Πέτρος Νταγλαράς

Το βράδυ της 15ης Νοεμβρίου του 1973, ο Πέτρος Νταγλαράς βρίσκεται στην Κυψέλη. Ο Πέτρος έχει πέσει με τα μούτρα ανάμεσα στα σκέλια της Στέλλας Μπαλαλάικα και της χαρίζει το καλύτερο γλειφομούνι της ζωής της. Τα ουρλιαχτά της καλύπτονται από τον ήχο του πικ απ που παίζει Τζο Ντασέν στη διαπασών.

Ο Πέτρος γνώρισε την Στέλλα το βράδυ της 10ης Νοεμβρίου στο Σύνταγμα στον «Παπασπύρου», σημείο συνάντησης τεκνατζούδων της καλής κοινωνίας με νταβραντισμένους νεαρούς που διψούσαν για ερωτικές εμπειρίες με ώριμες κυρίες και για ένα καλό πουρμπουάρ.

Αφού τον κέρασε ένα παγωτό Σικάγο με μπισκότο, σιρόπι κεράσι και μπόλικο αμύγδαλο, του είπε πως θα τον περιμένει στο αυτοκίνητό της στην Καραγιώργη Σερβίας.

Λίγο αργότερα, στον Λυκαβηττό, η Στέλλα Μπαλαλάικα διαπίστωνε πως ο Πέτρος Νταγλαράς ήταν εξαιρετικά προικισμένος από τη φύση. Ακριβώς την ίδια διαπίστωση έκαναν και οι δυο κύριοι που τους έπαιρναν μάτι από τα παράθυρα του αυτοκινήτου.

Το κεφάλι της Στέλλας ανεβοκατέβαινε πάνω στο τεράστιο πέος του Πέτρου και χτυπούσε στην οροφή του Autobianchi.

«Δεν είναι πούτσα αυτή, αγόρι μου, αυτή είναι η πηγή με το αθάνατο νερό» είπε εντυπωσιασμένη από την ποσότητα και την ορμή του σπέρματός του η Στέλλα Μπαλαλάικα και έσκυψε ξανά πάνω στην πηγή, για να κατακτήσει την αθανασία.

Αφού ξεδίψασε, ανακάθισε στο κάθισμα του οδηγού, έφτιαξε τα μαλλιά της, διόρθωσε το μακιγιάζ της στον καθρέφτη, άναψε δυο τσιγάρα και του πρόσφερε το ένα. 22 μπλε.

Φυσικά, δεν θα άφηνε τέτοιο κελεπούρι να πάει χαμένο, οπότε, όταν ο Πέτρος την φίλησε και πήγε να βγει από το αυτοκίνητο, του έβαλε διακριτικά πέντε κατοστάρικα στην τσέπη και του ζήτησε το τηλέφωνό του.

Ο 24χρονος φοιτητής της Νομικής -που χρωστούσε 30 μαθήματα για το πτυχίο- έγραψε το νούμερό του σε ένα χαρτί και της είπε πως, αν το σηκώσει η μάνα του, να της πει πως είναι καθηγήτριά του στη σχολή.

Ο Πέτρος Νταγλαράς δέχτηκε να πάει στο σπίτι της Στέλλας Μπαλαλάικα το βράδυ της 15ης Νοεμβρίου, αφού πρώτα η Στέλλα τον διαβεβαίωσε πως ο άντρας της έλειπε σε πολυήμερο ταξίδι για δουλειά στην Θεσσαλονίκη και δεν θα επέστρεφε πριν από την επόμενη εβδομάδα.

Φρόντισε ακόμα να τον ενημερώσει πως ο σύζυγός της –που την περνάει 15 χρόνια- είχε προβλήματα στύσης, οπότε αυτή αναγκαζόταν να αναζητεί τρόπους για να ημερέψει τις σεξουαλικές ορμές της.

