Γιατί φεύγει ο κόσμος, μπαμπά;
Φίλε Πιτσιρίκο,
λες πως δεν καταλαβαίνεις γιατί φεύγει ο κόσμος από τη χώρα που τον γέννησε.
Εγώ πάλι, δεν κατάλαβα ποτέ πώς δέχεται κανείς να περάσει μια ζωή στο ίδιο μέρος, ειδικά αν δεν πιστεύει στη μετενσάρκωση κι αυτή η ζωή είναι η μόνη του ευκαιρία.
Μιά ζωή είναι πολύς χρόνος Πιτσιρίκο, όση κι αν είναι.
Εγώ δεν έφυγα με την οικονομική κρίση, έφυγα με την κοινωνική/πολιτιστική κρίση του ’90 που “ξεβλαχέψαμε” κι αρχίσαμε να φοράμε Prada και Fiorucci, για να διεκδικήσουμε ταυτότητα στο θαυμαστό νέο κόσμο της παγκοσμιοποίησης και των χρηματιστηρίων.
Έφυγα, όταν, στην πρεμούρα να γίνουμε Ευρωπαίοι, αφήσαμε τα βαθιά κι αρχίσαμε να τσαλαβουτάμε στην επιφάνεια.
Ή ίσως πάντα έτσι να ήμασταν και να μην το έβλεπα εγώ.
Από μικρή ένιωθα πάντα εκτός, πάντα παρατηρήτρια.
Όταν τα άλλα παιδιά ονειρεύονταν να γίνουν αστροναύτες και αεροσυνοδοί, εγώ ήθελα να γίνω ο Χριστός για να νικήσω τον πειρασμό και να μη φοβάμαι πιά κανένα διάολο.
Ευτυχώς, η φάση της θρησκοληψίας δεν κράτησε πολύ και δεν άφησε σημαντικά κουσούρια.
Μικρή επαρχιακή πόλη, κοίταζα τους μεγάλους, κι αναρρωτιόμουν αν θα γίνω κι εγώ έτσι.
Παντρεμένη με παιδιά, οξυζενέ μαλλί και τακούνι, απορροφημένη στο μικρόκοσμό μου, στον πόντο που έφυγε απ το καλσόν, στη γειτόνισσα που πέταξε νερά στη μπουγάδα μου, στο γάμο που με πήρε μπουμπούκι και με κατέληξε γαιδουράγκαθο, στη δουλειά που μου ‘φαγε ό,τι τζιέρια είχαν απομείνει, στους φίλους που η τριβή έκανε οχτρούς, στις ιδέες και τα χούγια που σιχάθηκα να μηρυκάζω αλλά δεν έχω τα κότσια να φτύσω.
Με τρομοκρατούσε η σκέψη, κι έπεφτα με τα μούτρα στο Σεβάχ το Θαλασσινό, για να μην ξεχάσω οτι έχει κι άλλα μέρη, κι άλλες ζωές, κι άλλους τρόπους.
Σαν έφηβη, διάβαζα νυχθημερόν, ό,τι έπεφτε στα χέρια μου.
Δεν είχα κανέναν να με καθοδηγήσει, αμόρφωτη οικογένεια, παραπλανημένοι προλετάριοι, ακροδεξιοί γιατί τον προπάππου τον φάγαν οι αντάρτες, αλλά καλά ανθρωπάκια, ηθικά, ο ορισμός του “ο δρόμος για την κόλαση είναι σπαρμένος αγνές προθέσεις”.
Έκρυβα τα βιβλία μέσα στα σχολικά, για να μη με πάρουν χαμπάρι ότι διαβάζω κομμουνιστές και άθεους, έκανα σκαστό απ το σχολείο για να διαβάσω με την ησυχία μου Νίτσε, Ράϊχ, Καζαντζάκη, Βάρναλη, κι έλεγα μια μέρα θα έχω ένα σπίτι γεμάτο βιβλία και κανείς δεν θα μου λέει τι να είμαι και τι να κάνω.
Όπως κι έγινε.
Πέρασα στο πανεπιστήμιο σε μια σχολή που δεν με ενδιέφερε καθόλου, κι έφυγα άρον άρον για να ζήσω τη ζωή που φαντασίωνα.
12 χρόνια μου πήρε να τελειώσω, και το ‘κανα μόνο για να δώσω στον πατέρα μου το πτυχίο να το κορνιζώσει να τελειώνουμε, το οποίο και δεν έκανε ποτέ, γιατί πέθανε πιστεύοντας ότι ήταν πλαστό.
