Χορηγός της Δεύτερη Φορά Αριστερά
Μπουκάρω που λες, πιτσιρίκο, στα άδυτα της ΔΟΥ, μαζί με το υπόλοιπο λεφούσι, που μόλις με είδε να ντριπλάρω τον κοιλαρά κλειδοκράτορα με κοφτή ντρίπλα από τα αριστερά, όρμησε κι αυτό αλαφιασμένο ξωπίσω μου, νιώθοντας προς στιγμήν σαν τον Πρέκα σε ταινία του Τζέιμς Πάρις, να ορμά με το περίστροφο να καταλάβει το ύψωμα 641 επικεφαλής του λόχου που ακολουθούσε κατά πόδας, με την ιαχή «αέρα».
Αλλάζοντας πόδι, φέρνω την μπάλα στο δεξί και ορμάω ακάθεκτος να μπω μαζί της στο «πρωτόκολλο», ενώ ο υπόλοιπος λόχος διασκορπίζεται σε ασανσέρ, σκάλες και διπλανά γραφεία.
Μπροστά μου στο γκισέ, πίσω από ένα χοντρό τζάμι – που την προφυλάσσει από τις δυσάρεστες αναπνοές των συναλλασσόμενων – βρίσκεται μια χοντροκώλα που, σφηνωμένη στην πολυθρόνα, είναι απορροφημένη με την ευθύβολη ανάδευση του φακέλου Lipton στην κούπα που αχνίζει μπροστά της.
«Καλημέρα», της λέω και βάζω στη χαραμάδα ανάμεσα στο μάρμαρο και το τζάμι την αίτησή μου.
«Έναν αριθμό πρωτοκόλλου θα ήθελα, παρακαλώ», προσθέτω με το ύφος του μαλάκα, που είναι αναγκασμένος να πει τα αυτονόητα, γιατί, αν δεν το έλεγα εγώ, θα ρωτούσε εκείνη τι θέλω, λες και πήγα στο πρωτόκολλο της ΔΟΥ, για να αγοράσω μοσχαρίσιο κιμά.
«Περιμένετε λίγο, κύριε, δεν άνοιξε ακόμα το σύστημα», μου την πέφτει η χοντρή, που θέλει μισή μέρα, για να ανοίξει το σύστημα κι άλλη μισή, για να το κλείσει.
«Πουτάνα χοντρή» λέω μέσα μου, «την άλλη φορά θα σου σκάσω μύτη με μια γαβάθα πατσά ψιλοκομμένο, να μην μπορείς να κρατηθείς απ’ τη μυρωδιά».
Περιμένω. Τι να κάνω; Μπορώ να κάνω κι αλλιώς;
Κόβω βόλτες στο διάδρομο, για να μη στέκομαι σα χάρος μπροστά στο κήτος, που εμπλουτίζει στο μεταξύ το τσάι του με μια γεμάτη κουταλιά μέλι.
Αφού σαβουριάζει και δυο κουλούρια που έχει παπαρώσει καλά καλά πριν στο τσάι, αποφασίζει ότι ήρθε η ώρα ν’ ασχοληθεί με τον ενοχλητικό που βολτάρει μπροστά της.
«Ορίστε κύριε, τι θέλετε;».
Άντε πάλι. «Έναν αριθμό πρωτοκόλλου μαντάμ» της απαντώ και της σπρώχνω την αίτηση προς το μέρος της.
«Τι είναι αυτό;» με ρωτάει με εμφανή έκπληξη, χωρίς φυσικά να μπει καν στον κόπο να του ρίξει έστω μια ματιά, για τους τύπους.
«Χαλβάς Φαρσάλων», της απαντώ και το παχύδερμο κάνει ένα μορφασμό που προδίδει λιγούρα ή ενόχληση.
«Τι θες να είναι κυρία μου; Αίτηση είναι. Αίτηση προς τη ΔΟΥ. Ρίξε μια ματιά πρώτα και μετά ρωτάς. Μη ρίχνεις και καμία δηλαδή, έναν αριθμό πρωτοκόλλου ρίξε, να κάνω κι εγώ τη δουλειά μου, να φας κι εσύ τα κουλούρια σου», την καρφώνω.
