Ψυχή βαθιά
Φίλε πιτσιρίκο,
τη φορά αυτή σου γράφω, για να επισημάνω πως υπάρχει κάποιο λάθος στο συλλογισμό σου. Θεωρώ εκ προοιμίου εσφαλμένη την τοποθέτηση, πως επειδή όλοι ζούμε στον ίδιο γεωγραφικό χώρο, βιώνουμε την ίδια πραγματικότητα κι ερχόμαστε αντιμέτωποι με ίδια προβλήματα στην καθημερινότητά μας.
Γίνομαι πιο σαφής. Στον τόπο αυτόν, υπάρχει το ένα τρίτο της κοινωνίας, για το οποίο έγραψα στο κείμενό μου «όπου φύγει, φύγει», το οποίο μπορεί να τραβάει κάποιο ζόρι, αλλά δεν αντιμετωπίζει ζήτημα επιβίωσης, όχι μόνο άμεσα, αλλά ούτε και σε ορατό χρονικό διάστημα.
Κάπου πήρε το μάτι μου σήμερα, ότι ανοίχτηκε ένας λογαριασμός 55χρονου οφειλέτη του Δημοσίου, στον οποίο βρέθηκαν καμιά 700.000 ευρώ, αν θυμάμαι καλά.
Συγγνώμην, θεωρείς ότι αυτό το λαμόγιο έχει κάποιο πρόβλημα με τα μνημόνια; Αν έχει τόσα σε ελληνική τράπεζα, πόσα άραγε μπορεί να έχει σε ξένες τράπεζες ή σε θυρίδες και σεντούκια;
Άσε και που τον πιάσαν δηλαδή, τι έγινε; Περισσότερο θα του κοστίσουν οι δικηγόροι κι οι μίζες για να ξεμπερδέψει, παρά τα όσα θα επιβαρυνθεί σε πρόστιμα, αν ποτέ αποδειχτεί, ότι τα χρήματα αυτά είναι προϊόν φοροδιαφυγής κι αν δεν παραγραφεί η υπόθεση.
Και μιλάμε για το μαλάκα της υπόθεσης, γιατί ποιος σοβαρός φοροφυγάς πέφτει σε τέτοιες λούμπες;
Και δεν θα κάνω λόγο για κείνους που ξεκινήσαν από αξιωματικοί του πολεμικού ναυτικού και δάσκαλοι οδηγών και κατέληξαν κροίσοι, πατώντας – στην κυριολεξία – επί πτωμάτων, όχι γιατί φοβάμαι – το πολύ να πέσω θύμα τροχαίου σαν εκείνο τον κοινοτάρχη στην Κρήτη ή να με βρουν απαγχονισμένο σαν εκείνο το δόλιο τον προγραμματιστή που έμπλεξε με τους κοριούς της ΚΥΠ ή ποιας άλλης ξένης υπηρεσίας δεν ξέρω ή σαν άλλους που πήγαν σαν το σκυλί στ’ αμπέλι και ποτέ δε μάθαμε το πώς.
Αλλά είναι τόσο ασύληπτα τα μεγέθη, που θες χρόνο κι ανθρώπους έξυπνους κι αδιάφθορους, για να βρεις και να ξεδιαλύνεις, μία προς μία τις πoυστιές που έχουν κάνει όλα αυτά τα χρόνια.
Ούτε θα αναφερθώ σε τραπεζίτες ή σε ναυτιλία, που επίσης μιλάμε για αστρονομικά μεγέθη, ούτε στον τομέα του φαρμάκου που συντηρεί ολόκληρες αυτοκρατορίες στο μαγικό κόσμο των σπορ, ούτε σε μεγαλοκατασκευαστές, γιατί επίσης μιλάμε για άλλης τάξης μεγέθη.
Που, αν πραγματικά υπήρχε μια υποτυπώδης οργάνωση στο μπoυρδέλο που λέγεται ελληνικό κράτος, από τη συμμετοχή των παραπάνω κλάδων και μόνο στη φορολογία, θα μπορούσε να επιβιώσει η Ψωροκώσταινα.
