Black is beautiful

Φίλε μου Πιτσιρίκο,
Στην εποχή του δικαιωματισμού, όλοι έχουμε δικαίωμα στην ανοησία και την ημιμάθεια. Έχουμε δικαίωμα στην άγνοια, και στην ιδέα ότι δεν υπάρχει τίποτα άλλο να μάθουμε εκτός από αυτό που ήδη γνωρίζουμε.

Ο ρατσισμός και η αδαής «παραλογική» των φυλετικών διακρίσεων, είναι κι αυτό ένα ανθρώπινο κοινωνικό κατασκεύασμα –όπως και τα δικαιώματα– και αποτελεί μια τεχνητή μορφή άγνοιας, μια τεχνητή αίσθηση ότι γνωρίζουμε ήδη ό,τι χρειάζεται να γνωρίζουμε.

Η φύση του ρατσισμού είναι πάντοτε η ίδια σε κάθε εποχή, αλλά, παρότι κοντεύουμε τα μισά του 21ου αιώνα, ακόμα δεν φαίνεται να μπορούμε να την διακρίνουμε στους εαυτούς μας και στην κυρίαρχη κουλτούρα.

Στην βάση του ο ρατσισμός ήταν και είναι ταξικός. Αυτό, φυσικά, δεν αναιρεί το γεγονός ότι μόνο ένας είναι ο κυρίαρχος ρατσισμός, καθώς μόνο η λευκή Δύση έχει καταφέρει να αποκτήσει παγκόσμια ηγεμονική θέση εντός του συστήματος που οι λευκοί έχουν εφεύρει και έχουν επιβάλλει με την δύναμη των όπλων τους και των οικονομιών τους: τον καπιταλισμό. Οι λευκοί ρατσιστές, όμως, δεν γνωρίζουν από ταξικό πόλεμο πια. Τον έχουν ξεχάσει, και γι’ αυτό επιδίδονται στις διάφορες μορφές του, και κυρίως στον φυλετικό ρατσισμό, που είναι αυτός που διαμορφώνει την ζωή και την εμπειρία των σκουρόχρωμων δύο τρίτων της ανθρωπότητας.

Εμείς, Πιτσιρίκο, μπορεί να γνωρίζουμε ότι ο ταξικός και ο φυλετικός ρατσισμός έχουν την ίδια ρίζα –τον βιομηχανικό καπιταλισμό ως συνέχεια του φεουδαρχικού αποικιοκρατικού καπιταλισμού– αλλά πολύ συχνά πέφτουμε στην παγίδα να φανταζόμαστε ότι το ξέρουν και οι άλλοι γύρω μας. Τα επιχειρήματα του ρατσισμού τον 17ο, 18ο και 19ο αιώνα, κατά την χρυσή εποχή της Δυτικής αποικιοκρατίας και παντοκρατορίας, είναι τα ίδια ακριβώς με τα επιχειρήματα που τον νομιμοποιούν και σήμερα. Μόνο η γλώσσα έχει αλλάξει, και ο τρόπος με τον οποίο εκφράζεται.

Το σίγουρο είναι, ότι αν ζεις και πας σχολείο σε μια χώρα της Δύσης, θα βγεις ρατσιστής. Κι αν δεν βγεις περήφανος ρατσιστής, θα βγεις σίγουρα ρατσιστής του «εγώ δεν είμαι ρατσιστής, αλλά…»

«Εγώ δεν είμαι ρατσιστής, αλλά η Ωραία Ελένη ήταν λευκή σαν το γάλα, και την εποχή που ντύνονταν όλοι με μανδύες εκείνη φορούσε αντηλιακό με SPF 100 για να διατηρεί την επιδερμίδα της φρέσκια, και προπαντός, λευκή.»

Δεν υπάρχει «αλλά» στον ρατσισμό. Χρειάζεται προσωπική ενασχόληση με τον εαυτό σου, όσο και προσωπική επιμόρφωση και σκέψη για να καταλήξει κανείς να αποβάλλει την ρατσιστική κατήχηση του –είτε είναι εμφανής, είτε κεκαλυμμένη–που μας προσφέρει η κυρίαρχη Δυτική εκπαίδευση και η κοινωνία στην οποία ζούμε. Δεν είναι μόνο το σχολείο, άλλωστε, είναι όλες οι πτυχές της κοινωνίας που αναπαράγουν αυτό το τεχνητό κατασκεύασμα. Όπως παρατήρησε εύστοχα και ο Πλάτωνας, ακόμα και τα τείχη της πόλης μας εκπαιδεύουν.

