Αμηχανία

Αγαπητέ Πιτσιρίκο, σε διαβάζω αρκετά χρόνια τώρα, αλλά πρώτη φορά μπαίνω στη διαδικασία να σου γράψω. Στο νου μου αυτό το γράμμα συμπυκνώνεται κάπως έτσι: παραδεχόμενος ότι ξεκινώ από το σημείο της απόλυτης αμηχανίας, θα προσπαθήσω μέσα στις επόμενες γραμμές να χωρέσω όλους τους προβληματισμούς και τις απορίες ενός αμήχανου τύπου λίγες μέρες πριν από τις εκλογές.

Δεν ξέρω, και δε θα κρίνω, αν αυτές οι εκλογές αποτελούν όντως ορόσημο για τον τόπο. Η αμηχανία μου πηγάζει μεν από τον πολιτικό λόγο που διακινείται (και) λόγω των εκλογών, αλλά έχει έναν πιο φιλοσοφικό, πιο ακαδημαϊκό χαρακτήρα. Και για να μη πολυλογώ, οι προβληματισμοί μου ακούγονται κάπως έτσι:

Ποιοι είμαστε;

Βλέπω κι ακούω συμπολίτες μας να δομούν στο λόγο τους «το μεγαλείο του έθνους μας» βασιζόμενοι πότε στο αρχαίο πνεύμα το αθάνατο και πότε στο χριστιανικό ιδεώδες το πανάγαθο.

Πολλές φορές τα δυο τους χωράνε και στην ίδια πρόταση: ο μεγαλοϊδεατισμός δε κάνει διακρίσεις.

Στο δε λόγο των πολιτικών «Χριστός κι Ελλάδα» γίνονται τα χρησιμότερα εργαλεία: φουσκώνουν εθνικές περηφάνιες ανθρώπων των οποίων τα στομάχια παραμένουν άδεια.

Αλήθεια, όμως, γνωρίζουν όλοι αυτοί ότι χριστιανισμός και κλασικός ελληνισμός δε κάνουν χωριό;

Το ένα πρεσβεύει τη δυναμική αμφισβήτηση των πάντων και την εναντίωση σε κάθε κατεστημένο, το άλλο την πειθήνια υποταγή στη θεϊκή ουσία.

Ο Καστοριάδης συνήθιζε να λέει πως το πνεύμα αυτό έφυγε από την ελληνική παράδοση και φώλιασε στο Ντεκάρτ και στο Διαφωτισμό της Δύσης.

Εμείς μείναμε με τη θεοκρατία κι έπειτα τον αλυτρωτισμό της Ανατολής.

Για να φέρω αυτή τη σκέψη στο σήμερα: βλέπω πως έχουμε μπλέξει δύο αντίρροπες κληρονομιές και μένουμε χωρίς ουσιαστική ταυτότητα ή με μια ταυτότητα πλανεμένη.

Και δυστυχώς, κάτι τέτοιο απηχεί στο σύνολο της ζωής μας, από την απλή καθημερινότητα μέχρι την πολιτική σκέψη.

Πώς τα έχουμε μπλέξει έτσι; Η Αντιγόνη παρέα με τον Παΐσιο, γίνεται;

Πού πάμε;

Μάλλον πουθενά. Όταν δεν έχει κανείς μια σταθερή, ασφαλή ταυτότητα ως σημείο αναφοράς, είναι δύσκολο να έχει σταθερή πορεία προς ένα στόχο, να πει «Εκεί πάω!».

Δεν μοιάζει τυχαίο στα μάτια μου ότι ως λαός αγόμαστε και φερόμαστε από εκάστοτε ρήτορες και καιροσκόπους της πολιτικής.

Από τον δάσκαλο Αντρέα μέχρι τον Αντώνη του Ζαππείου τα παραδείγματα είναι πολλά. Και είμαι σίγουρος ότι δε τα έχουμε ζήσει όλα.

