Ξελευθερία
Αγαπητέ Πιτσιρίκο,
Λένε. Οι Μάσκες πέσανε. Λένε. Ο κόσμος τώρα θα ξυπνήσει. Λένε. Ο ΣΥΡΙΖΑ ξεβρακώθηκε. Σκέφτομαι τη φράση του Γλέζου, που δε μου μοιάζει για συλλογισμός καινούριος, κι ας μη τη θυμάμαι αυτολεξεί, η ιστορία χαμογελάει ειρωνικά στους σημερινούς νικητές, τους αυριανούς χαμένους δηλαδή.
Όμως εγώ, από τα λίγα που έμαθα από την Ιστορία, που δεν ξεκίνησε τώρα, αλλά είναι παλιά ιστορία, κι όταν ανέβαινε ο φασισμός κι όταν κατέβαινε, οι ίδιοι την πλήρωναν.
Το αίμα που χυνόταν και χύνεται, κι όταν εκείνοι κερδίζουν, κι όταν εκείνοι χάνουν, είναι το ίδιο αίμα και δεν είναι το δικό τους. Δεν τη ξέρω την διεύθυνσή τους.
Αυτή η παγκοσμιοποίηση, αυτή η κινητικότητα βρε Πιτσιρίκο (κι ας μην είναι δα και τόσο καινούρια), πολύ μας αναστάτωσε.
Σβούρα που σβουρίζει πια κι η δική μας η διεύθυνση. Όπου έχει δουλειά. Όποτε έχει δουλειά. Ό, τι δουλειά να ‘ναι. Τρενάκι του τρόμου πια αυτές οι διευθύνσεις.
Λένε. Όταν ο λαός φτωχαίνει, μαθαίνει. Συσπειρώνεται. Βγαίνει στο δρόμο. Τον πιάνει το φιλότιμο κι η έγνοια του πλησίον.
Είναι όμως κι άλλα, που δεν λένε. Δε λένε ότι ο κάθε άστεγος μόνος του κοιμάται στο παγκάκι και τραβάει την αρχοντιά του από λεωφορείο σε λεωφορείο.
Δε λένε ότι άλλο διεθνής λούμπεν κι άλλο εθνικός εργάτης.
Άλλο θαλασσοπνιγμένος πρόσφυγας κι άλλο αστικός μεροκαματιάρης.
Άλλο μεροκαματιάρης κι άλλο ευέλικτος ημι επί κι αποταυτά απασχολούμενος και προσεχώς πιθανώς άνεργος.
Ευελιξία δε. Μη με παρεξηγάς.
Δεν είναι πως παλεύω ενάντια σε αυτό που λεν αλληλεγγύη. Ούτε και θέλω να γίνω αυτό που λένε ντεφετίστ. Λέξη κι αυτή. Δε θέλω.
Μα καμιά φορά, όλοι αυτοί που είναι αισιόδοξοι, και βλέπουν στο τέλος του τούνελ τον ξεσηκωμό, με κάνουν κι αναρωτιέμαι.
Κάτι δεν κατάλαβα σωστά, λέω. Ίσως με βάρεσε η κρίση κατακούτελα κι έχασα τα λογικά μου. Δε λέω. Μεγάλη πόλη το Βερολίνο και πολύ εχθρική και χάνεις τα λογικά σου σβέλτα.
Τρία χρόνια τώρα εδώ, ναι με βάρεσε κι εμένα η κρίση και η ανεργία στην Ελλάδα και την έκανα βαριά βαριά, τρία χρόνια ναούμ και βλέπω τους ‘απασχολούμενους’ (είδες γλωσσική πρόοδος;) να μισούν ο ένας τον άλλον κι όλοι μαζί πρόσφυγες και μετανάστες.
Οι μόνιμοι τους περιορισμένου χρόνου, οι περιορισμένου χρόνου τους μίνιτζομπερς, οι μινιτζόμπερς τους άινοιροτζομπ (=ενός ευρώ δουλειά, στα πλαίσια της κοινωνικής πρόνοιας για την καταπολέμηση της ανεργίας, ο θεός να βάλει το πόδι του), όπως τους λένε τώρα όλους αυτούς κι όλους εμάς τους ευέλικτους καταραμένους και ούτω καθεξής και τ’ ανάπαλιν.
Δεν ανήκω σε αυτούς που καταλαβαίνουν πολλά για το τούνελ και τη διαδρομή που μας περιμένει.