Αφορμή γι’ αυτό το κείμενο όπως κατάλαβες είναι οι διάφορες απόψεις που άκουσα από φίλους και γνωστούς αναφορικά με την απαράδεκτη απόφαση του Νόλαν να επιλέξει μια μαύρη ηθοποιό για τις ανάγκες του ρόλου της Ωραίας Ελένης στην νέα του ταινία, την «Οδύσσεια». Ως εκνευριστικά αιρετικό πνεύμα, είμαι φυσικά αντίθετος απέναντι σε αυτή την επιπόλαια και επιφανειακή κατά τη γνώμη μου, άποψη, και θα ήθελα να πω δυο-τρια πραγματάκια γιατί.

Η διαμάχη γύρω από την επιλογή μιας μαύρης ηθοποιού για τον ρόλο της Ωραίας Ελένης, από αυτά που έχω ακούσει και διαβάσει ως κριτική, φαίνεται να πλαισιώνεται γύρω από ανησυχίες για «ιστορική ανακρίβεια», ή την επιβολή μιας «woke ατζέντας» του Χόλιγουντ, αλλά πολύ συχνά υποκρύπτει υποβόσκουσες φυλετικές προκαταλήψεις του ατόμου που τις εκφράζει, είτε το αναγνωρίζει, είτε όχι.

Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή. Το κύριο επιχείρημα που χρησιμοποιείται ενάντια στη φυλετική διαφορετικότητα στη διανομή ρόλων, είναι όπως είπαμε η απαίτηση για ιστορική ακρίβεια. Ωστόσο, αυτό το επιχείρημα καταρρέει όταν εφαρμόζεται στην περίπτωση της Ωραίας Ελένης του Νόλαν για ποικίλους λόγους.

Για παράδειγμα, στα ομηρικά έπη η εμφάνιση της Ωραίας Ελένης δεν παρουσιάζεται ποτέ μέσα από ένα στατικό πορτρέτο τύπου απογραφής χαρακτηριστικών εμφάνισης. Ο Όμηρος αποκαλύπτει την ομορφιά της σχεδόν αποκλειστικά μέσα από τυποποιημένα επίθετα, τις αντιδράσεις όσων την αντικρίζουν, και τις δικές της αυτοκατηγορίες για το παρουσιαστικό της. Το αποτέλεσμα είναι μια γυναίκα που είναι ταυτόχρονα τρομακτικά όμοια με τις πανέμορφες αθάνατες θεές της αρχαιότητας, και, σύμφωνα με τα δικά της λόγια, μια «κυνώπιδα». Μια σκυλοπρόσωπη, δηλαδή.

Το πρωτότυπο κείμενο του Ομήρου δεν ζωγραφίζει μια ευκρινή φωτογραφική αναπαράσταση της Ωραίας Ελένης. Σου δίνει την εντύπωση της Ωραίας Ελένης. Λαμπερά πέπλα, ένα πρόσωπο που σωπαίνει τους γέροντες από δέος μπροστά στην όψη του, και μια φωνή που καταριέται την ίδια την ομορφιά της, την οποία όμως ο κόσμος δεν μπορεί να σταματήσει να κοιτάζει. Ο ξεκληρισμένος Πρίαμος, έχοντας δει τα παιδιά του να πεθαίνουν, παρά την πείνα, τις αρρώστιες, και το θανατικό μετά από μια δεκαετία συνεχούς πολέμου, αντί να καταριέται την Ελενάρα την κουκλάρα, φωνάζει πως είναι έτοιμος να θυσιάσει ακόμα περισσότερα για το προνόμιο να την κοιτάζει.

Η ομορφιά σκοτώνει.

