Πού πήγε αυτός που ξέρει να μιλά που ξέρει πιο πολύ και να πιστεύει;

Μόλις άκουσα χτες τον Γιάννη Στουρνάρα να λέει πως οι Έλληνες έχουν κρύψει στα στρώματα και στα μπαούλα 20 δισεκατομμύρια ευρώ, έφυγα από τους Παξούς και ήρθα στη Ζάκυνθο για να δω μήπως η μάνα μου έχει κρύψει τίποτα δισεκατομμύρια μέσα στην ντιβανοκασέλα. “Ήρθες για να με πας στον Θεοδωράκη;” μου είπε συγκινημένη η ανυποψίαστη μητέρα μου, κι έτσι βρέθηκα στο θέατρο να παρακολουθώ την μουσικοθεατρική παράσταση “Μίκης Θεοδωράκης – Ποιος τη ζωή μου”.

Το θέατρο γέμισε -αν και οι καιροί είναι δύσκολοι και το εισιτήριο ήταν (δικαιολογημένα) ακριβό λόγω υψηλού κόστους παραγωγής-, οπότε κατάλαβα πως οι συμπατριώτες μου δεν το έχουν χάσει εντελώς. Το παλεύουν ακόμα.

Η παράσταση ήταν εξαιρετική. Ηθοποιοί, τραγουδιστές και χορευτές έφεραν στην σκηνή την Ελλάδα από το 1922 ως το 1974, μέσα από τη ζωή του Μίκη Θεοδωράκη. Βαλτινός, Λεμπεσόπουλος, Σακελλαροπούλου και Μουτάφη ήταν πολύ καλοί, ενώ η σκηνοθεσία του Μουμουλίδη άψογη. Η ζωή του Μίκη Θεοδωράκη είναι απλά η αφορμή για να δούμε στην σκηνή στιγμές από την νεότερη ελληνική ιστορία, δεν είναι μια παράσταση που αγιοποιεί και αποθεώνει τον Θεοδωράκη.

Τώρα εγώ δεν είμαι και ο πιο αντικειμενικός κριτής, γιατί με το πού θα ακούσω την “Μαρίνα”, το “Χάθηκα”, την “Όμορφη πόλη”, την “Δραπετσώνα” το “Φεγγάρι μάγια μου ‘κανες” και τα άλλα τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη, των ποιητών και των λαϊκών στιχουργών, έχω περάσει σε άλλη διάσταση. Έχω φύγει. Κώστας Μακεδόνας και Κώστας Θωμαΐδης είναι σταθερά δυο από τους πιο αγαπημένους μου τραγουδιστές -ήταν υπέροχοι χτες-, ενώ η Γιώτα Νέγκα με συγκινεί γιατί κουβαλάει πάνω της, από φωνή ως κίνηση, μια Ελλάδα που δεν υπάρχει πια.

Παρακολουθώντας την παράσταση και το ταξίδι στη σύγχρονη ελληνική ιστορία, θύμωσα για μια ακόμα φορά. Η Μικρασιατική Καταστροφή, η δικτατορία του Μεταξά, η Κατοχή, τα Δεκεμβριανά, ο Εμφύλιος, εξορίες, φυλακές, δολοφονίες, βασανιστήρια, η Δικτατορία, πόσα μπορούσαν να αντέξουν πια οι Έλληνες; Κουράζονται κάποτε οι άνθρωποι. Κουράζονται οι λαοί.

Χτες, για μια ακόμα φορά, ένιωσα πως το παιχνίδι για την Ελλάδα χάθηκε οριστικά την δεκαετία του ’60. Στο “ξέφωτο” που υπήρξε στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’60, σε εκείνη την “ελληνική άνοιξη” με την ευτυχή και μοναδική συγκυρία να υπάρχουν τόσοι πολλοί σπουδαίοι Έλληνες, πολλά μεγάλα πνεύματα στην ποίηση, τη λογοτεχνία, τη μουσική και τις άλλες τέχνες, εκεί χάθηκε η ευκαιρία. Γιατί οι ρουφιάνοι και οι προδότες ήταν πάλι περισσότεροι. Όπως είναι και σήμερα. Όπως ήταν πάντα. “Κάποτε η προδοσία ήταν ντροπή, σήμερα είναι επάγγελμα” ακούγεται να λέει ο ηθοποιός που υποδύεται τον Μίκη Θεοδωράκη στην παράσταση. Και λίγο μετά, για την αντίδραση των ανθρώπων του πνεύματος στη χούντα, “Μόνο ο Σεφέρης, μόνο ο Σεφέρης”.

Πολλοί αναρωτιούνται γιατί η παράσταση φτάνει μέχρι την Μεταπολίτευση και δεν συνεχίζει και μετά, αφού η παρουσία του Μίκη Θεοδωράκη ήταν εξαιρετικά έντονη και τα επόμενα χρόνια μέχρι σήμερα. Γιατί εκεί το παιχνίδι είχε ήδη χαθεί. Από το ’70 και μετά, μας έχουν πνίξει τα σκατά.

(Αφού διευκρινίσω πως η μητέρα μου δεν έχει κρύψει τελικά τα δισεκατομμύρια στο στρώμα αλλά τα έχει πάει στην Ελβετία, αφιερώνω αυτό το ποστ στην άγνωστη κοπέλα που καθόταν δίπλα μου και, μόλις ο Κώστας Μακεδόνας άρχισε να τραγουδάει το “Φεγγάρι μάγια μου ‘κανες”, μου ζήτησε τσιγάρο.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.