Δεν θα αναφερθώ καν στο μαύρο χρήμα του εμπορίου ναρκωτικών, του σωματεμπορίου, του εμπορίου όπλων, του τζόγου, της παρανομίας, της παροχής προστασίας, του πολιτικού χρήματος, που αποτελούν κλάδους που δεν καταλαβαίνουν από κρίση και μνημόνια, που γνωρίζουν πάντα άνθηση στο σταυροδρόμι των τριών ηπείρων και, που μόνο εικασίες μπορεί να κάνει κανείς για το ύψος του τζίρου.
Υπάρχει κόσμος και ντουνιάς όμως που εμπλέκεται και ζει κατ’ αποκλειστικότητα σχεδόν από τέτοιου είδους δραστηριότητες, άλλος μπέικα κι άλλοι απλά βγάζοντάς την χωρίς να πολυσκοτίζονται για τον επιούσιο και τα μνημόνια.
Έχεις σκεφτεί καμιά φορά πόσος κόσμος ζει μόνο απ’ τον Παλιοκώστα;
Ξέρεις, πιτσιρίκο μου, όμως, πόσοι ελεύθεροι επαγγελματίες (γιατροί, δικηγόροι, λογιστές και λοιποί αρπακολλατζήδες), κονομάν εν μέσω κρίσης ποσά της τάξεως πολύ πάνω των 100.000 ευρώ ετησίως, δηλώνοντας στην καλύτερη το ένα τρίτο αυτών; Τι ακριβώς καταλαβαίνουν αυτοί από την κρίση;
Το να επιβαρυνθούν με κανένα πεντοχίλιαρο το χρόνο για επιπλέον φόρους, είναι σαν να θεωρείς επιβάρυνση το να αφήσεις ένα δεκάλεπτο πουρπουάρ για τον καφέ.
Ξέρεις τι καθαρίζουν οι πανεπιστημιακοί που έχουν στήσει ολόκληρη φάμπρικα με τα ΕΣΠΑ; Ξέρεις σε πόσο χρόνο αποσβένουν οι τοπικοί άρχοντες τα χρήματα της προεκλογικής τους εκστρατείας και για πότε φτιάχνουν περιουσίες;
Ξέρεις τι καθαρίζουν οι διάφοροι εργολάβοι δημοσίων έργων; Μην πιάσουμε τώρα μπίζνες που έχουν να κάνουν με τουρισμό, εκκλησία, ΜΚΟ και ένα σωρό άλλα παρασιτικά επαγγέλματα, γιατί δε μας φτάνει βιβλίο ολόκληρο να περιγράφουμε και αν σου μιλήσω για νούμερα, θα ψάχνεις ένεση να τρυπηθείς.
Μην αναφερθώ σε επισιτιστικά επαγγέλματα, σε εμπόρους που θησαυρίζουν ακόμα αγοράζοντας από την Κίνα με το κιλό και πουλώντας στους ιθαγενείς με το κομμάτι, στους αγρότες που χρόνια τώρα έχουν χεστεί στο τάληρο από τις επιδοτήσεις, παράγοντας προϊόντα πιο άχρηστα κι από σκουπίδια.
Μη μιλήσουμε για όσους κληρονόμησαν αγρούς στην Αττική και είδαν το κράτος να τους απαλλοτριώνει με χρυσάφι, για να φτιάξει τα μπομπολοέργα των δρόμων και των προαστιακών. Φορολογήθηκαν ποτέ όλες αυτές οι υπεραξίες;
Ή μήπως φορολογήθηκαν οι υπεραξίες που αποκόμισαν όσοι πούλησαν για οικόπεδα τα χωράφια της Αττικής, για να πνίγεται ο κόσμος στην πρώτη νεροποντή;
Ή μπας και φορολογήθηκαν ποτέ οι τόκοι των ρέπος, των ομολόγων, τα χρηματιστηριακά υπερκέρδη;
Ξέρεις πόσος κόσμος, που δεν τον πιάνει το μάτι σου, έχει μετρητό που εσύ δε θα δεις ούτε στις 14 επόμενες ζωές σου; Να σε πάρω μια μέρα απ’ το χέρι να σου δείχνω, να πάθεις σοκ;
Και αναφέρομαι ακροθιγώς μόνο, στο πρώτο τρίτο. Γιατί υπάρχει λίπος και στο δεύτερο τρίτο. Αλλά δεν το βαραίνω άλλο. Θα γίνει μεγάλο και το κείμενο και θα κουράσω.