Η Ωραία Ελένη είναι πρωτίστως μια μορφή της ελληνικής μυθολογίας. Αν και αυτά τα έπη ήταν εμπνευσμένα από μια ιστορική σύγκρουση –τον Τρωικό Πόλεμο, περίπου τον 12ο αιώνα π.Χ.– η ίδια η Ωραία Ελένη δεν είναι ένα τεκμηριωμένο ιστορικό πρόσωπο του οποίου η φυσική εμφάνιση μπορεί να επαληθευτεί. Επομένως, η εφαρμογή άκαμπτων και μονολιθικών προτύπων «ιστορικής ακρίβειας» σε έναν μυθικό χαρακτήρα, είναι εγγενώς λανθασμένη, και φαίνεται να έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την απόδοση του Ομήρου, και ίσως και με τα κίνητρα του σχετικά με αυτή την τόσο προφανή παράλειψη στην λεπτομέρεια της εξωτερικής της εμφάνισης.

Με λίγα λόγια, το τι βλέπει και τι φαντάζεται ο καθένας που γίνεται μάρτυρας είτε της μυθικής Ωραίας Ελένης, είτε της περιγραφής της στα ομηρικά έπη –κυρίως στην Ιλιάδα– είναι διαφορετικό, και επηρεασμένο από τις προσωπικές του προκαταλήψεις για το όμορφο.

Υπάρχουν, φυσικά, και άλλοι λόγοι που αναιρούν το επιχείρημα της ιστορικής ανακρίβειας. Το σύγχρονο Δυτικό κατασκεύασμα της ‘φυλής’ –βασισμένο σε μεγάλο βαθμό στην ιεραρχία του χρώματος του δέρματος και προερχόμενο από την πρώιμη περίοδο του καπιταλισμού- δεν υπήρχε στην αρχαία Ελλάδα. Οι αρχαίοι Έλληνες κατηγοριοποιούσαν τους ανθρώπους με βάση την γλώσσα που μιλούσαν, τον πολιτισμό που εξέφραζαν, και την καταγωγή τους από πόλεις-κράτη και άλλα βασίλεια και πολιτισμούς με τους οποίους έρχονταν σε επαφή, και όχι με βάση τις ιεραρχικές φυλετικές κατηγορίες της σύγχρονης ρατσιστικής σκέψης. Παράδειγμα γι’ αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει ο θαυμασμός των αρχαίων Ελλήνων για τους Αιθίοπες. Η προβολή, επομένως, των σύγχρονων φυλετικών διακρίσεων σε αρχαίες μυθολογικές μορφές, είναι αναχρονιστική.

Ο αρχαίος μεσογειακός κόσμος ήταν ένας κόσμος πολύ έντονα διασυνδεδεμένος μέσω του εμπορίου, της μετανάστευσης, και της μετακίνησης πληθυσμών λόγω των αλληλοκατακτήσεων και των πολέμων. Ήταν μια ποικιλόμορφη περιοχή που περιελάμβανε τις χιλιετής αλληλεπιδράσεις μεταξύ όλων των πληθυσμών της Νότιας Ευρώπης, της Βόρειας Αφρικής και της Δυτικής Ασίας. Η υπόθεση ότι η αρχαία Ελλάδα ήταν μια φυλετικά ομοιογενής «λευκή» κοινωνία, και ένας αυτόγονος, αυτόνομος και αυτοφυής πολιτισμός, αγνοεί την ιστορική πραγματικότητα της αρχαιότητας και του αρχαίου Ελληνικού πολιτισμού.

Ο σάλος φαίνεται να πηγάζει από μια ανεξέταστη και ιστορικά ανακριβής υπόθεση ότι η «λευκότητα» είναι το προεπιλεγμένο και καθιερωμένο πρότυπο για τους χαρακτήρες της κλασικής αρχαιότητας, ιδιαίτερα για εκείνους που αντιπροσωπεύουν το ιδεώδες της ομορφιάς, αλλά και της ανδρείας. Αυτή η Δυτική προκατάληψη δεν είναι τυχαία. Κατά τη διάρκεια των αιώνων από το Διαφωτισμό εώς σήμερα, η ευρωπαϊκή τέχνη και λογοτεχνία απεικόνιζαν συχνά τις μορφές της κλασικής αρχαιότητας ως βορειοευρωπαϊκές, δίνοντας τους βορειοευρωπαϊκά χαρακτηριστικά, και έτσι διεκδικώντας ουσιαστικά την ελληνική και ρωμαϊκή ιστορία και μυθολογία ως αποκλειστική κληρονομιά των σύγχρονων λευκών Ευρωπαίων. Αυτή η διαδικασία καθιέρωσε ένα φαντασιακό πρότυπο όπου πολλοί θεατές πλέον λανθασμένα εξισώνουν με την «ιστορική ακρίβεια».