Μπήκα στην επετηρίδα γιατί αυτό έκανες όταν τελείωνες, χωρίς πρόθεση να ασκήσω το επάγγελμα, αφού έτσι κι αλλιώς ήταν τόσο απίθανο να διοριστώ με την ουρά δεκαετίες μακριά, που δεν διέτρεχα κίνδυνο να βρεθώ δημόσιος υπάλληλος χωρίς να το καταλάβω.
Κάποια στιγμή βρέθηκε “μέσο” και μου προτείναν να γυρίσω στη γενέτειρα και να διοριστώ στο δήμο.
Είπα όχι, κι ο πατέρας, που ηταν σεσημασμένος καρδιοπαθής, έπαθε το νιοστό επεισόδιο.
Μέχρι κι η αντικομφορμίστρια κομμουνίστρια οικογενειακή φίλη με κοίταξε με τα μάτια γουρλωμένα και είπε “τρελλή είσαι;;;”.
Παρεμπιπτόντως, αυτοί οι ίδιοι άνθρωποι ήταν αυτοί που στράφηκαν αργότερα με μένος κατά των δημοσίων υπαλλήλων.
Απ’ τα 19, άρπαξα τον δίσκο γιατί η μόνη δουλειά που μπορούσα να βρω ήταν ή σερβιτόρα ή πωλήτρια, και στις πωλήσεις δεν είχα έφεση.
Και ήθελα και να ορίζω το χρόνο μου, όπως γούσταρα εγώ, να έρχομαι και να φεύγω κατά βούληση.
Άρχισα να ταξιδεύω, στην αρχή με παρέα σε κοντινές χώρες, αργότερα μόνη όλο και πιό μακριά, ώσπου βρέθηκα στην Αυστραλία.
Δεν ειχα ποτέ πρόθεση να μεταναστεύσω εδώ ή οπουδήποτε αλλού, να δω όσο περισσότερα γινόταν πριν πεθάνω ήθελα.
Αν και παραδέχομαι ότι είπα “μαύρη πέτρα” καθώς έφευγα, και με εξέπληξε η νοσταλγία που άρχισε να με ροκανίζει αργότερα.
Έφυγα γιατί βαρέθηκα την Ελλάδα, τη μονοτονία της, τον ωχαδερφισμό της, την οικογένεια που είχε τη γκρίνια ως μοναδικό τρόπο επικοινωνίας και σε κάθε ευκαιρία μου ψαλίδιζε τα φτερά για το καλό μου, τους φίλους που πιάναν τα ‘άντα κι άρχιζαν τις καριέρες και τις οικογένειες, τους πρώτους συμβιβασμούς, τις πρώτες κοιλιές, τις πρώτες ρυτίδες, κι εμένα την “αναποφάσιστη” να προσπαθούν να με τραβήξουν όλοι δεξιά κι αριστερά για αυτοεπιβεβαίωση.
Ώρα να την κάνω, είπα, ή τώρα ή ποτέ.
Και με το στομάχι κόμπο απ’ το φόβο, ανέβηκα στο αεροπλάνο για Σίδνεϊ.
Φοβόμουν γιατί ποτέ δεν ήμουν ο τύπος του ήρωα, Πιτσιρίκο· έγινα ήρωας γιατί σιχάθηκα τον χέστη που ζούσε μέσα μου.
Μου είχαν πει ότι έχει πολλές δουλειές στην Αυστραλία, και σκέφτηκα, τι να κουβαλάω το δίσκο εδώ τι εκεί.
Αυτό που ξέχασαν να μου πουν ήταν ότι χρειάζεσαι βίζα για να δουλέψεις· με τουριστική μόνο γαμοδουλειές που δεν πληρώνουν τίποτα βρίσκεις.
Κι από δαύτες έκανα πολλές τα πρώτα χρόνια, αλλά αυτές ειναι και μερικές απ’ τις πιο διασκεδαστικές ιστορίες που έχω να διηγηθώ.
Το πλάνο ήταν να βγάλω λεφτά και να συνεχίσω για Μεξικό, επανάσταση με τους Ζαπατίστας.
Έτσι, ήρθα με εισιτήριο χωρίς επιστροφή, κι ακόμα απορώ πώς μ’ άφησαν να μπω στη χώρα.
Όταν ήρθε η ώρα, ούτε λεφτά για το Μεξικό είχα, ούτε για ανανέωση της βίζας, με είχαν απολύσει από 7 στις 10 δουλειές που είχα κάνει, και δεν εννοούσα να πάρω τηλέφωνο τον πατέρα μου να με καθαρίσει, που με αποχαιρέτισε κλαίγοντας όταν έφευγα “και κοίτα να βρεις καμμιά δουλειά και να μην ξαναγυρίσεις άφραγκη ως συνήθως”.
