Στο κουρείο

Ο Θοδωρής κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και διαπίστωσε πως τα μαλλιά του θέλουν κούρεμα. Ρώτησε ποιο είναι το καλύτερο κουρείο και του είπαν πως υπάρχει μόνο ένα. Καθόλου περίεργο, αν σκεφτείς πως βρισκόταν σε ένα νησί της άγονης γραμμής.

Αργά το απόγευμα, πέρασε την πόρτα του κουρείου. Ήταν άδειο. Είπε μια καλησπέρα στον κουρέα και κάθισε στην καρέκλα.

Ο κουρέας του έβαλε την πετσέτα και άρχισε να ετοιμάζει τα ψαλίδια και τις τσατσάρες του. Μετά στάθηκε πίσω του και άρχισε να τον κουρεύει.

Ο Θοδωρής ήξερε πως οι κουρείς ξεκινάνε από ένα σημείο του κεφαλιού, το κουρεύουν και πηγαίνουν στο επόμενο. Αυτός ο κουρέας πηδούσε συνέχεια από το ένα σημείο στο άλλο. Το περίεργο ήταν πως δεν ήταν νεαρός. Ήταν ένας άντρας πάνω από 50 χρονών. Θα έπρεπε να έχει αποκτήσει κάποια εμπειρία.

Όταν ο Θοδωρής είδε στον καθρέφτη πως το κούρεμά του θύμιζε τον στίχο «άσε με μάνα, σηκώνω μοϊκάνα», αποφάσισε να πιάσει κουβέντα στον κουρέα, για να καταλάβει τι γίνεται.

Επειδή ήταν ευγενικός, προσπάθησε να του το φέρει κάπως πλάγια.
«Κάνετε πολύ καιρό αυτή τη δουλειά, κύριε…;»
«Γιώργος»
«Θοδωρής. Χαίρω πολύ. Κάνετε πολύ καιρό αυτή τη δουλειά, κύριε Γιώργο;»
«Εγώ, βασικά, δεν είμαι κουρέας»
Ο Θοδωρής έμεινε εμβρόντητος.
«Και ποιος είναι ο κουρέας;»
«Ο κουρέας είναι ο κύριος Στέλιος»
«Κι εσείς;»
«Εγώ τον αντικαθιστώ»
«Και ο κύριος Στέλιος  πού είναι; Έχει πάει ταξίδι;»
«Πέθανε»

Ο Θοδωρής έβαλε τα δυνατά του για να συγκρατήσει τα γέλια του και παραδέχτηκε αμέσως τον κύριο Γιώργο, ο οποίος αντικαθιστούσε έναν νεκρό. Πού ξέρεις, μπορεί να επιστρέψει μια μέρα ο κυρ-Στέλιος. Να πάρει τα ψαλίδια και να αρχίσει να κουρεύει.

Άφησε τον κύριο Γιώργο να τον κουρέψει όπως ήθελε και στο τέλος του έδωσε και ένα πολύ γερό φιλοδώρημα. Το άξιζε.

Στον Θοδωρή, που μου είπε αυτήν την όμορφη ιστορία. Φιλιά στη Βαλερί.

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.