Άλλο ‘white’, και άλλο ‘whitewashed’.

Αυτό φυσικά βόλευε τόσο τους Ευρωπαίους, προσδίδοντας τους μια ευγενή καταγωγή, αλλά και τους Έλληνες, οι οποίοι διεκδικούν έτσι την λευκή ευρωαπαϊκότητα τους. Όταν επιλέγεται μια μαύρη ηθοποιός, αυτή η μακροχρόνια και ανακριβής φαντασιακή Δυτική παράδοση διαταράσσεται. Το κίνητρό της δεν είναι πραγματικά η υπεράσπιση της ιστορικής πραγματικότητας, αλλά η υπεράσπιση αυτής της ευρωκεντρικής αναπαράστασης της αρχαιότητας, και την τοποθέτηση της λευκότητας ως τον χρυσό κανόνα για την κλασική ομορφιά και τον ηρωισμό.

Η πιο ξεκάθαρη ένδειξη ότι ο σάλος καθοδηγείται από φυλετική προκατάληψη παρά από μια γνήσια αγωνία για την αποκατάσταση της ιστορική αυθεντικότητας, είναι ο επιλεκτικός χαρακτήρας της οργής.

Οι ιστορικές και μυθολογικές ταινίες και σειρές της Δύσης συστηματικά παίρνουν τεράστιες ελευθερίες με την πραγματική ιστορία – χρησιμοποιώντας ιστορικά ανακριβείς πανοπλίες και οπλισμό, απεικονίζοντας αναχρονιστικές κοινωνικές δομές, συμπυκνώνοντας τα χρονοδιαγράμματα των ιστορικών γεγονότων, ή βάζοντας τους χαρακτήρες να μιλούν με βρετανικές προφορές. Ή, ακόμα χειρότερα στην περίπτωση του Ράσελ Κρόου στον “Μονομάχο”, με αυστραλιανή προφορά. Αυτές οι ανακρίβειες βέβαια σπάνια προκαλούν το επίπεδο της παρατεταμένης και συγχρονισμένης οργής που προκαλεί η φυλετική διαφορετικότητα στη διανομή ρόλων, όπως στην περίπτωση της πανέμορφης Λουπίτα Νιόνγκ’ο.

Έχουν περάσει 63 χρόνια από την κυκλοφορία της «Κλεοπάτρας», και σπάω το κεφάλι μου να προσπαθώ να θυμηθώ την ίδια δριμεία κριτική και αγανάκτηση για την κατάχλωμη απόχρωση του δέρματος της αλβιώνας Ελίζαμπεθ Τέιλορ, ή τα καστανόξανθα μαλλιά και τα πράσινα μάτια του Ουαλού Ρίτσαρντ Μπάρτον, αν και γνωρίζουμε ότι οι Ρωμαίοι ήταν όπως οι περισσότεροι Μεσογειακοί άνδρες ελαιόδερμοι, με σκούρα μαλλιά και καφέ μάτια. Η επιλεκτική μας ιστορική μνήμη φαίνεται να αγνοεί πως στην ρατσιστική κοινωνία απαρτχάιντ των Ηνωμένων Πολιτειών την δεκαετία του ‘60, οι ρόλοι των ταινιών του Χόλιγουντ μοιράζονταν σε αποκλειστικά Δυτικούς λευκούς και μέλη της «λευκής ανώτερης φυλής».

