Τα καλοκαίρια της αγάπης

Έλαβα σήμερα αυτή τη φωτογραφία και το παρακάτω σημείωμα :

«Αν σου αρέσει κι εσένα αυτή η φωτογραφία με τα τρία ντόπια μικρά αγόρια που βουτούσαν για χταπόδια στην Φτελιά της Μυκόνου, δημοσίευσέ την, σε παρακαλώ. Χτεσινή είναι.

Έτσι, σαν αποχαιρετισμό στο καλοκαίρι που φεύγει.
(και στη χαμένη αθωότητα). Ξέρω πως μπορείς να βρείς πολύ καλή λεζάντα.»

Είχα χρόνια να τον δω. Του έστελνα χαιρετισμούς με τον πατέρα, αλλά μετά μάλωσαν για κάποιο αστείο λόγο και δεν μιλούσαν. Ένα καλοκαίρι πριν μερικά χρόνια τον συνάντησα τυχαία. «Κύριε Σπύρο» του φώναξα από μακριά. Τα ρούχα του τσαλακωμένα, τσαλακωμένος κι ο ίδιος. Του είχε φύγει η γυναίκα – το είχα μάθει. Ήταν απαρηγόρητος. Πάντρεψε και τις κόρες του και ήταν πια μόνος. Δεν ήξερα τι να του πω. «Σας αγαπάω» είπα μόνο.

Ήμουν πέντε χρονών όταν έπεσα από το σκαλοπάτι και χτύπησα το κεφάλι μου στην κόχη του πεζουλιού στο πατρικό μας σπίτι στη Ζάκυνθο. Το αίμα έτρεχε ποτάμι από το μέτωπό μου – ακόμα υπάρχει το σημάδι. Δεν ξέρω από πού εμφανίστηκε, αλλά με ανέβασε στη μοτοσικλέτα του για να με πάει στο νοσοκομείο στη Χώρα να μου κάνουν ράμματα. «Κρατήσου» μου φώναζε στη διαδρομή. Τον είχα γεμίσει αίματα, αλλά έτρεχε σαν τρελός, έχοντας παράλληλα το νου του μη χάσω τις αισθήσεις μου. Δεν γνωρίζω πως τα κατάφερε και μπήκε μέσα στο χειρουργείο – όταν άνοιξα τα μάτια μου ήταν από πάνω μου. «Η μάνα σου έρχεται από την Αθήνα – μη φοβάσαι». Δεν φοβόμουν, ποτέ δεν φοβόμουν.

Αργότερα στα μέσα του καλοκαιριού ήρθε κι ο πατέρας. Έπαιρναν τη βάρκα του κυρίου Σπύρου και πήγαιναν παρέα για ψάρεμα. Τους παρακαλούσα και με έπαιρναν μαζί. Μια μέρα στου Αλεφού με πέταξαν από τη βάρκα στα βαθιά. Ακόμα θυμάμαι τα γέλια τους. Ήταν έτοιμοι να βουτήξουν να με βγάλουν, αλλά δεν τους έκανα το χατίρι – κολύμπησα.

Μετά, στην καλύβα του Αλεφού, που πήγαιναν όλοι μετά το μπάνιο, ήμουν ο ήρωας της ημέρας. Όλοι είχαν μάθει το κατόρθωμά μου και με επιδοκίμαζαν. Εγώ έκανα σαν να μην τρέχει τίποτα. Έχω μια φωτογραφία από εκείνη τη μέρα. Κάθομαι δίπλα στον Αλεφό με τις αφέλειες να πέφτουν στο μέτωπό μου – είμαι περήφανος, φαίνεται. Δίπλα μου κάθεται η Σούλα. Και οι δυο μας κοιτάμε τον Αλεφό να διηγείται κάποια από τις φοβερές ιστορίες του. Ήταν ένας γέροντας με ψαρά μαλλιά και μουστάκι, κομμουνιστής από κούνια. Μπροστά στην καλύβα του υπήρχε μια τεράστια κόκκινη σημαία – ο μύθος λέει πως ακόμα κι επί χούντας δεν κατέβηκε ποτέ.

