Ο Βέλλιος, τα γουρούνια, και εμείς οι υπόλοιποι

Εκεί λοιπόν που πήγαινα την βραδινή βολτούλα μου με τον Βέλλιο, Πιτσιρίκο μου…
Τι ποιον Βέλλιο; Τον σκύλο μου!

Ναι, εγώ είχα αποφασίσει να μην αποκτήσω ξανα κατοικίδιο, αλλά ο Βέλλιος δεν το είχε ακούσει αυτό. Ή μπορεί και να το είχε πάρει κάπου το τεράστιο αυτί του, αλλά δεν τον ενδιέφερε. Οπότε ένα βράδυ μπήκε στην αυλή και έκλαιγε γιατί δεν μπορούσε να βγει. Του άνοιξα την πόρτα και βγήκε, έπεσα για ύπνο και μετά από λίγες ώρες νά σου τον ξανά. Σηκώθηκα και του άνοιξα πάλι, αυτή την φορά έκανε λίγα κόλπα πριν χαθεί στο σκοτάδι.

Την επόμενη ημέρα ο Βέλλιος έσκασε μύτη με βαλίτσες, οδοντόβουρτσα και ύφος αποφασισμένης για όλα γκόμενας που γνώρισες προχθές στο κλαμπ και ήπιατε έναν καφέ εχθές για να φύγει το χανγκόβερ, “τώρα κόψε τον σβέρκο σου, εγώ θα μείνω μαζί σου και την κόρη μας θα την πούμε Ανδρομάχη και τον γιο μας Μενέλαο, α, και του μπαμπά μου -δεν τον ξέρω τον μπαμπά σου- του μπαμπά μου λέω, δεν του αρέσουν τα σκουλαρίκια σου και το μούσι να το κοντύνεις λέει – μα δεν τον ξέρω τον μπαμπά σου, ούτε εσένα σε ξέρω, χθες γνωρ… – ακούς που σου λέω, να το κοντύνεις είπε…”.

Προβολή συνδυασμού στίχων του Τζιμάκου και αληθινής ιστορίας σε έναν φανταστικό διάλογο μεταξύ εμού και ενός σκύλου που μπήκε στην αυλή μου.

Υπάρχει σοβαρό θέμα εδώ, αγαπημένε μου Πιτσιρίκο και φίλοι του μπλογκ.

Ο Βέλλιος λοιπόν, αφού έκανε μερικά κόλπα για να τον μαζέψω, έκανε άλλα τόσα για να μου δραπετεύσει. Την πρώτη βραδιά δεν τον έδεσα και, όντας απισχνασμένος (κοκαλιάρης για τους λάτρεις της δημοτικής γλώσσας), ξεγλίστρησε μέσα από την καγκελόπορτα και ακολούθησε μία θειά. Την δεύτερη μασούλησε το λουρί του -όχι που θα το άφηνε, τσάμπα το δεκάευρο- και την ξανάκανε μέσα από τα κάγκελα. Και τις δύο φορές ήταν αρκετό να βγω με μία χούφτα κροκέτες και να κάνω δύο γύρους πάνω κάτω, ο ήρωάς μας ήρθε χαρωπός και χοροπηδηχτός και σάλταρε επάνω μου.

Πάμε λοιπόν απ΄την αρχή: Εκεί λοιπόν που πήγαινα την βραδινή βολτούλα μου με τον Βέλλιο, κατέβαινα μέσα στα σκοτάδια την κατηφόρα προς το νεκροταφείο του χωριού, όταν πάγωσε το αίμα μου. Όχι, δεν είχαν σηκωθεί τα ζόμπι από τους τάφους για να παίξουν μπάλα στο διπλανό γήπεδο. Στην μέση του δρόμου στεκόταν ένα μαύρο κτήνος, το οποίο δεν μπορούσα καθόλου να διακρίνω τι στο καλό ήταν.

Καθώς στην περιοχή τριγυρνάνε πλέον εδώ και χρόνια ελεύθερα αγριογούρουνα, μοσχάρια, αγελάδες, άλογα, σκέφτηκα πως μπορεί να είναι μοσχάρι. Μου φάνηκε ψηλό για γουρούνι, είχε μικρό κεφάλι για άλογο, και δεν είχα καμία μα καμία απολύτως διάθεση να το πλησιάσω περισσότερο για να του κάνω εξακρίβωση στοιχείων.

