Το φύκι, η συνέχεια (από το ημερολόγιο του Yosebu)

Το γλυκό αεράκι ακουμπούσε το δέρμα μας σαν μεταξωτό υποκάμισο ντόλτσε μπανάνα…όλα πλέον είχαν διαφορετικό άρωμα…η θάλασσα, τα βότσαλα, το κατουρημένο μαγιό μου…έγειρα προς την μεριά της και εκείνη προς την δική μου…ακούμπησα απαλά το όμορφο κεφάλι μου στην εσωκλείδωση του αριστερού μου αγκώνα..μα τον άγιο, όποιον θέλετε εσείς δεν έχω θέμα, ήμουν τόσο μεθυσμένος από τις συσπάσεις του προσώπου της, κάθε κίνησή της έμοιαζε με χαραγμένο ουρανό από σμιλεμένα σύννεφα, έλα χύνω σταμάτα.

Ήθελα τόσο πολύ να της κάνω τσουτσουνογεώτρηση, να σκάψω μέσα της, να στείλω το πάγκρεάς της στις αμυγδαλές και να κατεβάσω τις αμυγδαλές της στο συκώτι…ή ανάποδα; Είναι μπερδευτικό αυτό, όταν μου σηκώνεται τα χάνω.

Η σιωπή μας τυλίγει με το πέπλο της για κανένα δίλεπτο.
– Θα διαβάσω λίγο, και τσουπ με μιας γυρνάει από την άλλη πλευρά για να πιάσει το βιβλίο της…έχει κάτι βυζά η άτιμη, τρισδιάστατα.

– Τι θα διαβάσεις, της λέω με χαμόγελο, ενώ από μέσα μου ο βραστήρας έχει γεμίσει το πουλί μου με αίμα, τουτέστιν, είχε σηκωθεί ο Ιορδάνης μου.
– Blake.

Καλά, με τέτοια κωλάρα και Αγόρι και Μπλεκ και Μανίνα να διάβαζε θα έκανα τα πάντα για να την κατακτήσω…είναι φλογοβόλο το τρελόμουνο, δίνω ρέστα, ανταλλάσσω εξάτμιση σέμπρικ με βρακομπουλόνια για πάρτη της.

Τοποθετεί το βιβλίο στα μούτρα και σαν τουρμπίνα ξαναβουτάω για να σβήσω το ηφαίστειο…ρίχνω και ένα ξανακατούρημα στα γρήγορα..δεν είμαι σίγουρος, κατούρησα; Έχυσα; Ακόμα το ψάχνω.

Έπειτα από κανένα δεκάλεπτο κάθομαι στην πετσέτα και συνειδητοποιώ ότι δεν έχω ρωτήσει το όνομά της…διαβάζει και είναι τόσο όμορφη που δεν θέλω να την διακόψω, είμαι όμως διατεθειμένος να την φωνάζω και Γιακουμή…διάβαζε και κουνούσε τα χειλάκια της έτσι απαλά, ξέρεις, σαν μουγγοθόδωρας…είχε κάτι χειλάκια ποίηση, για βέλαγμα…αμέσως σκέφτηκα ότι δεν έπρεπε να περιμένω να τελειώσει ολόκληρο το βιβλίο του Blake…έπρεπε να την διακόψω και να της δείξω ότι είμαι καλύτερος από δαύτον τον Blake… Δώσ’ της το σαλάμι σου αγόρι μου, σκέφτομαι, και άμα είναι βετζετέριαν της δίνεις μηδέν τοις εκατό τσιμπουκόγαλα ατόφιο από τον διαλεκτό ζωμό σου.

– Αναρωτιέμαι αν ήθελες να φάμε κάτι ελαφρύ.
Ενθουσιάζεται… πρέπει να την είχε κόψει άσχημη λόρδα.
– Τι θα έλεγες για κανένα ψαράκι?
Πωπω ψαράκι μου ζήτησε και με 20 γιουρια στην τσέπη ούτε τα λέπια δεν τρως…με βλέπει σκεπτικό.

