Το γέλιο διώχνει τον φόβο

Νομίζω πως ήταν στην δεύτερη τάξη του Λυκείου, όταν πέθανε ο πατέρας μιας καθηγήτριάς μου. Ήταν η φιλόλογός μας. Της είχα μεγάλη αδυναμία. Και αυτή με συμπαθούσε. Δεν θυμάμαι πώς ακριβώς αποφασίστηκε ότι θα πάνε στην κηδεία τρεις μαθητές και τρεις μαθήτριες. Πάντως, ήμουν ο ένας από τους τρεις μαθητές.

Φυσικά, ήμασταν πολύ χαρούμενοι που θα χάσουμε τα μαθήματα.

Πήραμε δυο ταξί. Προφανώς, με χρήματα από το ταμείο της τάξης. Από εκείνη την ημέρα ξεκίνησε η οικονομική κατάρρευση της χώρας.

Φτάσαμε στο νεκροταφείο -που ήταν μακριά από το κέντρο- πολλή ώρα πριν γίνει η κηδεία. Επειδή δεν είχαμε τι να κάνουμε, αρχίσαμε να γυρνάμε μέσα στο νεκροταφείο και να κοιτάμε τους τάφους.

Όπως και οι περισσότεροι από τους συμμαθητές μου, δεν είχα πάει άλλη φορά σε κηδεία. Όταν πέθανε η γιαγιά μου και ο παππούς μου, ήμασταν μικροί και οι γονείς μας δεν μας είχαν πάρει μαζί τους στο νεκροταφείο.

Είχα μπει σε νεκροταφείο, όταν ήμουν μικρός, αλλά στην Ζάκυνθο τα καλοκαίρια παίζαμε κρυφτό μέσα στο νεκροταφείο. Δεν είχα δώσει ποτέ ιδιαίτερη σημασία στους τάφους.

Μετά από λίγο, αρχίσαμε να διαβάζουμε φωναχτά όσα ήταν γραμμένα πάνω στα μνήματα.

Το επόμενο που θυμάμαι είναι πως χτυπιόμασταν από τα γέλια.

Όσο πιο δραματικά ήταν αυτά που ήταν γραμμένα πάνω στους τάφους, τόσο πιο πολύ γελούσαμε.

Θυμάμαι όταν είδαμε κάτι τάφους μικρών παιδιών. Ήταν και μωρά. Από το σοκ, είχαμε πέσει κάτω από τα γέλια. Γελούσαμε υστερικά.

Ήταν αυτό το νευρικό γέλιο που είναι αδύνατον να σταματήσεις να γελάς.

Έξι έφηβοι, ένα μεσημέρι, μέσα σε ένα νεκροταφείο, να γελάνε σαν ζαβοί και να μην μπορούν να σταματήσουν να γελάνε.

Θυμάμαι που χώναμε σφαλιάρες ο ένας στον άλλον, μπας και καταφέρουμε να σταματήσουμε τα γέλια.

Τέλος πάντων, κάποια στιγμή καταφέραμε και συρθήκαμε ως την έξοδο του νεκροταφείου και σταματήσαμε να γελάμε.

Ήμασταν γεμάτοι ενοχές. Επίσης, ήμασταν 16 χρονών. Έκαναν πάρτι οι ορμόνες μέσα μας.

Συμφωνήσαμε πως θα προσπαθήσουμε να είμαστε σοβαροί στη διάρκεια της κηδείας του πατέρα της καθηγήτριάς μας.

Το πετύχαμε. Βάλαμε τα δυνατά μας και το πετύχαμε.

Η καθηγήτριά μας δεν είχε έρθει στο νεκροταφείο. Μια φίλη της μας είπε πως ήταν σε πολύ άσχημη κατάσταση και δεν μπορούσε να έλθει.

Αποφασίσαμε να πάμε στο σπίτι της και να την συλλυπηθούμε. Ήταν πολύ γλυκός άνθρωπος, όλοι την αγαπούσαμε.

Μπήκαμε σε ένα λεωφορείο που είχε νοικιάσει η οικογένεια. Κάτσαμε στη γαλαρία, λες και πηγαίναμε εκδρομή στο Ναύπλιο. Τα κορίτσια στα πόδια μας.

Στην διαδρομή, πειράζαμε από τα παράθυρα τους περαστικούς, Οι άλλοι επιβάτες -συγγενείς και φίλοι του εκλιπόντος- είχαν φρικάρει.

Μπήκαμε στο σπίτι της καθηγήτριάς μας -ήταν πρησμένη από τα κλάματα και την αϋπνία-, την αγκαλιάσαμε, την φιλήσαμε και φύγαμε.

Μετά δεν επιστρέψαμε στο σχολείο· πήγαμε σε ένα ζαχαροπλαστείο και φάγαμε πάστες και παγωτά. Φυσικά, με λεφτά από το ταμείο της τάξης.

Πάντα θυμάμαι αυτήν την πρώτη κηδεία που πήγα, όταν ακούω να λένε για ανθρώπους που γελάνε ή συμπεριφέρονται περίεργα σε κηδείες.

Λογικό είναι να γελάνε οι άνθρωποι στις κηδείες. Το γέλιο διώχνει τον φόβο. Και οι άνθρωποι φοβούνται τον θάνατο.

(Θυμήθηκα αυτή την ιστορία με αφορμή το περιστατικό με τον Μπαράκ Ομπάμα, τον πρωθυπουργό της Βρετανίας και την πρωθυπουργό της Δανίας να βγαίνουν φωτογραφία χαμογελαστοί στην τελετή μνήμης για τον Νέλσον Μαντέλα. Τους κατέκριναν επειδή χαμογελούσαν και έβγαλαν φωτογραφία. Δεν ήταν κηδεία, ήταν τελετή μνήμης σε ένα στάδιο που οι περισσότεροι χόρευαν γελαστοί μέσα στην βροχή. Και του Νέλσον Μαντέλα θα του άρεσε πολύ αυτό. Γιατί ήταν πάντα χαμογελαστός.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.