Το όνομα της παραλίας είναι «Άμπουλα», αλλά ακόμα και σήμερα που δεν ζει πια, εμείς λέμε «πάμε στου Αλεφού». Πηγαίναμε για μπάνιο στην καρότσα του τρακτέρ, καθισμένοι σε τάβλες. Ο Αζόρ, το σκυλί του θείου Νικόλα, έτρεχε πίσω από το τρακτέρ με το ένα αυτί όρθιο και το άλλο κάτω. Πάντα θέλαμε να τον αφήσουμε στο χωριό και πάντα έκανε μπάνιο στην παραλία μαζί μας. Τα ποδαράκια του πετούσαν πάνω στο δρόμο, την ίδια ώρα που ο Γιάννης τραγουδούσε το «Ντιρλαντά» με την κιθάρα του – τραγουδούσαμε κι εμείς μπας και καλύψουμε τον θόρυβο της μηχανής του τρακτέρ, αλλά του κάκου.

Όταν ήταν να φύγουμε από τη θάλασσα, όλοι έπαιρναν κάτι από το περιβόλι του Αλεφού. Η θεία Σοφία έπαιρνε ντομάτες και νεροκρέμμυδα (γλυκά κρεμμύδια) που ήξερε πως μας αρέσουν. Δεν θυμάμαι να είχα δει ποτέ κάποιον να πληρώνει.

Τα μεσημέρια ο θείος και η θεία έπεφταν για ύπνο. Είναι πολύ ωραία αυτή η ώρα τα καλοκαίρια, όταν οι μεγάλοι κοιμούνται κι εσύ είσαι πιτσιρίκος. Για λόγους που δεν μπόρεσα ποτέ να καταλάβω μπαίνει ξαφνικά ο διάολος μέσα σου. Ένα τέτοιο μεσημέρι αποφασίσαμε με τον αδελφό μου να ραντίσουμε τα καπούλια του Κόγιου, του γάιδαρου που είχε ο θείος Ανδρέας, με φλιτ. Δεν αντέχαμε να βλέπουμε τις αλογόμυγες να τον τσιμπάνε κι έτσι πήραμε την πρωτοβουλία να τον φλιτάρουμε – στην αρχή δοκιμάσαμε με τις μυγοσκοτώστρες, αλλά πονούσε ο κακομοίρης ο Κόγιος κι έτσι καταλήξαμε στο φλιτ. Θυμάμαι με πόση ικανοποίηση βλέπαμε τις μύγες να πέφτουν από τον πισινό του. Βέβαια μετά κάτι έπαθε ο Κόγιος κι άρχισε να πηδάει εδώ κι εκεί σαν δαιμονισμένος . Σαν να μην έφτανε αυτό έσπασε το σκοινί που ήταν δεμένος κι εξαφανίστηκε μέσα στα λιοστάσια. Όταν ξύπνησε ο θείος Ανδρέας κι άρχισε να ψάχνει τον γάιδαρο, εμείς κάναμε τους Ινδιάνους – ευτυχώς ο Κόγιος εμφανίστηκε μόνος του μερικές ώρες αργότερα με κάτι κηλίδες στα καπούλια, που ο θείος και η θεία έσπαγαν το κεφάλι τους να καταλάβουν τι είναι.

Ένα άλλο μεσημέρι βρήκαμε ένα νεκρό αρουραίο μέσα στην αποθήκη. Κλαίγαμε απαρηγόρητοι για ώρες – μετά σκάψαμε ένα μικρό λάκκο και τον θάψαμε. Βάλαμε από πάνω δυο ξυλαράκια για σταυρό και μια χάρτινη ελληνική σημαία – είχα πολλές σημαίες γιατί κάθε καλοκαίρι έθαβα κάτω από την αμυγδαλιά όσα μολυβένια στρατιωτάκια έσπαγαν κάνα πόδι ή κάνα χέρι. Ποτέ δεν θα ξεχάσω την απορία της θείας Σοφίας όταν μας βρήκε να κλαίμε πάνω από τον τάφο του ποντικού. Από τα κλάματα δεν μπορούσαμε να της πούμε το λόγο της συντριβής μας – όταν επιτέλους συνήλθαμε λίγο και της εξηγήσαμε τι είχε συμβεί, άρχισε να σταυροκοπιέται, σίγουρη πια πως τα παιδιά του αδελφού της είναι βουρλισμένα.

