Βλέμμα ψόφιου ψαριού
Τρεις στάσεις πριν φτάσουμε στην καφετέρια, πιτσιρίκο, αρχίζω να προετοιμάζομαι για την κάθοδό μου από το λεωφορείο. Ψυχολογικά κατ’ αρχήν και σωματικά κατά δεύτερον. Αναμένεται να ακολουθήσει μάχη με το υπόλοιπο επιβατικό κοινό. Επιχείρησις «κάθοδος των μυρίων».
Ξεκινώ με προειδοποιητικά πυρά, τύπου «συγγνώμην», «με συγχωρείτε», «εξκιουζέ μουά» και λοιπά συναφή, αλλά δεν κινείται φύλλο γύρω μου.
Πώς άλλωστε να κινηθεί; Πού να πάει; Είναι δυνατόν η μέσα δεξιά σαρδέλα της κονσέρβας να μετακινηθεί σε θέση σέντερ φορ, χωρίς να ανοίξεις το καπάκι και να μετακινήσεις όλες τις υπόλοιπες;
Κι ο Αλέφαντος, όταν κάνει μαθήματα τακτικής σ’ εκείνον τον γκαβούλιακα γιο του καρατζαφύρερ, μετακινεί όλα τα πιόνια, όχι μόνο ένα.
Τεσπά, κάποια στιγμή, μετά από χίλιες συγγνώμες, εκατοντάδες σπρωξίματα, δεκάδες αγκωνιές και κάτι λίγες κλωτσιές, καταφέρνω να απεγκλωβιστώ από τα ερείπια, ε, συγγνώμην από το λεωφορείο της γραμμής, αφού φυσικά έχω αναστατώσει τους μισούς επιβαίνοντες.
Έχω κατεβάσει καμιά δεκαριά χριστούς, άλλες τόσες παναγίες, καναδυό ντουζίνες μετά χριστόν αγίους και πάνω από δέκα επιβάτες, για να μπορέσω να εξέλθω από την πόρτα μαζί με τα μπαγάζια μου.
Θα μου πεις, όλοι έτσι κάνουν. Πάσο. Απλά εγώ χρησιμοποιούσα πάντα το «πεζώ 2» και χλεύαζα όσους ταξίδευαν πατικωμένοι μέσα σε λεωφορεία και τρένα.
Αυτά πληρώνω. Διότι αν γυρνάς με λαμποργκίνι και κοροϊδεύεις την πλέμπα, είσαι ένας ρατσιστής πατρίκιος. Αν γυρνάς με τα πόδια και κάνεις τα ίδια σχόλια, είσαι απλά ένας αδιόρθωτος μαλάκας.
Βέβαια το πιο σωστό στο προτεκτοράτο είναι να γυρνάς με ακριβό αυτοκίνητο, να θεωρείς ότι οι τιμές των εισιτηρίων των Μ.Μ.Μ. είναι πολύ χαμηλές και να συμπάσχεις με τους πληβείους που τα χρησιμοποιούν.
Σ’ αυτήν την περίπτωση, είσαι βολευτής ή διορισμένο στέλεχος της Δ.Φ.Α.
Είμαι και γκαντέμης όμως. Είτε από κακό υπολογισμό είτε επειδή έπεσα πριν κάτι μέρες πάνω στο γιο της Ντόρας στις Βρυξέλλες, κατέβηκα μια στάση μετά. Φτου! Να ’μουν άδειος, δε γαμιέται, αλλά είμαι φορτωμένος πράγματα γμτ…
Δύο οι δρόμοι που οδηγούν στη Ρώμη. Ή το κόβω δεξιά όπως στέκομαι, περνάω απέναντι στο φανάρι και πάω στη στάση να πάρω λεωφορείο, να με αφήσει στην επόμενη στάση ή το κόβω αριστερά και ποδαράτα επιχειρώ να φτάσω κούτσα κούτσα στην καφετέρια.
Η μόνη περίπτωση να επέλεγα την πρώτη εκδοχή θα ήταν να είμαι κολλητός του ράπερ. Θα μου πεις τώρα, αν ήσουν κολλητός με το ράπερ, θα κυκλοφορούσες με τον κομπρέσορα του μπαμπά, θα κωλοβαρούσες όλη μέρα στα υπόγεια του Μαξίμου κυνηγώντας καμιά γκομενίτσα και συκοφαντώντας νυχθημερόν τη Ζωή στα φέισμπουκ κι όπου αλλού, για να δικαιολογείς το μεροκάματο.
