Η Γλώσσα μου, για την Α΄ τάξη του Δημοτικού

Πιτσιρίκο καλησπέρα!
Πριν λίγο καιρό ξεκίνησα διδακτορικό. Έστω ότι το ξεκίνησα στη Γερμανία.
Την πρώτη μου μέρα στο εργαστήριο, έπαθα ένα μικρό σοκ, καθώς από τα 15 άτομα που γνώρισα, οι τέσσερις ήταν Έλληνες.

Ένας από αυτούς τους Έλληνες -ας τον πούμε Μανώλη- έχει εφτά μήνες στη δουλειά. Ο Μανώλης έχει εφτά μήνες στη δουλειά και οχτώ μήνες να δει την οικογένειά του που βρίσκεται στην Ελλάδα. Ο Μανώλης έχει επίσης ένα γιο που είναι δεκατεσσάρων μηνών. Ο Μανώλης έχει οχτώ μήνες να δει τον δεκατεσσάρων μηνών γιό του, γιατί, παρά τα δύο μεταπτυχιακά του, το διδακτορικό και το μεταδιδακτορικό του, όλες οι πόρτες που χτύπησε ήταν κλειστές.

Το απόγευμα που πήρα το λεωφορείο για να γυρίσω σπίτι, μου ήρθε στο νου το παλιό βιβλίο για τη Γλώσσα της Α΄ Δημοτικού.

Όχι, δεν εννοώ το Αναγνωστικό με το κοριτσάκι και το αγοράκι που κάθονται σε ένα παγκάκι, φοράνε ποδιές και διαβάζουν από ένα τετράδιο. Αυτό είναι το “πολύ παλιό”. Μιλάω για το “παλιό” βιβλίο, το κόκκινο με τα δυο καραβάκια στο εξώφυλλο που καταργήθηκε πριν από καμιά δεκαετία.

Θυμήθηκα λοιπόν ένα κείμενο, στο δεύτερο τόμο του βιβλίου, λίγο πριν τις “λέξεις της καρτέλας”. Στο κείμενο αυτό, ο Νίκος, ένα παιδάκι έξι χρονών, υποδέχεται στο σπίτι τον πατέρα του ο οποίος επιστρέφει από τη Γερμανία όπου εργάζεται. Η μητέρα και η γιαγιά του Νίκου κλαίνε, και ο πατέρας του Νίκου τον πετάει ψηλά και του φωνάζει “Πόσο μεγάλωσες!!”.

Τότε θυμάμαι μου είχε κάνει πολύ εντύπωση. Ήμουν μόνο έξι χρονών βέβαια, και η μετανάστευση των Ελλήνων δεν ήταν τόσο έντονο φαινόμενο όσο την εποχή που γράφτηκε το βιβλίο. Αυτή την εξήγηση μου έδωσε και η μητέρα μου, και πρόσθεσε: “Το βιβλίο είναι παλιό, πλέον δεν γίνονται τέτοια πράγματα”….

Εγώ την δέχθηκα τότε εκείνη την εξήγηση, καθώς μου άρεσε πολύ αυτό το βολικό “Πλέον δε γίνονται τέτοια πράγματα”. Αμέριμνη λοιπόν και χαρούμενη που είμαι γεννημένη μια πολύ καλή εποχή και που έχω και τους δύο γονείς μου, και που θα είμαι πάντα καλά αφού “δεν γίνονται πλέον τέτοια πράγματα”, συνέχισα να παίζω με τα παιδιά της γειτονιάς μου, την Marsela, τον Gledji, την Shantia, τον Δημήτρη…

Κάναμε πολύ παρέα μέχρι περίπου το Γυμνάσιο, όπου χωριστήκαμε. Άλλοι μετακόμισαν σε άλλη γειτονιά, άλλοι “έφυγαν”, “γύρισαν πίσω”, άλλοι απλά χάθηκαν. Τον Δημήτρη τον έβλεπα πού και πού, στις παρελάσεις, στο γήπεδο, να φωνάζει: “ΔΕ ΘΑ ΓΙΝΕΙΣ ΕΛΛΗΝΑΣ ΠΟΤΕ, ΑΛΒΑΝΕ”.