Θα προσπαθήσω να το ελαφρύνω λιγάκι, μην το ρίξουμε στα λεξοτανίλ, αναφέροντάς σου μία από τις άοκνες προσπάθειες που καταβάλει η Δ.Φ.Α. δια την ημετέραν σωτηρίαν.
Μετά τη ΔΟΥ, πήγα στο απέναντι φαρμακείο, για να προμηθευτώ κάτι φάρμακα που είχα ξεχάσει να πάρω, τρέχοντας βιαστικά να προλάβω να κάνω τη μηνιαία προμήθεια ενόψει απεργίας.
Το είδα ανοιχτό, νόμιζα πως ήταν εφημερεύον – είχα μείνει στην απεργία διαρκείας ελλείψει ενημέρωσης – και μπήκα όλο χαρά, που δεν είχε ουρά απέξω.
Ζοχαδιασμένος ο φαρμακοτρίφτης, με κάποιον μπινελικονόταν στο τηλέφωνο˙ το κλείνει άρον άρον και, φορώντας το επαγγελματικό χαμόγελο, έρχεται να με εξυπηρετήσει.
Του δίνω τη συνταγή, της ρίχνει μια ματιά και γυρνώντας το βλέμμα του σε μένα, με κοιτάει με απορημένο ύφος. Με κοιτάζει, τον κοιτάζω. Ξανακοιτάζει τη συνταγή. Μετά με ξανακοιτάζει. Ρίχνω κι εγώ ένα βλέμμα στα παπούτσια μου – να φανεί ότι κάτι κι εγώ βλέπω – και τον ξανακοιτάζω. Θες να ‘γραψε η γιατρός κατά λάθος κανένα ψυχοφάρμακο και με κοιτάζει έτσι;
Τι διάολο σε φαρμακείο μπήκα ή σε χαρτοπαιχτική λέσχη; Έτσι κοιτάζονται αυτοί που παίζουν πόκερ τις νύχτες στα τσοντοκάναλα (άμα έχεις αϋπνίες, χορταίνεις διαφημίσεις υαλουρονικού οξέος και παρτίδες πόκερ τη νύχτα).
Μετά από κάποια δευτερόλεπτα αμήχανης σιωπής, έρχεται η στιγμή, που αποφασίζει ν’ ανοίξει τα χαρτιά του.
«Φουλ της ντάμας με δυο παπάδες», περιμένω να πει. Και, μα το Θεό, είμαι έτοιμος να πάω πάσο. Φάρμακα πήγα να πάρω. Αν ήταν να παίξω πόκα, θα πήγαινα στον Αντέννα, δεν θα έμπαινα σε εφημερεύον φαρμακείο.
Τα λόγια του, διώχνουν τη σχέψη μου από την τσόχα και την επαναφέρουν στην παράδοξη πραγματικότητα, που ως υπήκοος της μπανανίας, είμαι αναγκασμένος να βιώνω καθημερινά.
«Ρε φίλε», μου λέει, «μου έφερες ιατρική συνταγή, για να σου δώσω δυο κουτιά ασπιρίνες;».
«Καρδιακός είμαι ρε φίλε», περνάω στην αντεπίθεση «ασπιρίνες παίρνω. Αν δε μου σηκωνόταν, θα έγραφε βιάγκρα η συνταγή» του τη χώνομαι.
«Δε με κατάλαβες», το γυρνάει στο απολογητικό, «άλλο εννοώ. Καλά να είσαι κατ’ αρχήν, απλά εξοργίζομαι μ’ αυτό που βλέπω. Αν σου δώσω δυο κουτιά ασπιρίνες, χωρίς συνταγή, θα πληρώσεις 2,5 ευρώ. Αν σου τα δώσω με συνταγή, θα πληρώσεις περίπου το ίδιο ποσό, ως συμμετοχή, επιβάρυνση λόγω φθηνότερου υποκατάστατου και την επιβάρυνση του ενός ευρώ ανά συνταγή κι επιπλέον, είμαι αναγκασμένος να μπω σε μια γραφειοκρατική διαδικασία, που σαν έξοδα και χρόνο, δεν αξίζει τον κόπο. Πάρτες δώρο από μένα».
