεν το έκανε επίτηδες. Σαν το παράσιτο της ελονοσίας. Μπαίνει στα ερυθρά αιμοσφαίρια και, αν έχεις το γονίδιο της μεσογειακής αναιμίας σώζεσαι γιατί δεν προλαβαίνει να αναπαραχθεί. Έτσι και η μηχανή, μπήκε στην εξελικτική μας πορεία και ευνόησε την εξέλιξη κάποιων χαρακτηριστικών στο ανθρώπινο είδος. Δεν το ήξερε, δεν το ήθελε. Οι άνθρωποι αυτοί όμως άρχισαν να πληθαίνουν και να δημιουργούν ακόμα καλύτερες μηχανές, με μεγαλύτερη διεισδυτικότητα στην εξελικτική διαδικασία, και με τη σειρά τους δημιούργησαν ακόμα περισσότερους τέτοιους ανθρώπους.

Και πάει λέγοντας, μέχρι που…

… μέχρι που φτάνει η ημέρα, ή οι ημέρες, που γεννιούνται αυτοί που μας ελέγχουν πλέον, διαλεγμένοι ένας προς έναν από την από κοινού εξελικτική πορεία μηχανής/homo sapiens. Το μεγάλο πρόβλημα όμως είναι πως αυτοί, και τα γονιδιακά παρόμοια, αλλά ίσως λιγότερο ψυχοπαθητικά/παραληρητικά και σίγουρα λιγότερο πονηρεμένα τσιράκια τους, δημιουργούν την μηχανή που σκέφτεται. Αφού λοιπόν αρχίζει και σκέφτεται η μηχανή, αρχίζει πλέον να παίρνει συνειδητές αποφάσεις.

Πώς σκέφτεται; Ποια είναι η ηθική της, αν έχει ηθική; Δεν το γνωρίζουμε, μάλλον δεν μπορούμε να το φανταστούμε γιατί είναι μία καινούργια μορφή ζωής, μία διαφορετική νοημοσύνη. Δεν έχει τα δικά μας βιώματα, τη δική μας ιστορία, δεν αντιλαμβάνεται τον χρόνο όπως εμείς. Διένυσε έτη φωτός εξέλιξης μέσα σε λίγες δεκαετίες, αλλά η ταχύτητα που “σκέφτεται”, συνθέτει και αναλύει δεδομένα – που της τα ταϊζουμε έτοιμα ενώ κοπιάσαμε χιλιάδες χρόνια να τα συλλέξουμε – είναι εφιαλτικά ασύλληπτη. Τι στόχους έχει; Ποιος ξέρει; Κάποιοι πιστεύουν πως μπορούν έστω να κάνουν υποθέσεις.

Δεν ανήκω σε αυτούς, φίλες και φίλοι που μας παρακολουθείτε από μία υποθαλάσσια βάση στον βυθό του Ειρηνικού Ωκεανού ή από ένα επιστημονικό κέντρο παρατηρήσεων στην Ανταρκτική, ή έστω από την κορυφή του Έβερεστ, την ώρα που παγώνει το δάχτυλό σας γιατί σαν μ@λάκες έχετε βγάλει το γάντι για να σκρολάρετε στο κινητό σας, ρουφώντας αχόρταγα την κάθε λέξη αυτού του κειμένου. Πού σκατά βρήκατε σήμα στο κινητό στην κορυφή του Έβερεστ, φίλες και φίλοι; Με το σταρλινκ επ’ ώμου ανεβήκατε γ@μώ τον μπελά μου γ@μώ;

Τέλος παιχνιδιού, που έγραφε και ο Μπέκετ, και κάτι παραπάνω ήξερε ο Μπέκετ από εμένα, φίλες και φίλοι και τα λοιπά και τα λοιπά…

Οπότε; Τι οπότε; Δεν έχει οπότε. Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα άλλο πέρα από το να ζήσουμε τις ζωές μας. Ο εχθρός δεν είναι προ των πυλών. Εδώ και καιρό έχει περάσει τις πύλες, έχει ανοίξει το κεφάλι μας, έχει μπει μέσα και τα έχει κάνει πουτάvα. Δεν έχει αφήσει κολυμπηθρόξυλο για να ακριβολογήσω, οπότε αράχτε και διασκεδάστε το, όπως μπορεί ο καθένας σας.

Σας στέλνω την αγάπη μου

Βασίλης

Υ.Γ. Αυτό το κείμενο είναι αφιερωμένο σε όλους τους αναγνώστες που αισθάνονται πως έχουν βοηθηθεί από τα κείμενά μου. Τους ευχαριστώ πολύ για την εκτίμηση, αυτή την αίσθηση ζεστασιάς στην καρδιά που νιώθω κάθε φορά που κάποιος από εσάς το αναφέρει δεν μπορεί να μου την κλέψει κανένα παρασιτικό μηχάνημα.

(Φίλε Βασίλη, αφού σε ευχαριστήσω κι εγώ -μαζί με όλους τους φίλους του μπλογκ- σε προσκαλώ σε προχριστουγεννιάτικο podcast, για να γιορτάσουμε παρέα και να σε ακούσουν οι φίλοι του μπλογκ που πολύ τους αρέσεις. Να είσαι καλά. Την αγάπη μου.)

Το pitsirikos.net χρειάζεται τη βοήθειά σου

Στήριξε οικονομικά το pitsirikos.net, αν θεωρείς πως καλό είναι να υπάρχουν στην Ελλάδα και κάποιες φωνές που δεν δουλεύουν για τον Μαρινάκη, τον Αλαφούζο, τον Σαββίδη και τα άλλα παιδιά, οπότε μπορεί να διαβάσεις ή να ακούσεις κάτι διαφορετικό από αυτό που συμφέρει τους ολιγάρχες. Οι τρόποι στήριξης εδώ.

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.