Πλέον δεν πάω πρώτη δημοτικού, και δεν ζω με τους γονείς μου. Πλέον “γίνονται αυτά” και ίσως σε 2-3 χρόνια ο γιος του Μανώλη να τον υποδέχεται, όπως ο Νίκος υποδεχόταν τον πατέρα του στο βιβλίο της Γλώσσας.

Το εν λόγω βιβλίο έχει καταργηθεί και αντικατασταθεί με ένα που ίσως αρμόζει καλύτερα στα σημερινά δεδομένα. Ίσως πάλι και όχι. Ίσως χρειάζεται να προστεθεί σε αυτό το κείμενο με τον μπαμπά του Νίκου.

Η Marsela και o Gledji γυρίσανε στην Αλβανία. Το ίδιο και οι δικοί τους. Σπούδασαν και προσπαθούν να σταθούν στα πόδια τους.

Η Shantia παντρεύτηκε Έλληνα, και παλεύουν και οι δύο με το τέρας της ανεργίας.

Τον Δημήτρη έχω πλέον να τον δω χρόνια, αλλά μαθαίνω νέα του από τη μητέρα μου που κράτησε επαφή με τη δική του. Είναι στο Κατάρ εδώ και ένα χρόνο. Είναι περιζήτητα εκεί τα εργατικά χέρια, και οι ευκαιρίες για έναν οικοδόμο λίγες πλέον στην Ελλάδα. Αναρωτιέμαι αν από την πολλή δουλειά βρίσκει ακόμα χρόνο να φωνάξει όπως παλιά.

Μπαίνοντας στην πολυκατοικία χαιρετάω τον γείτονά μου, έναν ευγενέστατο παππού που, μόλις έμαθε ότι είμαι Ελληνίδα, άρχισε να μου μιλάει για τον Όμηρο και τον …Χατζιδάκι!!

Μου χαμογελάει και μου θυμίζει τον δικό μου παππού, που του άρεσε να μου μαθαίνει τους στίχους του Κορνάρου…

“Του κύκλου τα γυρίσματα, που ανεβοκατεβαίνουν,/ και του Τροχού, που ώρες ψηλά και ώρες στα βάθη πηαίνουν·/ και του Καιρού τα πράματα, που αναπαημό δεν έχουν, μα στο Καλό κ’ εις το Κακό περιπατούν και τρέχουν·”

Κ.

(Αγαπητή φίλη, έχει ο καιρός γυρίσματα και ο καθένας μας θα συναντήσει οπωσδήποτε τους δαίμονές του. Εγώ τον Ερωτόκριτο τον ανακάλυψα μόνος μου, και τον αγάπησα ακόμα περισσότερο, ακούγοντας έναν παππού στη Νίσυρο να τον τραγουδάει όλον χωρίς να τον διαβάζει. Οπότε, να τρία μικρά αποσπάσματα, αφιερωμένα σε εσάς και την όμορφη καρδιά σας:
“Απ’ ό,τι κάλλη έχει άνθρωπος, τα λόγια έχουν τη χάρη
να κάμουσι κάθε καρδιά παρηγοριά να πάρει·
κι οπού κατέχει να μιλεί με γνώση και με τρόπο,
κάνει και κλαίσι και γελούν τα μάτια των ανθρώπων.
Τα μάτια δεν καλοθωρούν στο μάκρεμα του τόπου
Μα πιο καλά και πιο μακριά θωρεί η καρδιά του ανθρώπου.
Μα όλα για μένα σφάλασι και πάσιν άνω κάτω,
για με ξαναγεννήθηκεν η φύση των πραμάτων.”
Να είστε καλά.)

Το pitsirikos.net χρειάζεται τη βοήθειά σου

Στήριξε οικονομικά το pitsirikos.net, αν θεωρείς πως καλό είναι να υπάρχουν στην Ελλάδα και κάποιες φωνές που δεν δουλεύουν για τον Μαρινάκη, τον Αλαφούζο, τον Σαββίδη και τα άλλα παιδιά, οπότε μπορεί να διαβάσεις ή να ακούσεις κάτι διαφορετικό από αυτό που συμφέρει τους ολιγάρχες. Οι τρόποι στήριξης εδώ.

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.