Άντε να του πεις, ότι δεν προτίθεσαι να τον πληρώσεις με μετρητά, αλλά με πιστωτική. Το λες ρε πιτσιρίκο;
«Άστο», του λέω «κουμπάρε, ξέχνα το. Ψυχή βαθιά».-
Να είσαι καλά αδερφέ
Σ.Α.Μ.
(Αγαπητέ φίλε, μάλλον ο δικός σας συλλογισμός είναι λανθασμένος. Και δεν θα γράψω κατεβατό -για να το εξηγήσω αλλά το εξής: “Όταν στούκαρε ο Τιτανικός στο παγόβουνο, είχε σημασία πόσα χρήματα είχε στην τσέπη του ο κάθε επιβάτης; Είχε σημασία αν ήταν πλούσιος ή φτωχός; Είχε σημασία αν κάποιος ήταν στην τρίτη θέση ή στην πρώτη;” Όχι. Στον πάτο πήγαν πλούσιοι και φτωχοί. Αυτή είναι η περίπτωση της Ελλάδας τώρα. Εγώ δεν έγραψα για ταξικά θέματα. Αυτό που έγραψα είναι πως η πλήρης κατάρρευση της χώρας δεν θα ωφελήσει κανέναν. Εδώ ζούμε όλοι. Κι αυτοί που έχουν χρήματα και αγαθά θα κινδυνεύουν πολύ από αυτούς που δεν έχουν. Άρα, όποιος είναι έξυπνος -έχει ή δεν έχει χρήματα- δεν πρέπει να το θέλει αυτό. Ελπίζω να είμαι κατανοητός. Και μη μου γράφετε σαν να ζω αλλού ή να είμαι χαζός. Εδώ ζω και χαζός δεν είμαι· τουλάχιστον όχι εντελώς. Δεν χρειάζεται να με πάρετε από το χέρι για να μου δείξετε, ξέρω. Περισσότερα από όσα γράφω. Στο κέντρο της Αθήνας γεννήθηκα και ζω, όχι στο χωριό στο βουνό. Από αυτά που έχω γράψει για τους ολιγάρχες τόσα χρόνια, δεν φαίνεται ότι κάτι ξέρω κι εγώ; Ωραία η ιστορία με το φαρμακείο. Μην ψάχνετε να βρείτε το λάθος στους άλλους. Θα βρείτε πολλά λάθη σε όλους. Σας το έγραψα και στο μέιλ που αφορούσε το κείμενο ενός άλλου αναγνώστη. Γράψτε τις ωραίες ιστορίες σας και αφήστε τους άλλους. Όσο ψάχνει ο ένας να πει στον άλλο ότι κάνει λάθος, το παγόβουνο δεν το γλιτώνουμε. Πρέπει κάτι να μας έμαθαν αυτά τα έξι χρόνια, πέρα από το να φάμε ο ένας τον άλλον. Επίσης, αν αρχίσουν οι πολλοί “διάλογοι” στο μπλογκ, θα πατώσει. Εμπιστευτείτε την εμπειρία μου. Τουλάχιστον σε αυτό. Να είστε καλά.)
Το pitsirikos.net χρειάζεται τη βοήθειά σου
Στήριξε οικονομικά το pitsirikos.net, αν θεωρείς πως καλό είναι να υπάρχουν στην Ελλάδα και κάποιες φωνές που δεν δουλεύουν για τον Μαρινάκη, τον Αλαφούζο, τον Σαββίδη και τα άλλα παιδιά, οπότε μπορεί να διαβάσεις ή να ακούσεις κάτι διαφορετικό από αυτό που συμφέρει τους ολιγάρχες. Οι τρόποι στήριξης εδώ.