Η παράδοση αυτή συνεχίστηκε φυσικά και πολλές δεκαετίες μετά την διεκδίκηση της ισότητας των μαύρων στις ΗΠΑ, γι’ αυτό και οι ταινίες με μαύρους πρωταγωνιστές, ή, Θεός φυλάξει, με ολόκληρο μαύρο ή σκουρόχρωμο κάστ, αποτελούν ένα πάρα πολύ μικρό ποσοστό των συνολικών κινηματογραφικών παραγωγών στις ΗΠΑ και την Ευρώπη, ακόμα και σήμερα. Ένα πλήρες λευκό κάστινγκ ρόλων, δεν φαίνεται να εξοργίζει κανέναν.

Τόσες δεκαετίες και ακόμα να ακούσω κάποια δριμεία κριτική γι’ αυτό. Μάλλον σύμπτωση θα είναι.

Όταν οι θεατές αποδέχονται εύκολα θεϊκές παρεμβάσεις, μαγεία, ιστορικά ανακριβή όπλα και πανοπλίες, και χαρακτήρες που μιλούν σύγχρονα αγγλικά με στομφώδη βρετανική προφορά, αλλά θεωρούν ότι ένας μαύρος ηθοποιός σε έναν ιστορικό ή μυθολογικό ρόλο καταστρέφει την ιστορική ακρίβεια, αυτό υποδηλώνει ότι το βασικό ζήτημα δεν είναι η ιστορική πιστότητα, αλλά η παρουσία ανθρώπων με το «κατάλληλο» χρώμα δέρματος σε ρόλους που παραδοσιακά ήταν–και είναι ακόμα σε τεράστιο βαθμό– «ιδιοκτησία» των λευκών ηθοποιών με βορειοευρωπαϊκή καταγωγή. Το επιχείρημα, λοιπόν, της «ιστορικής ακρίβειας» χρησιμεύει ως ένα κοινωνικά αποδεκτό προκάλυμμα γι’ αυτή ακριβώς την κεκαλυμμένη ρατσιστική δυσφορία.

Είμαι, άλλωστε, βέβαιος, ότι δεν θα είχαμε αυτή τη συζήτηση αν τον ρόλο της ωραίας μαύρης Λουπίτα Νιόνγκ’ο τον έπαιρνε η ωραία και κατάλευκη σκανδιναβή Σκάρλετ Γιόχανσον.

Ο όλος σάλος, λοιπόν, και το ρατσιστικό τρολάρισμα για την επιλογή μιας μαύρης ηθοποιού ως Ωραίας Ελένης, χρησιμοποιεί τη γλώσσα της «ιστορικής ακρίβειας» και του «αντι-woke» συναισθήματος, για να συγκαλύψει την ταυτοτική εξάρτηση μας από ρατσιστικά φυλετικά κοινωνικά κατασκευάσματα, την υπεράσπιση των ευρωκεντρικών φαντασιακών παραδόσεων που θέλουν τους αρχαίους Έλληνες και τους Ρωμαίους να παρουσιάζονται ως πρόγονοι των βορειοευρωπαίων, και μια επιλεκτική εφαρμογή των ιστορικών προτύπων, όπως βολεύει στις προκαταλήψεις του καθενός. Μια εκδήλωση συγκαλυμμένου ρατσισμού, ριζωμένου στην αποικιοκρατική επιθυμία για φυλετική παγίωση των «αγνών» εξωτερικών χαρακτηριστικών των Δυτικών λαών, και στην εφεύρεση μιας Μανιχαϊστικής διαίρεσης του πολιτισμικού χώρου της Μεσογείου κατά την αρχαιότητα.

Το ασβέστωμα της αρχαιότητας, φυσικά, δεν είναι κάτι καινούργιο. Οι επικριτές της επιλογής της Λουπίτα Νιόνγκ’ο φαίνεται να αγνοούν ότι οι ιστορικές πηγές υποδηλώνουν ότι η σύγχρονη αντίληψη μιας αμιγώς «λευκής» ελληνικής αρχαιότητας είναι μια σχετικά πρόσφατα εφευρημένη Δυτική παράδοση. Ο μεγάλος Έντουαρντ Σαΐντ, σημειώνει ότι ενώ οι Έλληνες συγγραφείς αναγνώριζαν ανοιχτά τις υβριδικές ρίζες του πολιτισμού τους από τους αιγυπτιακούς και λεβαντινούς πολιτισμούς, οι Ευρωπαίοι φιλόλογοι του κατεξοχήν ρατσιστικού 19ου αιώνα επανασχεδίασαν την Ελλάδα ως «άρια», εκκαθαρίζοντας ή αποκρύπτοντας ενεργά τις αφρικανικές και ανατολικές συνδέσεις της προς όφελος μιας «αττικής καθαρότητας» της λευκής Ευρωπαϊκής «φυλής»