Ο Βέλλιος ανέμελος του κερατά, ήθελε να συνεχίσει την βόλτα του με κάθε κόστος, οπότε ζορίστηκα να τον τραβήξω πίσω. Κοκαλιάρης, αλλά όταν πρόκειται για βόλτα είναι σαν να έχει πάρει αναβολικά.

Την επόμενη, τι μ΄έβαλε ο διάολος, ρίχνω μία ματιά στην κατηφόρα, φωτίζω, ψυχή ζωντανή δεν υπήρχε. Από τον άλλο δρόμο δεν ήθελα να πάω γιατί, εξαιτίας ενός λάθους στο γαμωΤζιΠιΕς, εδώ και μία εβδομάδα όποιος θέλει να πάει βόρεια Εύβοια περνάει μέσα από το χωριό, αντί να πάει από τον κεντρικό δρόμο. Μην τα πολυλογώ γιατί μου αρέσει να τα πολυλογώ, άντε την κατηφοριά πάλι, με την γκλίτσα σε θέση μάχης και τα μάτια ανοιχτά. Περνάω το σημείο που είχα δει το κτήνος, δεν βλέπω κάτι ανησυχητικό.

Αλλά ξαφνικά ακούω…

Στους θάμνους, οι οποίοι παραμένουν τελείως ακίνητοι, υπάρχει κάτι και δεν είναι μοσχάρι. Είναι αγριογούρουνο. “Βέλλιο αγόρι μου – τρού στόρι, αυτολεξεί – βγήκαμε να κάνεις εσύ τα κακά σου, αλλά θα τα κάνω εγώ τα κακά μου πάνω μου, γαμώ το φελέκι σου για σκυλομπελά που έβαλα στο κεφάλι μου”, ψιθύρισα όσο πιο ψύχραιμα μπορούσα ώστε το γουρούνι να μην οσμιστεί τον φόβο μου, στον σκύλο που δεν έδινε δεκάρα για τα προειδοποιητικά “χρρ χρρρ” που ακούγονταν πίσω από τον θάμνο.

Γυρίσαμε στο σπίτι, εκείνη την ανηφόρα που όταν βγαίνω για τρέξιμο την κάνω σπρίντ, την μάτωσα βήμα βήμα μέχρι να την τελειώσω. Με τον Βέλλιο να αγνοεί τους κινδύνους της υπαίθρου, παρότι σύμφωνα με τον κτηνίατρο είναι περίπου εννιά μηνών και, λογικά, έχει ζήσει και τους εννιά μήνες στα χωράφια της περιοχής.

Θα μου πεις τώρα εσύ, εδώ δέκα εκατομμύρια νοματαίοι έχουμε ζήσει τη ζωή μας στην Ελλάδα και οι περισσότεροι δείχνουμε να αγνοούμε τους κινδύνους της χώρας. Ο σκύλος με μάρανε; Εγώ φοβάμαι να κυκλοφορήσω, έχω ακόμα λίγη αίσθηση της κατάντιας μάλλον, δεν έχω γίνει σαν τον Βέλλιο που το “χρρ χρρ” πίσω από τους θάμνους δεν του λέει τίποτα, ή τον μέσο κάτοικο της Ελλάδας, που η διάχυτη βρώμα και αποσύνθεση αυτής της κοινωνίας δεν του λέει τίποτα.

Βέβαια, κάπου κουράζεται να ανησυχεί ο άνθρωπος, συνηθίζει. Είμαι σίγουρος πως περισσότεροι γονείς ανησυχούν για το ότι δεν τους βγαίνουν τα χρήματα για να πάνε διακοπές φέτος με τα παιδιά τους, παρά για το ότι αν αρρωστήσει κάποιος στην οικογένειά τους δεν θα βρουν ιατρό και νοσοκόμο στο δημόσιο νοσοκομείο. Γιατί σου λέει, διακοπές θέλω κάθε χρόνο ρε φίλε, τώρα για την μία φορά στο εκατομμύριο που θα πάθει κάποιος από εμάς εγκεφαλικό, έμφραγμα, πνευμονία, αρρυθμία, κάταγμα, πυελονεφρίτιδα, σκωληκοειδίτιδα, ρήξη τυμπάνου, αποκόλληση αμφιβληστροειδούς, διάτρηση στομάχου, σηψαιμία, πολυοργανική ανεπάρκεια, τροχαίο δυστύχημα, γι αυτό θα ανησυχώ;

