Ήθελα κι εγώ πολύ να τα γράψω όλα αυτά
(Την Ισιδώρα Μπουζιούρη την γνώρισα στις Θεσμοφοριάζουσες του Γιώργου Κιμούλη. Και την αγάπησα για το ταλέντο της, την καρδιά της και το γέλιο της. Σήμερα το πρωί, η Ισιδώρα μου έγραψε στο Facebook πως μετανάστευσε. Την παρακάλεσα, αν θέλει, να μου γράψει την εμπειρία της μέχρι τώρα και πώς πήρε την απόφαση. Η Ισιδώρα το έκανε αμέσως και την ευχαριστώ.)
Μεγάλωσα σε μια γειτονιά που τις δεκαετίες του ’90 και του 2000 ήταν ο ορισμός του νεοπλουτισμού, της κατανάλωσης και της βλακείας, αυτό που περιγράφεις στο «Πώς στρώθηκε ο δρόμος για το φασισμό» ένα πράμα. Κορομηλά, καφές στη Γλυφάδα, Τσαλίκης και Χατζηγιάννης και μπούλινγκ στη χοντρή κουλτουριάρα (εγώ ήμουν αυτή).
Παράλληλα, θυμάμαι εκείνες τις δεκαετίες απεργίες και «κινήματα» και πάντα αίτημα ήτανε τα λεφτά. Ποτέ, ρε παιδί μου, δεν κλείσανε οι δρόμοι για να δημιουργηθούν καλύτερες συνθήκες παροχής υπηρεσιών σε ένα επάγγελμα ή να μπλοκάρει όλη η χώρα μέχρι να αποδοθεί δικαιοσύνη σε κάτι χρηματιστήρια κι άλλες άνευ ουσίας ιστοριούλες.
Πολύ γενικεύω το ξέρω, αλλά αναρωτιόμουνα -με τη διαλεκτική και την ηθική που ο καθένας διαμορφώνει για τον εαυτό του- αν έχει άλλο αξιακό σύστημα ο συμμαθητής μου που έψαχνε το ακριβότερο μουράτο καφέ για να κάτσει, από τον εργαζόμενο που απεργούσε μέχρι να δει αύξηση, λες και το μόνο πρόβλημα της υγείας, της παιδείας ή της δικαιοσύνης ήταν ο μισθός του.
Τα «κακώς κείμενα» ήταν μεροκάματο σε κάτι τυπάκια σαν τον Κανάκη ή το Λαζόπουλο που έκαναν χαβαλέ, για να εξημερώσουν το τέρας στα μάτια μας.
Κι εγώ τώρα, ήθελα να παίζω μουσική και θέατρο. Μεγάλη αγάπη, πιτσιρίκο μου, και την ξέρεις.
Κι εκεί όμως μουδιασμένη: καλά βρίζουμε κάτι «σκυλάδες» και «ποπ» του κώλου αλλά το «ποιοτικό», το «έντεχνο» τι έλεγε;
«Κάθομαι εδώ στο σπίτι μου και μετράω το κενό στο ταβάνι, ενώ ξύνω το αυτί μου και περιμένω να με πάρεις τηλέφωνο».
Πάλι γενικεύω, αλλά όπως λέει και ένας κοινός μας φίλος, πού στο διάολο ήταν (είναι) οι άνθρωποι του πνεύματος; Τι παρήγαγε το πνεύμα τους; Τι ενέπνευσε;
Αυνανιστική κατάθλιψη από τη μια και μαζική αποχαύνωση από την άλλη. Σατανικό και απόλυτα επιτυχημένο όπως αποδείχτηκε.
Πέρασα δέκα χρόνια πάνω-κάτω που προσπάθησα απλά να κάνω τη δουλειά μου και ευτυχώς που έφαγα κάτι στραπάτσα και γείωσα λίγο τη φιλοδοξία μου (τη χρηματική και την καριερίστικη) αλλά σιχάθηκα.
Σιχάθηκα τους καλαμπουρτζήδες. Σιχάθηκα ότι όποιος θέλει δηλώνει μουσικός, ηθοποιός, σκηνοθέτης και δε φτάνει αυτό, τα συμπλέγματά του δε σ’ αφήνουν να υποψιαστείς ότι θα κάνεις κάτι λίγο καλύτερο από αυτό που κάνουν.