Ήταν πλέον θέμα τιμής.
Κι έτσι έγινα “λαθρομετανάστρια”, γεμάτη παράνοια ότι θα με συλλάβουν και θα σαπίσω στα στρατόπεδα συγκέντρωσης που έχουν εδώ για τους λαθρομετανάστες, ότι κάποιος θα με καταδώσει.
Κάθε όποτε μάζευα κανά φράγκο να φύγω, έσκαγε φίλος απο Ελλάδα, παίρναμε τους δρόμους, και φτου κι απ’ την αρχή.
Σ’ ένα απ’ αυτά τα ταξίδια μάζεψα ένα κουτί με αυστραλέζικη φύση, απίστευτα πράγματα που φυτρώνουν εδώ, άλιεν, και το έστειλα στον πατέρα μου που ρωτούσε στο τηλέφωνο κάθε φορά “τι πήγες να κάνεις εκεί;”.
Χαίρομαι που τό ‘κανα, γιατί δεν τον ξαναείδα ποτέ.
Πέθανε, όπως απειλούσε, πριν ξαναειδωθούμε.
Στην κηδεία του δεν μπόρεσα να πάω, λόγω βίζας.
Αν έφευγα, δεν θα μου επιτρεπόταν η επιστροφή, κι εν τω μεταξύ είχα γνωρίσει τον σύντροφό μου, με τον οποίο 16 χρόνια αργότερα είμαι ακόμα μαζί, και δεν μπορούσα να διανοηθώ να τον χάσω.
Η πιο δύσκολη απόφαση που πήρα ποτέ, κι ο χειρότερος χρόνος της ζωής μου.
Παγιδευμένη, στην αναμονή για την άδεια εξόδου και επιστροφής, η μάνα κουρέλι, το σόι επικριτικό, κι εγώ, το μαύρο πρόβατο, ένα τόνο πιο σκούρο…
Μέχρι να ξαναγυρίσω στην Ελλάδα -από τότε που έφυγα- είχαν περάσει 6 χρόνια.
Εν τω μεταξύ, οι δραχμές είχαν γίνει ευρώ, τα γράμματα email, οι επισκέψεις σε σπίτια σερφάρισμα στο internet, η Ελλάδα Ευρώπη, το Fiorucci Louis Vuitton, το Fiat Ferrarri, και το rock’n’roll σκυλοπόπ.
Κι όλοι με κοίταζαν στη μεν Ελλάδα με λύπηση που είμαι τρελλή και χάνω το καλύτερο, στη δε Αυστραλία με θαυμασμό που ειμαι δείγμα αυτού του ένδοξου λαού που κέρδισε το πανευρωπαϊκό και διοργάνωσε κλασσάτους ολυμπιακούς.
Κάποια χρόνια αργότερα θα αντιστρέφονταν η αντιμετώπιση, αλλά για μιά μικρή θαυμαστή στιγμή, αναρρωτήθηκα μπας κι είχα διαπράξει το μεγαλύτερο σφάλμα της ζωής μου.
Σοκαρίστηκα όταν ξαναγύρισα το 2005, όλοι να κολυμπάνε στο χρήμα και τις πιστωτικές, ρούχα, αμάξια, κινητά, μαγαζιά, ταξίδια, είχαμε γίνει κοσμοπολίτες, κι η μάνα μου έλεγε ξένες λέξεις που δεν είχει κανένα προφανή λόγο να ξέρει.
Κανά δυό χρόνια αργότερα ξαναήρθα στην Ελλάδα.
Ο τζερτζελές συνεχιζόταν, αλλά είχαν αρχίσει να φαίνονται τα πρώτα σύννεφα.
Ακόμα σου φέρναν πέντε μεζέδες με κάθε ποτό όμως, μόνο που δεν ήταν όλοι γκουρμεδιές.
Στην επόμενη επίσκεψη, είχε αρχίσει η καταιγίδα, οι πέντε μεζέδες γίναν τρεις.
Τα πρώτα κεφάλια άρχισαν να πέφτουν, αλλά ακόμα κανείς δεν ήθελε να παραδεχτεί ότι είναι ντόμινο, και συνέχιζαν να υποκρίνονται ότι είναι εφιάλτης και θα ξυπνήσουν.
Κάθε κανά δυό χρόνια που έρχομαι η εικόνα διαρκώς χειροτερεύει, κι οι μεζέδες συρρικνώνονται έως τελικής εξαφάνισης, μαζί με τα ποτά, τους πελάτες και τα μαγαζιά.