Η επιμονή πολλών στην φυλετική λευκότητα της Ωραίας Ελένης ενισχύει λοιπόν ένα αποικιακό αφήγημα που αντιμετωπίζει την παγκόσμια ιστορία ως κάτι που μπορεί να ειδωθεί μόνο από ένα Δυτικό πολιτισμικό πρίσμα, το οποίο αποκαθιστά την λαμπρή ιστορία της Μεσογειακής αρχαιότητας μόνο σε όσους θεωρεί άξιους, που κατά διαβολική σύμπτωση είναι όλοι λευκοί με βορειοευρωπαϊκή καταγωγή.

Ο διακεκριμένος καθηγητής Ανθρωπιστικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, Χόμι Μπάμπα, υποστηρίζει ότι ο αποικιακός λόγος εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την έννοια της «παγιότητας», μιας ιδεολογικής κατασκευής της ετερότητας που κρατά τους ανθρώπους «στη θέση τους». Η ιστορική «παγιότητα» του Μπάμπα αντανακλά την πεποίθηση ότι ορισμένοι μύθοι αποτελούν αποκλειστική «ιδιοκτησία» της Δύσης. Σε αυτό το πλαίσιο, μια μαύρη ηθοποιός που ενσαρκώνει το απόλυτο σύμβολο της θηλυκής ομορφιάς, θεωρείται όχι απλώς ως μια καλλιτεχνική επιλογή του σκηνοθέτη, αλλά ως μια εσκεμμένη παραβατική πράξη που απειλεί την ήδη θεμελιωμένη προκατάληψη της φυλετικής ιεραρχίας, που θέλει τη λευκή «φυλή» στην κορυφή της πυραμίδας.

Κατά τον Μπάμπα, το «ακατάλληλο υβρίδιο» προσβάλει την κυρίαρχη αισθητική όχι επειδή διαφέρει τόσο από το πρωτότυπο, αλλά επειδή ο ορισμός του πρωτότυπου μονοπολεί τον χώρο που διεκδικεί στην συνείδηση όσων επωφελούνται από τον ορισμό του, και επομένως από τον ρατσισμό του. Η δυσφορία προκύπτει επειδή η μαύρη ηθοποιός καταλαμβάνει τη θέση που προορίζεται «δικαιωματικά» σε μια λευκή ηθοποιό, δημιουργώντας μια φαντασιακή «απειλή» για τη ναρκισσιστική αυθεντία της Δύσης.

Το λευκό ξέπλυμα της ιστορίας από τους ρατσιστές αποικιοκράτες ιστορικούς του 19ου αιώνα, σύμφωνα με τον εξέχοντα Φραντς Φανόν, καταδεικνύει τον αποικιακό κόσμο ως τμηματοποιημένο και διαιρεμένο σε «διαφορετικά είδη». Αν ζούσε σήμερα ο Φανόν, θα παρατηρούσε μια σύγχρονη απόπειρα επιβολής του κανόνα ότι ο σκουρόχρωμος ιθαγενής πρέπει να «μείνει στη θέση του», αυτή που του καθορίζει ο λευκός αποικιοκράτης ιστορικός ως άλλοθι για την βία που του επιβάλλει. Μέσα σε αυτό το ρατσιστικό πλαίσιο, συγκεκριμένοι ρόλοι όπως ο επικός ήρωας ή η θεϊκή ομορφιά, είναι αποκλειστικές «λευκές ζώνες», ενώ οι σκουρόχρωμοι ηθοποιοί θα πρέπει να είναι και ευχαριστημένοι κιόλας να παραμείνουν στους στερεοτυπικούς ρόλους που έχουν προκαθοριστεί γι’ αυτούς, εις τον αιώνα τον άπαντα.