Σιγά μην εξυπηρετηθώ. Το ύψωμα 641 περιβάλλεται από διπλό συρματόπλεγμα, εξαιρετικά ενισχυμένο και καλύπτεται από πυκνά πυρά αέρος και βαρέως πυροβολικού. Άντε έτσι θαρρείς, πως είναι να πάρεις έναν αριθμό πρωτοκόλλου;
Ποιος άλλωστε δεν ξέρει την ιστορία του 35χρονου υπαλλήλου που, στην προσπάθειά του να θέσει ευσυνείδητα τη σφραγίδα του πρωτοκόλλου στη σωστή θέση, έσπασε το χέρι του και βγήκε από τότε ο άνθρωπος σε αναπηρική σύνταξη λόγω ανηκέστου βλάβης εν υπηρεσία;
Η χοντρή έχει στυλώσει τα πόδια. Τι είναι αυτά τα απίθανα που της λέω πρωί πρωί και δεν έχει προφτάσει ακόμα να μασαμπουκώσει όλα τα κουλουράκια;
«Κύριε, εμείς εδώ πρωτοκολλούμε μόνο χαρτιά της Υπηρεσίας κι όχι όποιο χαρτί να ‘ναι», μου λέει σε αυστηρό τόνο.
Προσοχή εδώ: για το 99% των δημοσίων υπαλλήλων, δεν υπάρχουν έγγραφα. Υπάρχουν μόνο χαρτιά.
Κι επειδή από τα χαρτιά, μόνο τα υγείας και τα περιτυλίγματος έχουν για αυτούς κάποια χρησιμότητα, όλα τα υπόλοιπα τα έχουν γραμμένα εκεί που δεν παίρνει μελάνι.
Τρανό παράδειγμα ο αρχειάρχης ή αρχιδάρχης (όπως θες πέσ’ το), που είναι υπεύθυνος αρχείου – και καλά – κι όταν συγχωνεύτηκε η ΔΟΥ με μια γειτονική, έχασε τα μισά αρχεία, με αποτέλεσμα να χάσουν τα αυγά και τα καλάθια, τελώνες και φαρισαίοι, ελεγκτές κι ελεγχόμενοι, που χρόνια τώρα παιδεύονται να βγάλουν άκρη με κάτι ελέγχους που μείναν στη μέση.
Κι ο αρχειάρχης, στον πoύτσο του κι εννιά αυγά Τουρκίας. Τάχα του κάναν μια ΕΔΕ, για τα μάτια του κόσμου και, στο τέλος, πήρε φόρα ο έφορος απ’ την κορφή του Λυκαβητού και του ‘κλασε τ’ @ρχίδι@.
«Κυρία μου» -οπλίζω το περίστροφο-, «θα μου πρωτοκολλήσετε την αίτηση που υποβάλω προς τη ΔΟΥ κι αν αρνηθείτε να το κάνετε» -απασφαλίζω και τη χειροβομβίδα-, «θα μου αιτιολογήσετε εγγράφως κι ενυπόγραφα το λόγο, για τον οποίον αρνείστε», της απαντώ με κοφτό τόνο.
Η χοντροκώλα μου ρίχνει μια βιαστική ματιά. Δεν τον χώνεψε από την πρώτη στιγμή τον αξύριστο γιαλαμπούκα, με τη μαύρη μπλούζα και το πολυκαιρισμένο αμπέχωνο, που της στήθηκε καραούλι, χωρίς να την αφήνει νa απολαύσει το τσάι της και της ζητάει και τα ρέστα από πάνω.
Πίνει μια τζούρα τσάι και ξεφυσάει σα φάλαινα. «Σιχτίρ από δω εξάρχειο», μοιάζει να λέει μέσα της.
Έμπλεξε. Τι να κάνει; Θα ζητήσει τη βοήθεια του κοινού.
«Μαρία, ο κύριος εδώ, έφερε ένα χαρτί για πρωτόκολλο», ουρλιάζει στην απέναντι που, μάλλον, είχε πρόβλημα ακοής, κρίνοντας από το «ε;» που απάντησε στη χοντρή.
Η χοντρή επαναλαμβάνει, προσθέτοντας ότι το «χαρτί» δεν είναι της ΔΟΥ. Γυρνάω προς το μέρος της κουφής και της λέω ότι πρόκειται για αίτηση.
Κι ανακουφισμένος ακούω τη θεια Κανέλλω, που μπορεί να έχανε σε θέματα ακοής – ίσα με την Πελοπόννησο όμως καθώς ήταν, είχε δει παράξενα και παράξενα – να μου παρέχει άφεση για την «παρασπονδία», λέγοντας στη χοντρή «ε, βάρα κι εσύ μωρέ ένα πρωτόκολλο, να πάει στην ευχή του Θεού ο άνθρωπος».