Αντίο Louis Vuitton, αντίο Ferrarri, αντίο μαγαζάκι με εφημερίδες στη γωνία, αντίο υποδομή, αντίο δουλειές, αντίο αξιοπρέπεια, αντίο ανθρωπιά, αντίο μέλλον, αντίο ελπίδα.
Πριν έρθω στο Σίδνεϊ, είχα δει άστεγο μόνο σε ταινίες, τώρα μέχρι και η πρώην πάμπλουτη γενέτειρα είναι γεμάτη αστεγους, και έξω από κάθε σούπερ μάρκετ είναι ουρές οι μάνες με τα πεινασμένα παιδιά.
Ασύλληπτη κατάσταση για μένα, δεν έχω χρόνο να αφομοιώσω τόσες αλλαγές, κι η Ελλάδα που θυμάμαι δεν κρύβεται κάπου· ώρα να το συνειδητοποιήσω μια και καλή, έφυγε και δεν θα ξανάρθει.
Ποτέ. Τελεία και παύλα.
Την ξεπουλήσανε, κοψοχρονιά πήγε, πάω να θυμώσω, να κλάψω, αλλά βλέπω κάτι στο ίντερνετ που μου θυμίζει ότι όπως στρώσαμε θα κοιμηθούμε, δεν είμαστε το θύμα κανενός.
Όχι γιατί δεν πληρώναμε φόρους όπως γκρινιάζουν όλοι οι μετανάστες εδώ για να δικαιολογήσουν την πικρία που νιώθουν για την Ελλάδα που τους λησμόνησε, όχι.
Γιατί το “δαιμόνιο” το χρησιμοποιήσαμε μόνο για να αυτοκαταστραφούμε, γιατί πιστέψαμε ότι τα φύκια ήταν όντως μεταξωτές κορδέλλες και τα χρυσοπληρώσαμε με καμάρι, γιατί γίναμε εύκολος στόχος.
Μας αξίζει.
Κι αν δεν το παραδεχτούμε για να αναθεωρήσουμε, η κατηφόρα θα συνεχιστεί.
Ακόμα μας υπερασπίζομαι δοθείσης ευκαιρίας, εννοείται, αλλά γίνεται όλο και πιο δύσκολο καθώς η ηττοπάθεια και η παραίτηση ριζώνουν.
Δεν κράτησε πολύ η δόξα του έθνους.
Ποτέ δεν κρατάει, και δεν επιτρέπεται με τόση ιστορία να τα ξεχνάμε αυτά.
Κι επειδή η ζωή έχει τον τρόπο της να φέρνει τα πάνω κάτω, τώρα το μαύρο πρόβατο έγινε το success story, το αντικείμενο του φθόνου…
Ώρες ώρες δεν θέλω να ξαναγυρίσω πίσω.
Όχι για να ζήσω ξανά εκεί, όπως βαυκαλιζόμουνα τόσα χρόνια.
Ούτε καν για διακοπές, γιατί αισθάνομαι ένοχη που μπορώ νά ‘ρθω και να φύγω μετά γιατί έχω κάπου να πάω, που με παίρνει να πάρω γάλα για τη μάνα με τα πεινασμένα μωρά.
Ένα κομμάτι μέσα μου ακόμα ελπίζει ότι θα ξυπνήσουμε και θ’ αλλάξουμε τον κόσμο.
Ίσως θα ‘πρεπε να το εξαλείψω, γιατί το ορθολογιστικό κομμάτι μέσα μου υποπτεύεται ότι αυτό το game είναι over.
Μακάρι να διαψευσθεί. Κατά τη διάρκεια της δικής μου ζωής κατά προτίμηση.
Στα 19 χρόνια που είμαι εδώ ολοκληρώθηκα σαν άνθρωπος.
Ανακάλυψα πράγματα για τον εαυτό μου και τον κόσμο που δεν θα είχα ανακαλύψει ποτέ, αν δεν είχα κάνει το απονενοημένο διάβημα τότε.
Έμαθα να στέκομαι στα πόδια μου και μόνο, να μη φοβάμαι, να μην προσδοκώ, να μην κρίνω, να βολεύομαι με ό,τι υπάρχει, να συνταυτίζομαι με φαινομενικά άσχετους ανθρώπους, να τρώω τα πάντα.