– Τι σκέφτεσαι?
– Σκέφτομαι πως είναι δύσκολο να διασφαλίσει ένας απλός άνθρωπος, που ανατράφηκε σε ένα τίμιο μικροαστικό περιβάλλον, την θαλάσσια τροφή και την υπερτιμημένη κοστολόγηση αυτής από τους εκάστοτε χρηματόδουλους που με την εγκληματική τους απληστία δημιούργησαν μια παγκόσμια κόλαση, πολλαπλασιάζοντας τις πιο νοσηρές επιδιώξεις τους, προτιμώ να ψαρέψω γλυκιά μου.

Παύση…αρκετά μεγάλη.

Γούρλωσε μάτια, αυτιά και περίμενε να συνεχίσω…πάει λέω, με πέρασε για λοξό και τώρα θα μου πει ότι πάει για τσιγάρα και θα την γλιτώσω την συναγρίδα.

-Θες να πάμε για καμιά ποικιλία και ουζάκι καλύτερα γιατί δεν πεινάω πολύ, μου απαντά στην εκπληκτική κοινωνιολογική μου σκέψη.

Πεταγόμαστε σε ένα πολύ όμορφο ταβερνάκι και φτηνό εννοείται…μιλήσαμε, γελάσαμε, ήταν απλή…αυτό μου άρεσε..ήταν απλή με χιούμορ και συνέχεια κοιτούσε ψηλά στον ουρανό..στην αρχή νόμιζα ότι είχε αυχενικό αλλά όταν την ρώτησα μου είπε ότι της αρέσει να κοιτάει τα αεροπλάνα που περνούσαν πάνω από το κεφάλι μας..ήθελα τόσο πολύ να της μιλήσω για το μιράζ που έκρυβα στο μαγιό μου αλλά δεν το έκανα…δεν ήθελα να την τρομάξω…να καθίσουμε αγκαλιά ήθελα…ίσως και λίγο να την επηδήσω…λίγο όμως…ίσα ίσα το κεφαλάκι να βάλω.

Η ποικιλία μόλις είχε φτάσει…πεινούσα σαν κροκόδειλος…μου άρεσε που έτρωγε με τα χέρια…ακόμα και την σαλάτα με τα χέρια την έτρωγε το τρελόμουνο…έπιανε το κρεμμύδι και το έβαζε ανάμεσα στα δόντια.

– Κοίτα κοίτα σήμερα δεν θα με φιλήσεις.

Ήταν συμπαθέστατη και γελούσαμε συνεχεία. Όλο παίζαμε.
Είχαμε τελειώσει το φαγητό αρκετή ώρα πριν και ζήτησα τον λογαριασμό.

– Θα σε κερνούσα αλλά επειδή έχω τρόπους θέλω να πληρώσουμε μαζί γιατί το να μοιράζεσαι στην ζωή είναι σπουδαίο, το λατρεύω.
– Μου αρέσει το μαζί, μου απαντά.

Πληρώσαμε μισά μισά…και πιο πολλά χρήματα να είχα πάλι θα της έλεγα να πληρώσουμε μαζί…όταν παντρευτούμε θα έχουμε κοινό ταμείο.

Ανάβει ένα τσιγάρο…

– Και τώρααα? Τι κάνουμεεε? με ρωτά τραβώντας τα φωνήεντα… είχαμε κλείσει μισή μέρα μαζί… ήθελα τόσο πολύ να της πω να πάμε σπίτι μου αλλά δίστασα…μετά απο 3 δευτερόλεπτα ξεδίστασα.

– Θες να πάμε σπίτι μου να σου δείξω την σπάνια συλλογή μου από σαγιονάρες ταχαμουδήθεν και να σε ξεβρακώσω?
Γέλασε πάλι τόσο δυνατά που ήρθε ο εστιάτορας ανήσυχος ρωτώντας μήπως η κοπέλα έπαθε εγκεφαλικό σκορβούτο.
– Φύγαμεεε, μου απαντά…

Την ανεβάζω στο γαϊδούρι και ξεκινάμε προς το βουνό…θεέ μου ειναι πιο μουρλή από μένα.
– Τελικά ρε μυστήριε φιλαράκο θα μου πεις πως σε λένε?

Το τέλος άλλη μέρα.

(Το πρώτο μέρος από το “Φύκι” του Yosebu, εδώ.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.