Σιχάθηκα και τους ταλαντούχους με το κόμπλεξ του «μόνο εγώ κάνω τέχνη στην Ελλάδα».
Σιχάθηκα τους μαγαζάτορες και τους επιχειρηματίες που αισθάνονται ότι είναι οι γύφτοι κι εσύ η αρκούδα τους κι ευχαριστώ να λες που δε σου έχουν κρεμάσει αλυσίδα από τη μύτη.
Σιχάθηκα που δε μπορούσα να κάνω ειλικρινά και τίμια τη δουλειά μου και έπρεπε να γλείψω -κυριολεκτικά και μεταφορικά- για να την κάνω.
Κάποια στιγμή βρέθηκα να παίζω στο Αρχαίο Θέατρο Άργους, όλος ο θίασος απλήρωτος, παρόλα αυτά, επειδή το αγαπάω, ρε πούστη μου, αυτό το μοίρασμα, άφησα λίγο να με συνεπάρει ο χώρος -όντως εκλύουν ενέργεια κάτι τέτοιοι χώροι, τέτοια που σχεδόν μπορεί να παίξει αυτή αντί για σένα- και ξαφνικά βλέπω μια συνάδελφό μου, μάνα που ενάμιση μήνα δεν είχε δει το παιδί της λόγω της περιοδείας, να κλαίει γιατί θα γύριζε σπίτι της χωρίς λεφτά.
Κάτι μέρες μετά να παίζουμε στο Ρωμαϊκό Ωδείο της Πάτρας, να ‘ναι γεμάτο, να κάνουμε την καλύτερη παράσταση και πάλι να μην πληρωνόμαστε.
Σιχάθηκα να έχω θυσιάσει τόσα -και κόπο και χρήμα και ψυχή- και να μην μπορώ να ζήσω με αξιοπρέπεια γαμώτο μου!
Αλλά να σου πω την αλήθεια ο έρωτας με έσωσε. Κι όχι για να το παινευτώ, αλλά έτσι για να πω κι άλλη μια ιστορία, εκτός από μένα, στο πλάι μου βρέθηκε ένας άνθρωπος δημιουργικός που έχει σκιστεί να μάθει και να δουλέψει στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
Αλλά πού αέρας κι ήλιος στο βούρκο της Ελλάδας; Στη Σκωτία μόνο τα μαζεύεις αυτά.
Και σου ορκίζομαι, Πιτσιρίκο, και το θυμάμαι τώρα και κλαίω, είχε δεχτεί την αρχική πρόταση για τη δουλειά του εδώ, κι ήμασταν εκείνη τη θρυλική Παρασκευή πριν το δημοψήφισμα στο Σύνταγμα -μπροστά, μπροστά στην εξέδρα, που να το ‘ξερα να του πετάξω πίσσα και πούπουλα, όχι γιατί τον πίστεψα ποτέ και πολύ- και ουρλιάζαμε όχι και λέγαμε ότι δεν πρέπει να φύγουμε, δεν πρέπει να φυγομαχήσουμε.
Αλλά το κάναμε! Δεν ξέρω αν μέτρησε πιο πολύ ότι ήμουν αηδιασμένη ή ότι είμαι ερωτευμένη, μπορεί και να μην έχει σημασία.
Για την ιστορία, το πρώτο ντιμπέιτ που έγραψες ότι νίκησε η μετανάστευση, το είδαμε με την οικογένειά μου σε αποχαιρετιστήριο δείπνο, και στο δεύτερο ντιμπέιτ ταξίδευα.
Χτες πήγα εδώ στο Jobs Centre του Εδιμβούργου που είναι σαν τον ΟΑΕΔ αλλά καμία σχέση· στην Ελλάδα έτσι περίπου μπορεί να με είχαν εξυπηρετήσει μια φορά που είχα πληρώσει τα μαλλιά της κεφαλής μου για μου βγάλουν τα μαλλιά των ποδιών μου με μια υπερσύγχρονη μέθοδο -έχω κάνει κι εγώ τέτοιες μαλακίες σπατάλες- αλλά και πάλι, όταν κατάλαβαν ότι είχα αρκετές ενοχές υπερκαταναλωτισμού και δεν θα πλήρωνα άλλη υπερσύγχρονη μέθοδο, ούτε να με φτύσουν.
