Όνειρο σε δύο ρόδες

Ο Χρόνης Μίσσιος έγραφε για το σύγχρονο άνθρωπο: “Αντί να σκύψεις να μυρίσεις ένα λουλούδι …τρέχεις πάνω σ’ένα σταματημένο ποδήλατο. Τέτοια συμπεριφορά απέναντι σ’ αυτό το ευγενικό τεχνούργημα που, μετά το κάρο, το άλογο, το μουλάρι, το γάιδαρο, χάρισε τα ωραιότερα ταξίδια στον άνθρωπο, περπατώντας τον μέσα στη φύση και στη ζωή, και όχι μέσα στο χρόνο.” (Χρόνης Μίσσιος, Το κλειδί είναι κάτω από το γεράνι).

Θυμάμαι το ποδήλατο στο χωριό.

Ένα κόκκινο με δύο βοηθητικές που το καταχωνιάζαμε στο υπόγειο, όταν χανότανε το καλοκαίρι.

Φοβόμουν. Πάντα φοβόμουν πολύ.

Έκανα ποδήλατο περισσότερο στην αυλή των γειτόνων· είχαν, ευτυχώς, ένα μεγάλο άνοιγμα.

Μου έλεγαν να βγάλουμε τις βοηθητικές αλλά δεν ήθελα.

Μου έλεγαν “θα σε κρατάω μέχρι να μου πεις ‘άσε με’” αλλά δεν τους πίστευα.

Ύστερα, μου υποσχέθηκε ο παππούς μου ότι, μόλις γίνει καλά, θα μου μάθει αυτός.

Και χάρηκα γιατί τον εμπιστευόμουν, γιατί ήξερα ότι δε θα με αφήσει μέχρι να νιώσω σίγουρη, ότι δε θα με αφήσει να πέσω.

Δυστυχώς, δεν έγινε ποτέ καλά.

Όταν χάθηκε, πείσμωσα αλλά τελικά αφέθηκα στο να μου μάθει ποδήλατο ο πατέρας μου, στον πλακόστρωτο δρόμο προς το δημοτικό σχολείο απέναντι από το σπίτι μας στο χωριό.

Και είχα δίκιο: με άφησε πριν του το πω και έπεσα.

Αλλά έμαθα.

Ύστερα, ήθελα μεγαλύτερες βόλτες, με την αδερφή μου και τις φίλες της.

Άλλοτε με το μικρό μου ποδηλατάκι μόνη, και άλλοτε πάνω στη σχάρα της.

Δεν ήμουν καλή στις ανηφόρες, λαχάνιαζα πάντα εύκολα.

Εξάλλου, τις κατηφόρες αγαπάγαμε όλοι.

Πικ νικ στο ειρηνοδικείο με τα ποδήλατα, βόλτα στο διπλανό χωριό και η γλώσσα μέχρι το πάτωμα στην επιστροφή, κατηφόρες στη σχάρα του ποδηλάτου της Μάρθας κι εγώ να φεύγω στον αέρα και να σωριάζομαι περίτρανα με τα δυο γόνατα να τρέχουν αίμα.

Στη Θεσσαλονίκη δεν υπήρχε χώρος για ποδήλατο, πού να βγούμε να κάνουμε;

Κι έτσι, το ποδήλατο έμεινε δεμένο στα κάγκελα έξω από το διαμέρισμα.

Διακοσμητικό αναμνηστικό που μύριζε καλοκαίρι και ανεμελιά.

Έκανα ξανά ποδήλατο στη Γερμανία, όπου έζησα 5 χρόνια.

Είπα με περισσή σιγουριά στον κολλητό μου ότι είναι ντροπή και ύβρις για τα ποδήλατα να τα έχει στο γκαράζ να κάθονται, και με συνοπτικές διαδικασίες μου χαρίστηκε ένα.

Για να πηγαίνω στη δουλειά, για να πηγαίνω βόλτα, για να έχω μια αίσθηση ελευθερίας καθώς ένιωθα τον αέρα στο πρόσωπο.

Και τελικά, πριν από χρόνια, βρήκα ένα παιδικό μου όνειρο παρκαρισμένο στο σαλόνι του σπιτιού: ένα κόκκινο ποδήλατο με ένα καλάθι γεμάτο λουλούδια.

Μια εικόνα που με πάει σε νησί, με εμένα πάνω με φουστανάκι αέρινο και ψάθινο καπέλο και –ως διά μαγείας– μόνο κατηφόρες!

Τη Λία -ναι, έχει και όνομα- την πήρα μαζί μου στη Θεσσαλονίκη, όταν επέστρεψα στα πάτρια εδάφη.

Μπορεί το καλαθάκι να της το στερώ κατά διαστήματα αλλά, κυρίως, γιατί τρέμω μη μου το κλέψουν μαζί με τα λουλούδια, τα χρώματα και την άνοιξη που πάντα κουβαλάει.

Της έβαλα ένα πολύχρωμο φουρφούρι, όμως, αστεράκια στις ακτίνες και ένα κουδούνι με ηλιοτρόπια.

Δυσκολεύεται, γιατί δεν έχει ποδηλατοδρόμους για αυτήν, γιατί και οι πεζοί δεν της δίνουν σημασία.

Αλλά έχει εμένα να την κοιτάω με περηφάνια.

Και εξακολουθεί να με ταξιδεύει στην ψευδαίσθησή μου ότι ακόμη και πνιγμένη στο τσιμέντο, αν κλείσω τα μάτια θα βρεθώ στο νησί, στο χωριό, στις κατηφόρες.

Βαϊζίδου Χριστίνα

(Αγαπητή φίλη, πολύ όμορφο το κείμενό σας. Τελικά, όλα είναι τα παιδικά μας χρόνια. Που είναι η μόνη μας πατρίδα. Σας ευχαριστώ. Την αγάπη μου.

Το pitsirikos.net χρειάζεται τη βοήθειά σου

Στήριξε οικονομικά το pitsirikos.net, αν θεωρείς πως καλό είναι να υπάρχουν στην Ελλάδα και κάποιες φωνές που δεν δουλεύουν για τον Μαρινάκη, τον Αλαφούζο, τον Σαββίδη και τα άλλα παιδιά, οπότε μπορεί να διαβάσεις ή να ακούσεις κάτι διαφορετικό από αυτό που συμφέρει τους ολιγάρχες. Οι τρόποι στήριξης εδώ.

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.