Και αν το πάθει το παιδί σου;

Δεν έχουν ανάγκη τα παιδιά, αντέχουν…

Άσε που, όπως έχω ξαναγράψει, στην Ελλάδα όλοι είναι απόλυτα υγιείς και θα ζούσαν μέχρι διακοσίων χρονών αν, μία μέρα που περνούσαν όλως τυχαίως έξω από κάποιο δημόσιο νοσοκομείο, δεν τους είχαν μαζέψει με την βία οι σατανικοί συνάδελφοί μου και δεν τους είχαν δολοφονήσει με σωρεία ιατρικών λαθών και παραλείψεων. Πόσες φορές άκουσα το υπέροχα ηλίθιο “εμείς όταν τον φέραμε στα Επείγοντα ήταν καλά” δεν μπορώ να θυμηθώ πλέον. Καθόταν ο άνθρωπος, έπινε το καφεδάκι του, έβλεπε τηλεόραση και ξαφνικά τον πήραν και τον έφεραν στα Επείγοντα ενώ ήταν καλά…

Ή το ηρωικό “από τι πέθανε η (107 ετών) μαμά μας, γιατρέ;”.

Αλλά όλα καλά, Πιτσιρίκο μου. Επειδή γεμίσαν τα @@ μου από το πολύ γράψιμο της πραγματικότητας, θα δανειστώ λίγο χώρο από τα @@ του Βέλλιου. Θα τα έχει για μερικούς μήνες ακόμα ώστε να ολοκληρωθεί η ανάπτυξή του, και μετά θα τα αφαιρέσουμε ώστε να βρει κι αυτός την ησυχία του.

Την αγάπη μας, από την άγρια Εύβοια

Βασίλης

Υ.Γ. Το επόμενο βράδυ, το γουρούνι έφερε παρέα και μας περίμενε έξω από το σχολείο. Δεν μπλέκεις.

(Φίλε Βασίλη, η χώρα είναι γεμάτη αγριογούρουνα αλλά τα ΜΜΕ πουλάνε τρόμο με λαγοκέφαλους σε ανθρώπους που παίζει να μην πάνε ούτε μια φορά στην θάλασσα. Αντιεμπορικά τα αγριογούρουνα, αν και -σε αντίθεση με τους λαγοκέφαλους- τρώγονται και έχουν και υπέροχη γεύση. Βασίλη, όπως ξέρουμε από την Οδύσσεια, που ο Άργος αναγνώρισε τον Οδυσσέα και μετά πέθανε, με έναν σκύλο είσαι καλυμμένος πλήρως στη ζωή. Εντάξει, ο άνδρας, εκτός από τον σκύλο, χρειάζεται και μια γυναίκα -για να κάνει τις δουλειές του σπιτιού και να της χώνει και καμιά σφαλιάρα πού και πού, για να του φεύγουν τα νεύρα· ναι, παιδιά, είναι μαύρο χιούμορ αλλά χιούμορ- ενώ η γυναίκα είναι μια χαρά και μόνο με τον σκύλο. Βασίλη, να τον χαίρεσαι τον Βέλλιο, μη φοβάσαι τα αγριογούρουνα και μακριά από τους ανθρώπους Ιούλιο και Αύγουστο, γιατί η ζέστη τρελαίνει τους ανθρώπους, που είναι ήδη τρελαμένοι. Να είσαι καλά. Την αγάπη μου. Και στον Βέλλιο.)

Το pitsirikos.net χρειάζεται τη βοήθειά σου

Στήριξε οικονομικά το pitsirikos.net, αν θεωρείς πως καλό είναι να υπάρχουν στην Ελλάδα και κάποιες φωνές που δεν δουλεύουν για τον Μαρινάκη, τον Αλαφούζο, τον Σαββίδη και τα άλλα παιδιά, οπότε μπορεί να διαβάσεις ή να ακούσεις κάτι διαφορετικό από αυτό που συμφέρει τους ολιγάρχες. Οι τρόποι στήριξης εδώ.

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.