Δίκιο έχεις. Αλλά σ’ αυτήν την περίπτωση δε θα ήμουν αντιμέτωπος με το ψευτοδίλημμα «δεξιά ή αριστερά;», γιατί σα γνήσιος Ο.Φ.Α. (Όπου Φυσάει ο Άνεμος) θα το έκοβα όπου έκρινα ότι είναι κοινωνικά αναγκαίο και –προπαντός- ατομικά χρήσιμο, χωρίς να νιώθω την ανάγκη να απολογηθώ για κάτι.
Δέσμιος όμως των πολιτικών μου αγκυλώσεων κι εκ πεποιθήσεως ενάντιος στους οπορτουνιστές, όποτε έπρεπε να διαλέξω, δεν έμπαινα καν στο δίλημμα, απλά το έκοβα αριστερά με τη μία.
Κακή επιλογή πιτσιρίκο και δύσκολη. Το να προσπαθείς να περπατήσεις σε αθηναϊκό πεζοδρόμιο και μάλιστα φορτωμένος με πράγματα, ενώ ήδη έχει αρχίσει να πέφτει και σκοτάδι είναι σα να προσπαθείς στα φόρτι σάμθινγκ να περάσεις στίβο μάχης με διπλό κράνος και πλήρη εξάρτηση, ενώ σε σημαδεύουν με πραγματικά πυρά.
Έφαγα κανένα μισάωρο για μια διαδρομή ούτε δέκα λεπτών, προσπαθώντας να χωρέσω ανάμεσα στα κενά που άφηναν τα παρκαρισμένα στο πεζοδρόμιο αυτοκίνητα, προσέχοντας τις λακούβες, τις κακοτεχνίες, τα πεταμένα σκουπίδια και τα σκυλόσκατα που παραμονεύουν παντού – ας όψονται οι φιλόζωοι συμπολίτες μας.
Για να μην αρχίσω να σπάζω ό,τι υπήρχε μπροστά μου, σκεφτόμουν τον Καμίνη να κάνει φορτωμένος την ίδια διαδρομή και κάθε φορά που πατούσε σκυλόσκατα να λέει με τη φωνή ευνούχου «όου γιες κι απ’ τις δυο μεριές» κι έτσι, παρά την ταλαιπωρία, δεν έχασα το κέφι μου.
Δεν έχασα το κέφι μου ούτε όταν ένας χοντρομαλάκας σταμάτησε το τζιπ του πάνω στη διάβαση πεζών στο φανάρι, προσπαθώντας θαρρείς να καταστήσει ανέφικτη κάθε προσπάθεια πεζού να περάσει απέναντι, καθώς θα βρισκόταν αντιμέτωπος με τα αυτοκίνητα που περνούσαν από το άλλο φανάρι.
Περίμενα καρτερικά να ανάψει το κόκκινο για τους πεζούς και για τους οδηγούς της κάθετης οδού και πήγα με το πάσο μου και στάθηκα με όλα μου τα μπαγάζια μπροστά του.
Στην αρχή, μου έκανε νόημα να περάσω γρήγορα, καθώς είχε ανάψει το πράσινο γι’ αυτόν, μετά άρχισε να αναβοσβήνει με μανία τα φώτα, συνέχισε κορνάροντας, ώσπου άνοιξε το παράθυρο, για να με απειλήσει: «τώρα τι θες; να κατέβω κάτω να σε γαμήσω;».
«Μπα; γαμάς κιόλας; εγώ νόμιζα ότι τον έχεις μόνο για κατούρημα», είπα στο χοντρό που χτυπιόταν μέσα στο αυτοκίνητό του, νιώθοντας ότι τον προσέβαλα μπροστά στην κυρά του, που προσπαθούσε να τον καλμάρει.
Μ’ αυτά και με τ’ άλλα, έφτασα τελικά στην καφετέρια κι ένα ρίγος συγκίνησης ένιωσα να με διαπερνά, καθώς οι πρώτες γνωστές φυσιογνωμίες που αντίκρισα ήταν οι τζιβιτζιλούδες.
Δηλαδή, δεν είναι μυτιληνιές οι γυναίκες – όχι ότι παίρνω όρκο κιόλας – απλά τις λέω έτσι και το κόλλησαν κι όλοι στην καφετέρια, γιατί πάνε πακέτο.