Για την ακρίβεια, του είπε «είναι ανίκανος ο μαλάκας ο άντρας μου. Περηφανεύεται ο καραγκιόζης στους φίλους του πως με καρφώνει δυο φορές την ημέρα και έχει να με πηδήσει από την 21η Απριλίου του 1967. Τότε του σηκώθηκε για τελευταία φορά. Μόλις είδε τον Γεώργιο Παπαδόπουλο».

Το άνετο διαμέρισμα της Φωκίωνος Νέγρη είναι άνω κάτω. Οι δυο εραστές κυνηγιούνται από δωμάτιο σε δωμάτιο παρασύροντας στο πέρασμά τους έπιπλα και αντικείμενα.

Η ακόρεστη σεξουαλική επιθυμία της Στέλλας Μπαλαλάικα δεν προβληματίζει τον Πέτρο Νταγλαρά που είναι ένα ερωτικό κτήνος, ένας ακούραστος επιβήτορας. Πού και πού σταματούν για λίγο τις ερωτικές περιπτύξεις για να βάλουν ξανά από την αρχή στο πικ απ τον δίσκο του Τζο Ντασέν που καλύπτει τους ερωτικούς τους στεναγμούς.

«Πού τα έμαθες όλα αυτά αγόρι μου;» λέει κάθε λίγο και λιγάκι η Στέλλα Μπαλαλάικα στον Πέτρο Νταγλαρά. «Σου είπα, στη Νομική. Έχω πηδήσει όλες τις καθηγήτριες» «Μόνο τις καθηγήτριες;» «Πήδησα και έναν καθηγητή» «Και γιατί δεν σε περνάνε στις εξετάσεις, αγόρι μου;» «Φοβούνται πως θα με χάσουν».

Την ώρα που η Στέλλα του λέει πως θα μπορούσε να είναι μητέρα του και αυτός μπαίνει για μια ακόμα φορά μέσα της φωνάζοντας «Τι σου κάνω μάνα μου;», ο Πέτρος συνειδητοποιεί πως έχουν κι άλλη παρέα εκτός από τον Τζο Ντασέν.

Ένας μεγαλόσωμος καραφλός αστυνομικός με τεράστιο μουστάκι στέκεται στην είσοδο του σπιτιού και τους κοιτάει αγριεμένος.

Ο Πέτρος τον κοιτάει σαστισμένος, απορεί για την παρουσία του αστυνομικού, κοιτάει και την Στέλλα που είναι έντρομη, σηκώνεται από τον καναπέ και του λέει «Δεν κάνουμε τίποτα κακό, κύριε αστυνόμε» «Τι δεν κάνετε τίποτα κακό, ρε μαλακισμένο, γαμώ τον Χριστό σου και την Παναγία σου! Πηδάς την γυναίκα μου μέσα στο σπίτι μου, γαμώ το μουνί που σε πέταγε!».

«Νώντα, να σου εξηγήσω!» πετιέται η Στέλλα.
«Σκάσε, μωρή ψωλοτσακίστρα που θα μου εξηγήσεις κιόλας!»

«Μα είστε ανίκανος» καταφέρνει να ψελλίσει ο Πέτρος Νταγλαράς. «Ποιος είναι ανίκανος, ρε μουνόπανο;» ουρλιάζει ο αστυνομικός και φέρνει το χέρι του προς τη ζώνη του.

Ο Πέτρος σκέφτεται πως ο αστυνομικός σκοπεύει να του αποδείξει πως είναι ακμαίος, ντούρος και βαρβάτος –χαρίζοντάς του μια πρωτόγνωρη εμπειρία- αλλά συμβαίνει κάτι πολύ χειρότερο: ο αστυνομικός βγάζει ένα περίστροφο.

Ο Πέτρος Νταγλαράς και η Στέλλα Μπαλαλάικα δεν θα μπορούσαν να γνωρίζουν πως ο Επαμεινώνδας Μπαλαλάικας θα επέστρεφε ξαφνικά από την Θεσσαλονίκη και θα τους έβρισκε καβάλα στο κρεβάτι. Η Στέλλα είπε στον Πέτρο πως ο άνδρας της λείπει για δουλειά στην Θεσσαλονίκη αλλά ξέχασε να τον ενημερώσει πως το στεφάνι της είναι υψηλόβαθμος αξιωματικός της Αστυνομίας Πόλεων.