Ωστόσο, το χειρότερο στα μάτια μου είναι άλλο: ελλείψει ταυτότητας και στόχου υιοθετούμε ως πολίτες με ευκολία το εκάστοτε κυρίαρχο πολιτικό πακέτο.

Αυτό άλλοτε λέγεται «έξω οι αμερικάνικες βάσεις», άλλοτε «σεμνά και ταπεινά» αλλά με Βατοπέδι, Ζαχόπουλο και Siemens, άλλοτε «λεφτά υπάρχουν» αλλά με τα ταμεία άδεια.

Προσφάτως, το πακέτο της μοδός είναι το «αλλάζουμε την Ευρώπη»…για να δούμε.

Το λοιπόν, μια κοινωνία που άγεται από τους πολιτικούς της, αντί να τους άγει, είναι καταδικασμένη στην εκμετάλλευση (των πολλών), στην αποπλάνηση (των περισσοτέρων) και στην αποσάρθρωση (όλων).

Κατ’ εμέ, το τρίτο ίσως είναι το σημαντικότερο: κοινωνία χωρίς δεσμούς αλληλεγγύης δε κάνει βήμα.

Και αυτό βιώνει η ελληνική κοινωνία σήμερα: μίσος, αδιαφορία, βία και φόβο. Όλα προϊόντα της αντίληψης του διπλανού μας ως εχθρού και κινδύνου αντί ως στηρίγματος και συμμάχου.

Ποι είναι η ρίζα του κακού;

Για χρόνια πίστευα ότι αρχή του κακού είναι η μεταπολίτευση. Στο μυαλό μου, η δουλειά χάλασε κάπου μεταξύ πολιτικής ασυδοσίας εκείνων που βγήκαν από τα Πολυτεχνεία για να μπουν στα υπουργεία και λαϊκής αμετροέπειας όλων ημών που έπρεπε τόσο απότομα να πειστούμε ότι ανήκουμε στη Δύση, ενώ μέσα μας έβραζε ακόμη η Ανατολή.

Αμ δε. Μακάρι να ήταν τόσο απλά τα προβλήματά μας.

Μόλις πρόσφατα, φίλε Πιτσιρίκο, κατάλαβα ότι τούτη η σπατάλη ευκαιριών για ουσιαστική αλλαγή είναι χρόνιο μοτίβο του λαού μας, δε ξεκίνησε το ’74.

Κοιτώντας προς τα πίσω, διαπίστωσα ότι ο λαός μας κάθε φορά που έβγαινε ζωντανός από μία τραγωδία πιανόταν κορόιδο, κι ας με συγχωρέσει που το λέω έτσι ωμά.

Μετά τη Χούντα δόξασε τον εθνάρχη Καραμανλή, τον μόνο αγωνιστή που εξορίστηκε στο Παρίσι.

Σαράντα χρόνια μετά είδαμε τα φυσικά και πνευματικά παιδιά των συνταγματαρχών να έχουν πάλι φωλιάσει σε καρέκλες εξουσίας.

Πιο πίσω, ο ίδιος λαός είχε δει δοσίλογους και μαυραγορίτες να σφίγγουν τα χέρια με τους απελευθερωτές συμμάχους και εν μία νυκτί να μετατρέπονται στην αξιοσέβαστη εθνικόφρονα ελίτ του τόπου.

Ακόμη πιο πίσω, ήταν ο ίδιος λαός που είδε την ελίτ της εποχής, κοτσαμπάσηδες και αφεντάδες, να ξεφορτώνεται τον πρώτο άνθρωπο που επιχείρησε να ανοίξει τα μάτια του Έλληνα και να του σηκώσει το κεφάλι.

Ίσως να πηγαίνει και πιο πίσω το μοτίβο, αλλά νομίζω ότι το τράβηξα αρκετά πίσω ώστε να πιάσω τη ρίζα των δεινών μας, όπως την αντιλαμβάνομαι: ραγιαδισμό τη λένε.