Πήγα να βγάλω έναν αριθμό σαν τον ΑΜΚΑ ή το ΑΦΜ, με ενημέρωσαν ότι ήδη ως άνεργη, παρά τους μηδενικούς φόρους και εισφορές στη χώρα αυτή, δικαιούμαι περίθαλψη, και μου είπαν πώς θα έχω πρόσβαση, και βγήκα στο δρόμο και κατέρρευσα γιατί ένιωσα πρώτη φορά άνθρωπος σε ανθρώπινο κράτος, και κατέρρευσα γιατί στη «δική μου χώρα» φτάνουν άνθρωποι με μεγαλύτερη ανάγκη από μένα και είναι στο έλεος των εθελοντών και των αισχροκερδών.
Θυμάμαι πόσο εξευτελισμό έχω υποστεί όπως όλοι: Σε μια επιστροφή φόρου ας πούμε αφού είχα ανεβοκατέβει όλους τους ορόφους της εφορίας κατέληξα να περιμένω όρθια την υπογραφή μιας προϊσταμένης που έλεγε στο τηλέφωνο περίπου τα εξής: «Ε βράδυ πάμε, ναι, αν και η πολεοδομία να ‘ρθει, δικοί μου είναι. Και κατεβαίνω και βλέπω στο αυτοκίνητο κλήση αλλά δεν ήξερε με ποια έμπλεξε, πήρα τον Κακλαμάνη πρωί πρωί (δήμαρχος Αθηναίων τότε και προϊστάμενος του δημοτικού αστυνομικού που τόλμησε να της κόψει κλήση) και τον τακτοποίησα αλλά δε φταίει αυτός, έχει ένα πάρκινγκ εκεί και για να σε αναγκάσουν να πας σε αυτούς καλούν την τροχαία αλλά θα τους στείλω το ΣΔΟΕ».
Είχα συμφιλιωθεί με το τέρας κι εγώ, ούτε την κατήγγειλα, ούτε καν την έφτυσα στα μούτρα. Καλά να πάθω…
Αυτά. Διαβάζω τις ειδήσεις και πικραίνομαι. Γιατί εδώ που τα λέμε η Ελλάδα δεν είναι μόνο η μπίχλα, κι εγώ στάθηκα και πολύ τυχερή:
Να ΄ναι καλά οι γονείς μου, να ‘ναι καλά οι δάσκαλοί μου , να ‘ναι καλά και τέσσερις-πέντε άνθρωποι που έπαιξα μουσική και θέατρο μαζί τους και απόλαυσα την ομορφιά της δημιουργίας, και δεν συμφιλιώθηκα με τη σιχαμάρα μου να σαπίσω στα βαλτόνερα.
Συγγνώμη αν φυγομάχησα.
Καλή δύναμη σ’ αυτούς που έμειναν πίσω και δημιουργούν όπως μπορούν. Υγεία και Αγάπη.
Και Καλή Αντάμωση!
Ισιδώρα
(Αγαπημένη Ισιδώρα, χαίρομαι που είσαι καλά στη Σκωτία αλλά δεν χαίρομαι που έφυγες. Το ταλέντο σου θα ανθίσει κι εκεί. Ισιδώρα, θυμάμαι πάρα πολύ καλά κάτι που είχες πει στον Γιώργο Κιμούλη, τον περασμένο χειμώνα στις πρόβες για το έργο του Πίντερ· αυτό που του είχες πει μετά την πρόβα, όταν σας έκανε παρατηρήσεις. Θυμάμαι ότι πάγωσαν όλοι. Όταν θυμάμαι αυτή τη φράση σου, σφίγγεται το στομάχι μου. Δεν μπορώ να την γράψω, βέβαια, αλλά, τώρα που την θυμήθηκα, καλά έκανες κι έφυγες. Σε ευχαριστώ πολύ, Ισιδώρα. Να είσαι καλά. Και να γελάς! Και να τραγουδάς!)
Το pitsirikos.net χρειάζεται τη βοήθειά σου
Στήριξε οικονομικά το pitsirikos.net, αν θεωρείς πως καλό είναι να υπάρχουν στην Ελλάδα και κάποιες φωνές που δεν δουλεύουν για τον Μαρινάκη, τον Αλαφούζο, τον Σαββίδη και τα άλλα παιδιά, οπότε μπορεί να διαβάσεις ή να ακούσεις κάτι διαφορετικό από αυτό που συμφέρει τους ολιγάρχες. Οι τρόποι στήριξης εδώ.