Το παράνομο ζευγάρι, πάνω στον ερωτικό του οίστρο, δεν έχει πάρει χαμπάρι τι συμβαίνει στην Αθήνα.

Ο Επαμεινώνδας –«Νώντας» για τους φίλους του- Μπαλαλάικας επέστρεψε νωρίτερα στην Αθήνα, μετά από τηλεφώνημα που δέχτηκε από την υπηρεσία του. «Κάτι κωλόπαιδα έχουν κλειστεί στο Πολυτεχνείο και διαδηλώνουν κατά του καθεστώτος» του είπε ο ανώτερός του και τον διέταξε να επιστρέψει αμέσως.

Βέβαια, ο Νώντας Μπαλαλάικας δεν είχε βρεθεί για δουλειά στην Θεσσαλονίκη, όπως είχε πει στη σύζυγό του· ο Νώντας διατηρούσε παράλληλη οικογένεια με μια Σαλονικιά που είχε τα μισά μπουρδέλα της συμπρωτεύουσας. Αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία.

Μόλις ο Πέτρος Νταγλαράς βλέπει το όπλο στο χέρι του Επαμεινώνδα Μπαλαλάικα να τον σημαδεύει, κατουριέται από τον φόβο του και κλείνει τα μάτια του, περιμένοντας το μοιραίο. «Κοίτα τον χέστη, κατουρήθηκε» λέει περιφρονητικά ο Μπαλαλάικας και βάζει τα γέλια.

Ο Πέτρος ανοίγει τα μάτια του, βλέπει τον Μπαλαλάικα να τραντάζεται από τα γέλια και πετάγεται από το κρεβάτι, κάνοντας μια κίνηση προς την μπαλκονόπορτα· έχει ξεχάσει πως το διαμέρισμα είναι στον πέμπτο όροφο.

«Πού πας, ρε κωλόπαιδο;» φωνάζει ο Μπαλαλάικας και τραβάει την σκανδάλη. Το πιστόλι δεν εκπυρσοκροτεί γιατί δεν έχει σφαίρες.

Ο Μπαλαλάικας αρχίζει να ψάχνει για τις σφαίρες στις τσέπες του, η Στέλλα ουρλιάζει και ο Πέτρος Νταγλαράς καταλαβαίνει πως πρέπει να κάνει κάτι αμέσως. Πέφτει με όλη του τη δύναμη πάνω στον Μπαλαλάικα που του κλείνει τον δρόμο προς την εξώπορτα, τον πετάει κάτω, αρπάζει το πουκάμισό του και το παντελόνι του από το πάτωμα και ορμάει γυμνός προς την έξοδο.

Κατεβαίνει κουτρουβαλώντας τις σκάλες της πολυκατοικίας και, μόλις βγαίνει στον δρόμο, φοράει το παντελόνι του και αρχίζει να τρέχει προς την οδό Πατησίων, προσπαθώντας, παράλληλα, να φορέσει το πουκάμισό του. Μετά από μερικά μέτρα, ακούει μια σφαίρα να σφυρίζει δίπλα από το κεφάλι του και συνειδητοποιεί με τρόμο πως ο Μπαλαλάικας τον ακολουθεί.

Αν και ξυπόλυτος, τρέχει με όλη του τη δύναμη κάνοντας ζιγκ ζαγκ. Οι φτέρνες του έχουν ματώσει, δεν μπορεί να πάρει ανάσα αλλά δεν σταματάει. Αν σταματήσει, θα πεθάνει. Το ξέρει. Στα αυτιά του φτάνουν οι βρισιές του Μπαλαλάικα, ενώ ακούγονται πυροβολισμοί. Αν και η ώρα είναι περασμένη, οι δρόμοι είναι γεμάτοι περιπολικά και αστυνομικούς.