Παίρνοντας το ακριβοθώρητο πρωτόκολλο κι ευχαριστώντας τη θεία Κανέλλω για την ευγενική μεσολάβηση, που έδωσε τέλος στην εικοσάλεπτη αναμονή μου, αρχίζω την ανάβαση στο Γολγοθά της Εφορίας, προς αναζήτηση του πεντακοσάρικου που μου οφείλει το κράτος της ΔΦΑ.
Ευτυχώς που προτίμησα τη σκάλα κι έτσι γλίτωσα κι άλλη αναμονή στο γκισέ του «εισοδήματος», γιατί το ντέρμπυ γινόταν στον πρώτο, στο «ταμείο».
Εκεί ήταν το μεγαλύτερο μέρος του λόχου των πρωινών, ενισχυμένο με τους εφεδρικούς που κατέφθαναν, για τον ίδιο λόγο.
Αφού σιχτίρισα τον εαυτό μου για την ώρα που έφαγα με το κήτος στο πρωτόκολλο, καθώς ήταν προφανές πως δεν τηρείται κανένας τύπος (που κάθισα ο μαλάκας και συνέταξα αίτηση επιστροφής φόρου) και για το χαρτομάνι με δικαιολογητικά που κουβαλούσα μαζί μου, μιας κι όλοι τους είχαν ανά χείρας μόνο το εκκαθαριστικό, προσπάθησα να καταλάβω την αιτία του καυγά μπροστά στο γκισέ.
Δεν άργησα να πάρω πρέφα ότι μπικικίνια γιοκ στην Εφορία για επιστροφές.
Το μόνο που κάναν τα σαΐνια, ήταν να συμψηφίζουν επιστροφές με οφειλόμενα.
Κι επειδή ο ογκώδης τύπος που ήταν πρώτος στην ουρά αρνιόταν να το δεχτεί κι είχε γίνει το πρόσωπό του πιο κόκκινο κι από παντζάρι, κατέφτασε ο προϊστάμενος -ένας τύπος συνεσταλμένος, ευγενής και πράος- να δώσει τις απαραίτητες εξηγήσεις.
Εξήγησε στο πόπολο, με τα μάτια κατεβασμένα ίσως από ντροπή, ίσως από αμηχανία, δεν ξέρω˙ σπάνια συναντάς τέτοιας πάστας ανθρώπους στο Δημόσιο, που πάνε να βγάλουν τα κάστανα απ’ τη φωτιά, απέναντι στον οργισμένο όχλο, χωρίς να προσπαθούν να επιβληθούν, μιλώντας ξύλινη γλώσσα ή λέγοντας ένα κάρο παπαριές, αλλά εξηγώντας πως είναι αναγκασμένος να κάνει μόνο συμψηφισμούς, γιατί δεν υπάρχουν όβολα στον κορβανά για την πλέμπα.
«Για το Φλαμπουράρη έχετε όμως», τον τσίγκλιζε κάποιος, όμως αυτός, έμεινε μόνο να ανασηκώνει τους ώμους αμήχανα και να μην απαντά στις προκλήσεις.
Να μη στα πολυλογώ, πιτσιρίκο, ξέχνα τα ναύλα για τα Κανάρια, όπως ξέχασα κι εγώ τον καπνό από το περίπτερο κι έμεινα να καπνίζω αυτό το σκατόπραμα που μου πλάσαρε ένα λαμόγιο για καπνό Αγρινίου, αλλά εγώ το κόβω για αποξηραμένο γρασίδι Μεγάρων.
Το πεντακοσάρικο συμψηφίστηκε με τον ΕΝΦΙΑ της μάνας μου και της πεθεράς μου, που δεν έχουν ούτε για πετρέλαιο, ο ΕΝΦΙΑ τις μάρανε˙ κι έναντι οφειλών του αδερφού μου, που έχει εδώ και χρόνια πλέον, πάψει ν’ ασχολείται με φόρους.
Μια χαρά το σκέφτηκε ο καργιόλης, ο Τρύφωνας. Προπληρώθηκε λεφτά, που δεν υπήρχε περίπτωση να πάρει, ούτε του αγίου πoύτσου ανήμερα. Χορηγούς της Δ.Φ.Α. μας έκανε η κουφάλα.