Έμαθα ότι ο καθένας έχει μια ιστορία να σου πει, αν ενδιαφέρεσαι να την ακούσεις, ότι κανείς δεν διαλέγει να γίνει παρίας, λαθρομετανάστης, κοινωνικό απόβλητο, ότι το νόμισμα έχει πάντα κι άλλη πλευρά, ότι οι εφιάλτες μας μπορούν να αποδειχτούν τα όνειρα μας και το αντίθετο, κι ότι τα μόνα όρια που υπάρχουν τα θέτουμε εμείς.
Το βιολογικό μου ρολόι, όμως, δεν συνήρθε ακόμη. Πρέπει να σκεφτώ τι εποχή του χρόνου είναι, να μετρήσω τους μήνες στα δάχτυλα.
Και πρέπει να συνεχίζω να θυμίζω στον εαυτό μου ενεργά ότι η νοσταλγία είναι παραμορφωτικός καθρέφτης, για να μην καταλήξω σαν τους παππούδες που βλέπω στα παγκακια των shopping mall -απουσία πλατείας- να αναπολούν μια Ελλάδα που μάλλον δεν υπήρξε ποτέ πραγματικά.
Ξεχνάω τα ελληνικά, δεν πίστευα ότι μπορεί να συμβεί αυτό ποτέ.
Ζω, σκέφτομαι και ονειρεύομαι στα αγγλικά, αλλά, όταν φοβάμαι, όταν θρηνώ, κι όταν μιλάω σε μωρά και ζώα, πάντα στα ελληνικά γυρνάει η γλώσσα μου.
Για την ιστορία, δεν έχω πατήσει πόδι ακόμα στη Νότια Αμερική, η επανάσταση τελείωσε χωρίς εμένα.
Προχτές που έκανα εκκαθάριση στο σπίτι, βρήκα σ΄ ένα κουτί ένα χαρτονόμισμα των 200 δραχμών, από τότε που ήρθα.
Συγκινήθηκα, δάκρυσα, και το ‘βαλα κι αυτό στη μυστική θήκη στο πορτοφόλι, που φυλάω το τελευταίο γράμμα που μου έστειλε ο πατέρας μου.
Αυτά Πιτσιρίκο,
Ελπίζω να σε διαφώτισα κάπως,
νά ‘σαι καλά, και να συνεχίζεις,
κι άμα είναι να ‘ρθεις ποτέ στην Αυστραλία, πες μου.
(Αγαπητή φίλη, καταπληκτική η ιστορία σας. Και τα ελληνικά σας είναι μια χαρά. Σας διαβεβαιώνω. Δεν λέω πως δεν καταλαβαίνω γιατί φεύγουν οι Έλληνες από την Ελλάδα -καταλαβαίνω πολύ καλά- αλλά πως θα ήθελα να το αλλάξουμε αυτό. Γιατί ο μόνος πραγματικός πλούτος μιας χώρας είναι οι άνθρωποί της. Και η Ελλάδα γίνεται κάθε μέρα και πιο φτωχή. Αν για την κατάντια της Ελλάδας φταίνε τα δικά μας λάθη, για τις φτωχές και εξαθλιωμένες χώρες του κόσμου, ποιος φταίει; Οι φτωχοί κάτοικοί τους; Μακάρι να ήταν τόσο απλό. Δεν λέω πως δεν έχουμε ευθύνες. Έχουμε. Αλλά, αν ρίξει κάποιος μια ματιά στην πολύ σκληρή Ιστορία της Ελλάδας τον 20ό αιώνα, θα βρει και μερικές εξηγήσεις -και ίσως και κάποιες δικαιολογίες- για την ανόητη συμπεριφορά των Ελλήνων που θέλησαν να χαρούν και να προσποιηθούν πως είναι κάτι άλλο, πιο μεγάλο, με αποτέλεσμα να χάσουν τα αυγά και τα πασχάλια. Αυτό που μαθαίνουμε εμείς ως Ιστορία της Ελλάδας, για τους παππούδες μας και τους γονείς μας -όπως και για τον πατέρα σας-, ήταν η ζωή τους. Σας ευχαριστώ. Και για την πρόσκληση. Καλή ζωή. Την αγάπη μου.)
Το pitsirikos.net χρειάζεται τη βοήθειά σου
Στήριξε οικονομικά το pitsirikos.net, αν θεωρείς πως καλό είναι να υπάρχουν στην Ελλάδα και κάποιες φωνές που δεν δουλεύουν για τον Μαρινάκη, τον Αλαφούζο, τον Σαββίδη και τα άλλα παιδιά, οπότε μπορεί να διαβάσεις ή να ακούσεις κάτι διαφορετικό από αυτό που συμφέρει τους ολιγάρχες. Οι τρόποι στήριξης εδώ.