Είναι πανικοβλημένος. Αλλάζοντας συνέχεια κατεύθυνση, βρίσκεται στο πεδίο του Άρεως. Κρύβεται πίσω από ένα δέντρο και σωριάζεται στο χώμα, για να πάρει μερικές ανάσες.

Για μια στιγμή, νομίζει πως έχει ξεφύγει αλλά, μετά από λίγο, ακούει τη φωνή του Μπαλαλάικα: «Απόψε θα πεθάνεις κωλόπαιδο!». Ακούει τον Μπαλαλάικα να συζητάει με κάποιους· τους δίνει οδηγίες. Συνειδητοποιεί πως είναι αστυνομικοί και καταλαβαίνει πως πρέπει να φύγει αμέσως από κει.

Ορμάει προς τη Λεωφόρο Αλεξάνδρας και ακούει μια ομοβροντία πυροβολισμών. Μια σφαίρα τον βρίσκει στον ώμο. Πέφτει κάτω. «Σε πέτυχα, παλιοπούστη!» ακούγεται θριαμβευτικά η φωνή του Μπαλαλάικα.

Ο Πέτρος Νταγλαράς σηκώνεται, διασχίζει παραπατώντας την Αλεξάνδρας και μπαίνει στην οδό Μπουμπουλίνας. Νιώθει τις δυνάμεις του να τον εγκαταλείπουν. Σφίγγει τα δόντια και προχωράει όσο πιο γρήγορα μπορεί. Μετά από λίγο λιποθυμάει.

Όταν ανοίγει τα μάτια του, βρίσκεται μέσα σε ένα κτίριο. Ξαπλωμένος σε ένα κρεβάτι. Ο ώμος του είναι δεμένος. Ακούει φωνές, τραγούδια και συνθήματα. Γύρω του είναι και άλλοι τραυματίες. Μια όμορφη νεαρή κοπέλα του χαμογελάει.

«Σε ποιο νοσοκομείο βρίσκομαι;» «Δεν είσαι σε νοσοκομείο, είσαι στο Πολυτεχνείο» «Πώς βρέθηκα στο Πολυτεχνείο;» «Σε βρήκαν τα ξημερώματα τα παιδιά λιπόθυμο στον δρόμο και σε μετέφεραν εδώ» «Εσύ ποια είσαι;» «Είμαι γιατρός. Μην ανησυχείς, η σφαίρα σε βρήκε ξώφαλτσα. Ποιος σε πυροβόλησε;» «Ένας αστυνομικός» «Καλά, κοιμήσου τώρα. Θα σου κάνει καλό».

Μόλις η κοπέλα απομακρύνεται, ο Πέτρος Νταγλαράς σηκώνεται με κόπο και πλησιάζει με αργά βήματα στο παράθυρο. Αυτό που βλέπει του κόβει την ανάσα. Η οδός Πατησίων είναι γεμάτη τανκς, στρατιώτες και αστυνομικούς. Η απορία ζωγραφίζεται στο πρόσωπό του.

«Όλοι αυτοί με κυνηγάνε επειδή πήδηξα τη γυναίκα ενός μπάτσου;» αναρωτιέται ο Πέτρος Νταγλαράς και σωριάζεται λιπόθυμος στο πάτωμα.

(Το κείμενο είναι απόσπασμα από μια ιστορία που γράφω σε συνέχειες στο Unfollow.)

Το pitsirikos.net χρειάζεται τη βοήθειά σου

Στήριξε οικονομικά το pitsirikos.net, αν θεωρείς πως καλό είναι να υπάρχουν στην Ελλάδα και κάποιες φωνές που δεν δουλεύουν για τον Μαρινάκη, τον Αλαφούζο, τον Σαββίδη και τα άλλα παιδιά, οπότε μπορεί να διαβάσεις ή να ακούσεις κάτι διαφορετικό από αυτό που συμφέρει τους ολιγάρχες. Οι τρόποι στήριξης εδώ.

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.