«Ορίστε πώς κατάντησαν το κράτος οι τσιπραίοι», εξέφρασαν μεγαλόφωνα τη δυσφορία τους οι δεξιοί, πιο συγκαταβατικά το αντιμετώπισαν οι συριζαίοι, «ανάθεμα τα τάλαρα» σκέφτηκα εγώ, που είδα να γκρεμίζεται το όνειρο απαξίωσης της εσωτερικής μου αντιπολίτευσης -α, ρε, σκηνικό που της έστηνα!-, φύγαμε όλοι με τον πούλο παραμάσχαλα.
Άντε πάλι να ρίχνουμε μονά ζυγά, αν θα αφήσουμε απλήρωτο το ΤΕΒΕ, το νοίκι ή την κάρτα ή θα το κάνουμε σαν τον περασμένο μήνα, που τα πληρώσαμε όλα και ψάχναμε μετά να βρούμε φούρνο με μηχανάκι, για να πάρουμε ψωμί με την πιστωτική.
Αν και, τώρα που το σκέφτομαι, παίζει και η λύση της γιαγιάς απέναντι, που έχει να βγει από το σπίτι της από τότε που υπήρχαν δραχμές ακόμα και, από καιρού εις καιρόν, μας ζητάει να της φέρουμε τίποτα ψώνια από το σούπερ μάρκετ -δεν εμπιστεύεται να της τα φέρνουν ξένοι ξέρεις˙ κάτι θα ‘χει σε κανένα σεντούκι κι αυτή-, τα οποία μας πληρώνει με ευρά, ενώ εμείς πληρώνουμε με την κάρτα, οπότε πίνουμε και κανέναν κόφι, χωρίς να γινόμαστε ρόμπες, ρωτώντας αν δέχονται πιστωτική.
Ευτυχώς που έχουμε ευρώ να λες, γιατί φαντάσου πόσο χάλια θα ήμασταν με τη δραχμή.
Άντε να αρρωστήσει ο άγιος Πέτρος, να τη βγάλουμε και φέτος.-
Φιλώ σε αδερφέ
Σ.Α.Μ.
Υ.Γ. Θυμάμαι μικρός, βλέποντας την «Κάλπικη λίρα», να ακούω τον πατέρα μου να λέει στη μάνα μου: «φαντάζεσαι να έρθουν ξανά καιροί, να ζήσουμε πάλι τέτοιες φτώχειες;»
(Αγαπητέ φίλε, δεν ήταν γραφτό να πάρετε το πεντακοσάρικο από την Εφορία, ούτε εγώ να πάω στα Κανάρια Νησιά. Βλέπω έναν κολασμένο χειμώνα να έρχεται αλλά μπορεί να μας επιφυλάσσει και κάποια ευχάριστη έκπληξη. Δεν μπορεί, θα συμβεί και κάτι καλό. Πάντως, δεν θεωρώ καθόλου παρήγορο πως, για την ώρα, βλέπω τους πνιγμένους πρόσφυγες και παίρνω κουράγιο από το ότι δεν είμαι στην θέση τους. Ακόμα. Είναι κάπως θλιβερό αυτό. Όλα μου φαίνονται θλιβερά αυτό το βράδυ της Κυριακής. Βλέπω αυτά τα έξι τελευταία χρόνια σαν ταινία, και βλέπω μόνο λάθη. Δικά μου. Μπορεί να φταίει που δεν είχε ήλιο. Ο τρόπος που γράφετε αρέσει πολύ και στον ξάδερφό μου τον Δημήτρη, που είναι γιατρός και σκέφτεται να μεταναστεύσει στις ΗΠΑ. Όταν με ρώτησε αν πρέπει να πάει, του απάντησα “πήγαινε για να έρθουμε κι εμείς”. Να είστε καλά. Σας ευχαριστώ.)
Το pitsirikos.net χρειάζεται τη βοήθειά σου
Στήριξε οικονομικά το pitsirikos.net, αν θεωρείς πως καλό είναι να υπάρχουν στην Ελλάδα και κάποιες φωνές που δεν δουλεύουν για τον Μαρινάκη, τον Αλαφούζο, τον Σαββίδη και τα άλλα παιδιά, οπότε μπορεί να διαβάσεις ή να ακούσεις κάτι διαφορετικό από αυτό που συμφέρει τους ολιγάρχες. Οι τρόποι στήριξης εδώ.

