Πρωτομαγιά

Αγαπητέ Πιτσιρίκο,
Διαβάζω αρκετό καιρό το blog σου και αποφάσισα σήμερα να σου γράψω. Δεν ξέρω γιατί. Ήθελα να βγάλω αυτό που έχω μέσα μου. Πρωτομαγιά αύριο και Πάσχα μαζί, όπως λέμε σαμπουάν και conditioner μαζί.

Θα σου γράψω μια ανάμνησή μου για το πώς γιορτάζαμε εμείς την Πρωτομαγιά ως παιδιά σε μια κωμόπολη της Κρήτης.

Θυμάμαι παιδούλα ακόμα τη μάνα μου να με ξυπνάει από το πρωί να μαζέψουμε παπαρούνες και μαργαρίτες και άλλα λουλούδια για να κάνουμε το μάη μας.

Πηγαίναμε σε ένα τεράστιο λιβάδι δίπλα από το σπίτι μας και εκεί εγώ την καταέβρισκα.

Ακόμα θυμάμαι εκείνες τις μυρωδιές. Ένα άρωμα εμποτισμένο με αγριολούλουδα, μαργαρίτες και άλλα αχριόχορτα.

Τι δεν θα έδινα για μια τζούρα από αυτό το άρωμα;

Εγώ βαριόμουνα σε κάποια φάση αφού είχα μαζέψει κάμποσα λουλούδια και άρχιζα να πηλαλάω σαν κατσίκι πάνω κάτω και η μάνα μου τότε να με φωνάζει γιατί δεν με έβλεπε από την πυκνή βλάστηση.

Ύστερα πηγαίναμε σπίτι στην αυλή μας και η μάνα μου έμπαινε στο περιβόλι μας και έκοβε τριαντάφυλλα και κρίνους.

Πήγαινε μετά και έκοβε ένα μεγάλο κλαδί ελιάς που, αφού το καθάριζε με ευλάβεια κάμποση ώρα, το τύλιγε ώστε να κάνει μια κουλούρα.

Εγώ είχα την ευθύνη να κάνω μικρά ματσάκια τα λουλούδια και να τα δέσω γερά με μια κλωστή.

Τα έπαιρνε η μάνα μου και άρχιζε να τα τοποθετεί στο κλαδί της ελιάς. Πάλευε αρκετή ώρα και στο τέλος μου έδειχνε ένα ολάνθιστο στεφάνι.

Πάντα απορούσα πώς στερέωνε τα λουλούδια και δεν πέφτανε. Μυστήριο βρε παιδί μου…

Σαν παιδί το θεωρούσα μαγικό.

Αφού τελείωνε η διαδικασία, στερεώναμε το στεφάνι έξω από την πόρτα του σπιτιού λέγωντας τραγουδάκια.

Όταν ξεκίνησα λύκειο, πού καιρός για μαγιάτικα στεφάνια. Φροντιστήρια και μαλακίες.

Όλα αυτά για να δώσεις εξετάσεις σε ένα ελεεινό σύστημα και να μπείς σε μια σχολή.

Έλεγα και εγώ στη μάνα να πάει να αγοράσει ένα από το ανθοπωλείο όπως κάνανε όλοι. Όμως η μάνα μου εκεί, να σηκώνεται πρωί εκείνη τη μέρα για να φτάξει το στεφάνι.

Τα χρόνια πέρασαν.

Εγώ έφυγα πήγα να σπουδάσω. Αλλά η μάνα μου εκεί.

Πολλές φορές τι ρωτούσα τι παλεύει, γιατί δεν κάθεται να ξεκουραστεί.

Αυτή εκεί όμως. Με έπαιρνε το βράδυ να μου πεί τι λουλούδια έβαλε και πώς ο μάης της ήταν καλύτερος από κάθε άλλη φορά.

Με τα χρόνια η περιοχή άλλαξε και νέα σπίτια άρχισαν να ξεφυτρώνουν σαν τα μανιτάρια. Το τεράστιο λιβάδι το γέμισαν με μπάζα και ό,τι έμεινε το έφραξαν.

Οι νέοι γείτονες που λέγαμε που έκτισαν -απορία το έχω πώς πήραν άδεια από πολεοδομία- είχαμε την ευτυχία να είναι όχι μόνο απλά Έλληνες αλλά Ελληνάρες με όλη τη σημασία της λέξης.