Τα απογεύματα κατεβαίναμε στο δρόμο για να πάμε στο χωριό να παίξουμε μπάλα. Πάντα είχαμε την ελπίδα πως θα περάσει κάποιο τρακτέρ ή κάποιο αυτοκίνητο να μας πάρει για να γλιτώσουμε τον ποδαρόδρομο. Εγώ όπως και να είχε ήμουν ο πιο τυχερός – πάντα περνούσε ο κύριος Σπύρος με τη μοτοσικλέτα και με έπαιρνε. Τα άλλα παιδιά ζήλευαν για την προνομιακή μεταχείριση, αλλά τους έλεγε πως είμαι ο πιο μικρός και σώπαιναν. Κάθε φορά εγώ ήμουν ο πιο μικρός. Μια φορά ο αδελφός μου δεν άντεξε που ήμουν πάντα ο πιο μικρός κι όπως τους χαιρετούσα ειρωνικά από το πίσω μέρος της μοτοσικλέτας με πυροβόλησε με το αεροβόλο του πατέρα. Με πέτυχε στο δεξί κωλομέρι κι ευτυχώς που είχαμε προλάβει να απομακρυνθούμε λίγο και το καψούλι δεν μπήκε στο κρέας μου – το κάψιμο πάντως ήταν έντονο. Γελούσαν τα κωλόπαιδα όταν κατάλαβαν πως με πέτυχε. Μετά στη μπάλα τους εκδικήθηκα – έπαιξα μαζί με το Λουκά που ήταν καλύτερος απ’ όλους μας και τους σκίσαμε.

Πάντα θέλαμε και δεύτερο παγωτό, αλλά ποτέ δεν είχαμε λεφτά. Ευτυχώς ήταν στο χωριό κάτι πλούσιοι Αμερικάνοι – Έλληνες ήταν, αλλά είχαν ζήσει πολλά χρόνια στην Αμερική – που μας έδιναν μερικές δραχμές, με την προϋπόθεση να καθαρίσουμε τους τάφους των οικογενειών τους. Ορμάγαμε με το Λουκά μέσα στο νεκροταφείο και κάναμε τους τάφους λαμπίκο. Κόβαμε τα αγριόχορτα, πλέναμε τα μάρμαρα κι εξαφανίζαμε όσα κόκαλα είχαν βγει από το χώμα – δεν μας ένοιαζε καθόλου, ούτε φοβόμασταν. Μετά παίρναμε από δυο παγωτά χωνάκι ο καθένας και κάναμε τους άντρες. Ο Λουκάς μου έλεγε πως όταν μεγαλώσουμε θα πηγαίνουμε με όσες γυναίκες θέλουμε και μετά θα τις παρατάμε για να βρούμε άλλες. Δεν καταλάβαινα που θα πήγαιναμε με τις γυναίκες, ούτε γιατί θα τις παρατάμε, αλλά συμφωνούσα μαζί του γιατί ήταν πιο μεγάλος. Πάντως ο Λουκάς, χρόνια αργότερα, την πρώτη γυναίκα που ερωτεύτηκε, την έκλεψε, την παντρεύτηκε, έκανε μαζί της δυο παιδιά και είναι ακόμα μαζί.

Τον είδα ξανά πέρυσι. Περίεργο – όταν ήμουν παιδί μου φαινόταν πολύ ψηλός και τώρα δεν έφτανε ούτε μέχρι τον ώμο μου. Τον παρακάλεσα να πάει να δει τον πατέρα. «Θα πάω» μου είπε και μου ‘σφιξε το χέρι.

Το καλοκαίρι είδα τη βάρκα του αραγμένη στο λιμανάκι. Τα παιδιά προχώρησαν προς την παραλία κι εγώ απέμεινα να την κοιτάω. Ήταν παρατημένη – λόγω ηλικίας δεν θα είχε τα κουράγια να ψαρεύει πια. Η θέση της βάρκας του πατέρα λίγο πιο πέρα ήταν άδεια – η μάνα δεν θέλησε να την κρατήσουμε, αν και είχε το όνομά της. Ίσως αυτός ήταν ο λόγος…

Δεν ήρθε στο σπίτι – ήξερε πως είχαμε παρέα και δεν ήθελε να ενοχλήσει. Τον είδα όμως μόνο του έξω από το καφενείο, τον αγκάλιασα και τον φίλησα. Ξαφνικά ένιωσα την ανάγκη να του πω πως τότε που με είχαν πετάξει από τη βάρκα στη θάλασσα φοβήθηκα πολύ, αλλά δεν ήθελα να τους το δείξω. Δεν είπα τίποτα. Τώρα φοβάμαι πιο πολύ.

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.