Ένα από τα μεγαλύτερα πνεύματα των μετα-αποικιακών σπουδών, ο Αιμέ Σεζέρ, υποστήριζε ότι η αποικιοκρατική σκέψη ισοδυναμεί με «αντικειμενοποίηση» των σκουρόχρωμων κατεκτημένων λαών. Όταν το κοινό οργίζεται από μια μαύρη Ωραία Ελένη, συμμετέχει σε μια απανθρωποποίηση που αρνείται να αναγνωρίσει την αξία ή την ανθρώπινη δυναμική του μαύρου ανθρώπου έξω από το υποδεέστερο στερεότυπο που του επιβάλλει ο λευκός κατακτητής. Ενώ, υπό το αγέρωχο πρίσμα του Εντουάρντο Γκαλεάνο, η κριτική είναι ακόμα σκληρότερη, περιγράφοντας μια «κουλτούρα απατεώνων» όπου οι ιδιοκτήτες του κόσμου αναγκάζουν τους άλλους να κοιτάζονται σε έναν καθρέφτη δικής τους επινόησης. Ότι οι ισχυροί καλλιεργούν την ιστορική νοσταλγία ενός μυθικού πρότερου μεγαλείου τους με μοναδικό σκοπό να νομιμοποιήσουν τα σημερινά προνόμιά τους, αντιμετωπίζοντας την ιστορία σαν ένα μουσείο με ταριχευμένες ταυτότητες που μένουν αναλλοίωτες στον χρόνο. Κατά την άποψη του, ο Γκαλεάνο υποστηρίζει ότι στην πραγματικότητα ο λευκός κατακτητής επιδιώκει με αυτόν τον τρόπο να διατηρήσει μια ακρωτηριασμένη ιστορική μνήμη, που καταλήγει να καταδικάζει το πανανθρώπινο ουράνιο τόξο στο σκοτάδι της ιστορικής λήθης.

Όποιος έχει ασχοληθεί με τις μετα-αποικιακές σπουδές, γνωρίζει ότι το «δικαίωμα» στην αναπαράσταση της Ανατολής, ή του «άλλου», υπήρξε ιστορικά ένα Δυτικό προνόμιο. Η αγανάκτηση για μια μαύρη Ωραία Ελένη είναι λοιπόν μια προσπάθεια επαναεπιβεβαίωσης της κυρίαρχης Δυτικής ταυτότητας, η οποία αποφασίζει ποιος έχει το «δικαίωμα» να έχει σημασία, και ποιος πρέπει να το βουλώσει και να παραμείνει ευχαριστημένος με ό,τι του δίνεται. Αυτό δεν αποτελεί «υπεράσπιση της ιστορίας», αλλά μια άσκηση «γεωγραφικής βίας» πάνω στο φαντασιακό του ιστορικού μύθου.

Το μόνο που καταφέρνει, είναι να προστατεύει την κυρίαρχη στάση που θεωρεί το μαύρο σώμα ανίκανο να εκπροσωπήσει ένα καθολικό ανθρώπινο ιδεώδες, όπως αυτό της εκθαμβωτικής ομορφιάς της μυθικής Ωραίας Ελένης.

Ο μόνος τρόπος να αποτινάξουμε αυτή τη ρατσιστική κατήχηση που έχει μολύνει τα μυαλά μας, είναι να αντιστρέψουμε τους επιβεβλημένους ρόλους που μας έχει ορίσει η κυρίαρχη λευκή κουλτούρα. Όπως σημείωσε ο Φανόν, για τον αποικιοκράτη, το ότι «οι τελευταίοι πρέπει να γίνουν πρώτοι», αποτελεί απειλή για ολόκληρο το ηθικό και υλικό σύμπαν της αποικιοκρατίας.

Και ό,τι είναι κακό για την αποικιοκρατία, είναι κακό και για τον καπιταλισμό.

Η ιστορική αλήθεια όμως είναι άβολη για το κυρίαρχο Δυτικό αφήγημα της ιστορίας. Η ιστορία, βλέπεις, δεν ξεκινά στην αρχαία Ελλάδα, ούτε στην αρχαία Κίνα, την αρχαία Αίγυπτο και την αρχαία Μεσοποταμία.