Όμως, αν έχω καταλάβει κάτι, είναι πως η Ιστορία δεν είναι πια η ίδια και δεν χαμογελάει. Ούτε ειρωνικά ούτε αλλιώς. Μας έχει γυρίσει την πλάτη και προχωράει χωρίς εμάς.
Κι ύστερα από τόση αντικομμουνιστική προπαγάνδα κι εδώ κι εκεί και παντού προχωράμε πια κι εμείς χωρίς την Ιστορία.
Όχι, δεν διδαχτήκαμε εμείς από τον Μαρξ. Αλλά εκείνοι. Τον ξεπατίκωσαν και ψάξανε τις λύσεις τους. Για να μας αφήσουν σύξυλους στην ταξική μας σύγχυση και το μίσος του πλησίον.
Άραγε να τις βρήκανε κιόλας τις λύσεις τους; Δεν ξέρω. Δε φτάνει το μυαλό μου τόσα χρόνια μετά. Είμαι ακόμα πολύ εδώ.
Κι εμείς λέμε. Η Ελλάδα μας. Ο τόπος μας. Η ζωή μας. Οι υπόλοιποι;
Δεν είμαστε δα και η πρώτη αποικία. Ούτε και το πρώτο προτεκτοράτο της οικουμένης.
Η ζωή των άλλων; Τόσοι αιώνες πάνε πια και δεν έχουν σηκώσει ακόμα το κεφάλι.
Λες κι εδώ, που δεν είναι αποικία, αλλά η τρανή η Γερμανία, δεν υπάρχουν άστεγοι. Φτωχοί. Πάμφτωχοι.
Ναι, αυτούς βρήκαμε να ζηλέψουμε. Τους Ευρωπαίους, ανάθεμά μας. Τα ευρωπαϊκά κράτη.
Ζηλέψαμε τη Γερμανία. Εδώ, που συντελέστηκαν, λέει, οι μεγάλες μεταβάσεις. Από τις κομμουνιστικές, μεταφέρω αυτολεξεί την πανεπιστημιακή καθομιλουμένη του Βερολίνου, δικτατορίες, στην δημοκρατία της Αγοράς.
Μεγάλος ζήλος και τον φθονήσαμε.
Ναι, δε λέω. Κλισέ. Παντού υποφέρουν και είναι οι ίδιοι. Άλλοι περισσότερο και άλλοι λιγότερο.
Άλλοι με γάλα άλλοι χωρίς, άλλοι με ζάχαρη άλλοι χωρίς, διπλός μονός, βαρύ πικρός, βράσε ρύζι, ψήσε χόρτα, βούτυρο, τηγάνισε…
Σκέφτομαι, λοιπόν, ανακούρκουδα, για να φύγει το αίμα απ’ το κεφάλι, πως αυτό το ρημαδοεμείς, δεν θα την κερδίσει την πτώση του.
Πρώτος πληθυντικός, δε λέω, αλλά κι η Γενική απόλυτη.
Δε σου γράφω για να κλαφτώ ή να κλαψουρίσω.
Ελπίζω, θέλω δηλαδή, μιας και δεν εμπιστεύομαι πια τα λογικά μου, να μου δώσεις μια κατακούτελα να ξυπνήσω, να δω την ανοησία μου, να αισιοδοξήσω κι εγώ, για τον αγώνα που λένε θα φανεί, αλλά δε φαίνεται, όπως καμιά φορά δίνεις μια κατακούτελα στους αναγνώστες και γραφιάδες σου.
Γιατί θέλω να έχω καταλάβει λάθος.
Σ’ ευχαριστώ για τον χρόνο σου.
Π.
(Αγαπητή φίλη, μπορείτε και σκέφτεστε. Και να αισθάνεστε. Δεν μπορούν όλοι. Οπότε να είστε αισιόδοξη. Ελάτε και μια βόλτα από τα ελληνικά νησιά και θα πλημμυρίσετε από αισιοδοξία. Τι να σας κάνει το καημένο το Βερολίνο; Να είστε καλά.)
Το pitsirikos.net χρειάζεται τη βοήθειά σου
Στήριξε οικονομικά το pitsirikos.net, αν θεωρείς πως καλό είναι να υπάρχουν στην Ελλάδα και κάποιες φωνές που δεν δουλεύουν για τον Μαρινάκη, τον Αλαφούζο, τον Σαββίδη και τα άλλα παιδιά, οπότε μπορεί να διαβάσεις ή να ακούσεις κάτι διαφορετικό από αυτό που συμφέρει τους ολιγάρχες. Οι τρόποι στήριξης εδώ.