Δε απέβαλε δυστυχώς ποτέ ο λαός μας την αλυσίδα του υποτελούς στους προύχοντες, τους έχοντες και τους κατέχοντες κάθε προέλευσης.

Δε γνωρίσαμε πότε την ιστορία που ενδεχομένως θα είχαμε αν το κάναμε, και μένουμε μέχρι σήμερα ραγιάδες των λίγων.

Τίς πταίει;

Πολλοί φταίνε και ακόμη περισσότερους μπορώ να κατηγορήσω μέσα στη δίνη της οργής μου. Δύναμη κι ευθύνη πηγαίνουν χέρι-χέρι, άρα οι άρχοντες ευθύνονται εξ’ ορισμού.

Εμείς, όμως, τι κάνουμε;

Έχω ένα φίλο, καθρέφτη τον λένε, και καμιά φορά μου λέει με θυμό: τίποτα δε θα γινόταν αν πίσω από όλα δε βρισκόταν ένας βαθιά έφηβος λαός, χαμένος ανάμεσα στο παρελθόν που δεν έζησε και στο μέλλον που του είπαν πως πρέπει να ζήσει.

Αναπόφευκτα η προσαρμογή του ήταν κακή, τόσο κατά τη δράση (δάνεια, απολιτίκ προφίλ, lifestyle) όσο και κατά την αντίδραση (εξωτερικοί εχθροί, φόβος, φασιστοποίηση).

Και τώρα;

Τώρα ο κύκλος των προβληματισμών κλείνει και επανέρχεται η αμηχανία.

Τι έχει ο δρόμος παρακάτω; Δε γνωρίζω.

Νιώθω ότι ο Γκράμσι είχε δίκιο Πιτσιρίκο, ζούμε σε εποχή τεράτων. Κι άντε τον κόσμο που πεθαίνει τον ξέρουμε, και καλώς πεθαίνει.

Για τον κόσμο που έρχεται ναι μεν ελπίζω, αλλά ταυτόχρονα μπαίνω σε σκέψεις και ανησυχώ. Όχι κι αυτοί τα ίδια, δε θα τ’ αντέξω.

Ζω εκτός Ελλάδας και έτσι δε θα ψηφίσω την Κυριακή. Αν ψήφιζα, θα στήριζα Σύριζα μολονότι ιδεολογικά ανήκω πιο πέρα.

Απέχοντας (αναγκαστικά) θα έχω, ίσως, μια ψευδαίσθηση μειωμένης ευθύνης, αν ο κόσμος που έρχεται είναι κι αυτός για τ’ ανάθεμα.

Να είσαι καλά και να γράφεις,
Δήμος

(Αγαπητέ Δήμο, πολύ όμορφα τα έγραψες. Δήμο, ακόμα κι αν ζούμε στην εποχή των τεράτων, αυτή είναι η εποχή μας. Τώρα ζούμε. Τώρα το χρέος, τώρα οι ευθύνες, τώρα οι χαρές, τώρα οι λύπες, τώρα οι νίκες, τώρα οι ήττες. Δεν προχωράς αν δεν αναλύσεις και αν δεν κατανοήσεις το παρελθόν, αλλά, αν το παρακάνουμε με την ανάλυση, δεν θα κάνουμε βήμα. Ο κόσμος που έρχεται είναι καλύτερος. Να μην τον αφήσουμε να περιμένει. Να είσαι καλά.)

Το pitsirikos.net χρειάζεται τη βοήθειά σου

Στήριξε οικονομικά το pitsirikos.net, αν θεωρείς πως καλό είναι να υπάρχουν στην Ελλάδα και κάποιες φωνές που δεν δουλεύουν για τον Μαρινάκη, τον Αλαφούζο, τον Σαββίδη και τα άλλα παιδιά, οπότε μπορεί να διαβάσεις ή να ακούσεις κάτι διαφορετικό από αυτό που συμφέρει τους ολιγάρχες. Οι τρόποι στήριξης εδώ.

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.