Ό,τι γης είχε απομείνει με τα ελάχιστα αγριολούλουδα, έβαλαν τις κουρσάρες τους και τα καταπάτησαν. Να μη φυτρώνει τίποτα, ρε παιδί μου. Πετάνε και τα σκουπίδια τους στο χωράφι.

Όταν γυρνάω Ελλάδα, καθώς πάνε αρκετά χρόνια που ζω μόνιμα στο εξωτερικό, φουρκίζομαι όταν τα βλέπω, φουντώνω.

Έξαλλη γίνομαι, πιτσιρίκο. Δεν ξέρω τι είναι εκείνο που επικρατεί. Θυμός ή λύπη.

Είναι σαν να μου πήραν την Ιθάκη μου και εγώ έχω μείνει να θαλασσοδέρνομαι.

Η όλη κατάσταση του τοπίου μου θυμίζει την τωρινή Ελλάδα, απαξίωση στα πάντα και παντού. Κανένας σεβασμός.

Η μάνα μου σε κάποια φάση έπαψε να φτιάχνει μάη.

Σήμερα με πήρε τηλέφωνο με τέτοια χαρά ότι αύριο θα πάει στο χωριό της.

Αποφάσισαν να κάνουν εκεί, λέει, Πάσχα με τα αδέλφια της και τα ανήψια της.

Πριν κλείσει το τηλέφωνο μου λέει θα φτιάξω και το μάη φέτος και θα τον κρατήσω για να τον δείς και εσύ όταν με το καλό έρθεις .

Ας φτιάξουμε όλοι το δικό μας μάη. Αυτό που μας ανήκει δεν μπορείς να μας το πάρει κανείς.

Να είσαι καλά πιτσιρίκο και μην ξεχάσεις να φτιάξεις το μάη σου.

Φιλιά πολλά από Αγγλία

Μαρία

ΥΓ1 Μάη στην Κρήτη λέμε και το μαγιάτικο στεφάνι. Φουρκίζομαι σημαίνει φουντώνω.

ΥΓ2: Πάντα, όταν γράφω, χρησιμοποιώ στοιχεία της τοπικής διαλέκτου και στο σχολείο πάντα όλες οι φιλόλογοι με έτρεχαν από πίσω ότι δεν θα μάθω ποτέ να γράφω σωστά Ελληνικά. Δεν πειράζει. Δεν τις άκουσα ποτέ.

(Αγαπητή φίλη, αυτό που νοσταλγείτε δεν είναι μια πιο όμορφη και αγνή Κρήτη του παρελθόντος αλλά τα παιδικά σας χρόνια. Όλοι αυτά νοσταλγούμε. Γιατί τα παιδικά μας χρόνια είναι η πατρίδα μας. Δεν έχετε ακούσει το τραγούδι “Πού ‘ναι τα χρόνια;”. Αυτό το τραγούδι γράφτηκε το 1968. Δηλαδή, και πριν από 48 χρόνια, οι άνθρωποι νοσταλγούσαν την παιδική τους ηλικία. Και το τραγούδι λέει “Πήγα στα μέρη που σε είχα πρωτοδεί μικρό κορίτσι ήσουν κι ήμουνα παιδί”. Πάντα οι άνθρωποι λένε “τι καλά που ήταν παλιά”, ακόμα κι όταν αναφέρονται σε τραγικές περιόδους, όπως η Κατοχή. Αλλά στην Κατοχή ήταν νέοι. Μην ανησυχείτε για τη γλώσσα. Αν βάλετε ένα από τα αριστουργηματικά κείμενα του Νίκου Καζαντζάκη στο Word, θα κοκκινίσει όλη η σελίδα από τα “λάθη”. Να είστε καλά. Εύχομαι στα χρόνια της ωριμότητάς σας να βρείτε την αγνότητα των παιδικών σας χρόνων. Από επιλογή πια, όχι από ανεμελιά, έλλειψη ευθυνών και άγνοια.Καλή Πρωτομαγιά!)

Το pitsirikos.net χρειάζεται τη βοήθειά σου

Στήριξε οικονομικά το pitsirikos.net, αν θεωρείς πως καλό είναι να υπάρχουν στην Ελλάδα και κάποιες φωνές που δεν δουλεύουν για τον Μαρινάκη, τον Αλαφούζο, τον Σαββίδη και τα άλλα παιδιά, οπότε μπορεί να διαβάσεις ή να ακούσεις κάτι διαφορετικό από αυτό που συμφέρει τους ολιγάρχες. Οι τρόποι στήριξης εδώ.

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.