Όποιος νομίζει ότι ανήκει στην μαύρη φυλή, είναι αμαθής και ανόητος.

Όποιος νομίζει ότι ανήκει στην καφέ φυλή, είναι αμαθής και ανόητος.

Όποιος νομίζει ότι ανήκει στην κίτρινη φυλή, είναι αμαθής και ανόητος.

Όποιος νομίζει ότι ανήκει στην ερυθρά φυλή, είναι αμαθής και ανόητος.

Και, φυσικά, όποιος ανήκει στην κυρίαρχη λευκή φυλή, είναι αμαθής και ανόητος.

Η ανθρώπινη ιστορία ξεκινά 300.000-500.000 χρόνια πριν, και η μόνη ιστορική αλήθεια είναι ότι υπάρχει μόνο μία φυλή, η ανθρώπινη φυλή, και ότι όλοι οι άνθρωποι πάνω στη Γη είμαστε 30α-50α ξαδέρφια με γενετική ομοιότητα μεγαλύτερη από αυτή μεταξύ δύο σταγόνων νερού, της τάξεως του 99.9%, και ότι όλοι οι λευκοί δεν είναι τίποτε άλλο παρά ξεθωριασμένοι Αφρικανοί. Μια αποεξέλιξη του μαύρου αφρικανικού πρωτότυπου, και μια ταυτόχρονη εξέλιξη των μεταναστών της Αφρικανικής ηπείρου, καθώς η εξελικτική αλλαγή στα επίπεδα μελατονίνης επέτρεψε στους ξεθωριασμένους μαύρους προγόνους μας να προσαρμοστούν καλύτερα στο συννεφιασμένο, κρύο και αφιλόξενο κλίμα της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης, χωρίς να υποφέρουν τα συμπτώματα των πιο σκουρόχρωμων, των οποίων τα γονίδια εξαφανίστηκαν από την Γηραιά Ήπειρο στο βάθος του χρόνου.

Αλλά η ιστορική αλήθεια είναι μια άβολη αλήθεια, τόσο για το κυρίαρχο σύστημα, όσο και για το προνόμιο όσων ταυτίζονται με την κυρίαρχη «λευκή φυλή», ή με βάση οποιασδήποτε ιδεολογίας περί φυλετικής ανωτερότητας, ανεξαρτήτως επιδερμικής χρωματοποίησης.

Όλες οι ιδεολογίες υπεροχής και ανωτερότητας, είναι άλλωστε το ίδιο αποκρουστικές και απεχθείς. Είναι καιρός να τις ξεφορτωθούμε, αν θέλουμε να επιβιώσουμε ως είδος.

Από το μακρινό Αιγαίο του ανάδρομου Ποσειδώνα, με αγάπη,

Κώστας

(Φίλε Κώστα, όπως γράφεις στο κείμενό σου -κι έχω γράψει κι εγώ δεκάδες φορές- υπάρχει μόνο μια φυλή, η ανθρώπινη φυλή. Και, κατά την ταπεινή μου γνώμη, ο μόνος ρατσισμός είναι κατά των φτωχών. Όσο για τα χρώματα των ηθοποιών σε διάφορους ρόλους στο Χόλιγουντ, δεν υπάρχει πιο αστείο παράδειγμα, από τον καστανόξανθο γαλανομάτη Χριστό. Όποιος ενδιαφέρεται για την Οδύσσεια, ας την διαβάσει. Είναι ένα σπουδαίο έργο και, όταν το διαβάζεις, δεν σε απασχολεί ιδιαίτερα η εξωτερική εμφάνιση του Οδυσσέα. Να είσαι καλά. Την αγάπη μου.)

Το pitsirikos.net χρειάζεται τη βοήθειά σου

Στήριξε οικονομικά το pitsirikos.net, αν θεωρείς πως καλό είναι να υπάρχουν στην Ελλάδα και κάποιες φωνές που δεν δουλεύουν για τον Μαρινάκη, τον Αλαφούζο, τον Σαββίδη και τα άλλα παιδιά, οπότε μπορεί να διαβάσεις ή να ακούσεις κάτι διαφορετικό από αυτό που συμφέρει τους ολιγάρχες. Οι τρόποι στήριξης εδώ.

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.