Πρόκειται για ένα ζευγάρι γυναικών, οι οποίες μάλλον είναι μάνα και κόρη, αν κρίνει κανείς από τη μεταξύ τους ομοιότητα και τη διαφορά ηλικίας. Θα μου πεις, μπορεί να είναι και θεία με ανηψιά ή απλά δυο φίλες. Αυτό το τελευταίο το αποκλείω, γιατί ποτέ δεν έσκασε μύτη μόνο η μία από τις δύο.
Αυτές έρχονται εδώ και δύο χρόνια πάντα μαζί και μόνο οι δυο τους. Μία φορά το πρωί και μία το απόγευμα. Όταν λείπουν, καταλαβαίνεις ότι μία από τις δύο είναι άρρωστη ή τεσπα έχει κάποια υποχρέωση. Η άλλη όμως δεν εμφανίζεται μόνη.
Έρχονται πάντα μια συγκεκριμένη ώρα, κάθονται για ένα δίωρο, πάντα στο ίδιο συγκεκριμένο τραπέζι, πίνουν πάντα την ίδια ακριβώς μαλακία – φρεντοτσίνο, ψωλοτσίνο ή κάπως έτσι – και μασουλάνε διακριτικά μουστοκούλουρα που φέρνουν από το σπίτι.
Η μεγαλύτερη καπνίζει και πέντε τσιγάρα κάθε φορά – έχω φάει μεροκάματα ολόκληρα, για να είμαι σίγουρος ότι δεν κάνω λάθος στο μέτρημα.
Στο δίωρο που περνάνε στην καφετέρια κοιτάζουν η μία την άλλη, χωρίς να ασχολούνται με το τι γίνεται γύρω τους, ενώ πολύ σπάνια θα δεις τη μεγαλύτερη να λέει κάτι ψυθιριστά στη μικρότερη κι εκείνη να γνέφει καταφατικά.
Η μεγάλη φέρνει προς Δάφνη Σημίτη, πριν την πιάσουν στα χέρια τους οι ίματζ μέηκερς.
Η μικρή είναι ακαθόριστης ηλικίας. Αν την πιάσει στα χέρια του ο Τρύφων Σαμαράς και της αλλάξει λουκ, μπορεί και να μοιάζει γαμήσιμη. Δεν έχει άσχημα χαρακτηριστικά, απλά είναι παρατημένη. Κι οι δυο τους δηλαδή.
Θα μου πεις τι μου φταίνε. Δε μου φταίνε. Κάθε άλλο. Ίσα ίσα που χάρηκα όταν τις είδα μετά από τόσον καιρό κι αμέσως χαμογέλασα.
Είναι σα να χαμογελάς στο παντζούρι και να περιμένεις να στο ανταποδώσει. Τζάμπα το περίμενε.
Η μικρή, στο οπτικό πεδίο της οποίας βρέθηκα, κοίταζε το άπειρο, με κείνο το απλανές βλέμμα ψόφιου ψαριού που δεν αποχωρίζεται ποτέ…
Δε συνεχίζω, γιατί θα με μαλώσεις.
Έχω να πάρω μια κούτα φάρμακα πάλι.
Χεχεχε
Την αγάπη μου
Σ.Α.Μ.
(Αγαπητέ Σ.Α.Μ., τέτοια να γράφεις, για να μην επιστρέψω ποτέ στην Ελλάδα. Αν και δεν χρειάζεται να έρθω στην Αθήνα, αφού μπορώ να πάω κατευθείαν στην Κρήτη. Εύχομαι σιδερένιος. Και δεν φεύγεις από την Αθήνα σιγά-σιγά; Εγώ, με το πού έφυγα, έγινα καινούργιος. Να είσαι καλά.)
Το pitsirikos.net χρειάζεται τη βοήθειά σου
Στήριξε οικονομικά το pitsirikos.net, αν θεωρείς πως καλό είναι να υπάρχουν στην Ελλάδα και κάποιες φωνές που δεν δουλεύουν για τον Μαρινάκη, τον Αλαφούζο, τον Σαββίδη και τα άλλα παιδιά, οπότε μπορεί να διαβάσεις ή να ακούσεις κάτι διαφορετικό από αυτό που συμφέρει τους ολιγάρχες. Οι τρόποι στήριξης εδώ.

