Να λες εγώ θα σώσω το κόσμο. Αν δεν σωθεί, εγώ φταίω.

Πιτσιρίκο μου,
το κείμενο του φίλου “Σταματήστε να φεύγετε, κιότηδες”, με εντυπωσίασε. Με ενθουσιασμό, βρήκα να ταυτίζομαι πλήρως με την ιδέα του να μείνεις και να πολεμήσεις.
Έτσι, ενάντια σε κάθε ελπίδα.
Γιατί υπάρχει ευθύνη. Πηγάζει από την καρδιά και το μυαλό.

Μας την κοινωνεί ο Καζαντζάκης: “Να λες εγώ θα σώσω το κόσμο. Αν δεν σωθεί, εγώ φταίω”.

Και προσπαθώ, δεν ρωτάω αν θα νικήσουμε ή θα χάσουμε. Πολεμάω εκεί που μου έλαχε.

Με ξεσηκώνει ο Κρητικός και δεν φοβάμαι.

Δε φοβάμαι γιατί έχω μια ευθύνη να αγαπώ. Και δεν αισθάνομαι μόνη γιατί με αγαπά κι αυτή.

Και εκεί που νιώθω πως φέρω μεγαλύτερη ευθύνη, είναι προς εκείνους που τώρα είναι παιδιά ή αγέννητοι ακόμα.

Είμαι 28 χρονών,δεν φταίω για την κατάντια γύρω μου.

Αλλοίμονο, γεννήθηκα το 1987, μεγάλωσα στα 90s, βγήκα στην εργασία το 2006, ίσα που πρόλαβα να δουλέψω 2 χρόνια με αξιοπρεπή -ας πούμε- μισθό, και μετά ο όλεθρος.

Δικαιολογημένα, μπορώ να ρωτήσω με πικρία και θυμό κάποιον, ο οποίος ήταν ενεργός πολίτης τότε που γεννιόμουν ή μεγάλωνα, τι έκανε;

Πόσες αποφάσεις -καταστροφικές, όπως αποδείxτηκαν- άφησε να παρθούν;

Επίσης, να μου απαντήσει γιατί δεν είχε κάτι υψηλότερο -κάτι καλύτερο από την επίπλαστη ασφάλεια του καπιταλισμού και τον μικροαστισμό- να τον εμπνέει;

Σε 20 χρόνια,περιμένω να μου κάνουν τις ίδιες ερωτήσεις.

Τότε, εκείνοι που διαμόρφωσαν -κοινωνικά,οικονομικά,πολιτικά- την υπάρχουσα κατάσταση, που ψήφισαν τις διεφθαρμένες κυβερνήσεις, που βολεύτηκαν, που δείλιασαν, που σώπασαν θα έχουν αρχίσει να εγκαταλείπουν τον μάταιο τούτο κόσμο.

Θα έχω μείνει πίσω να δώσω εξηγήσεις στους επόμενους. Τι θα τους πω;

Γι’ αυτό, δεν μπορώ να εγκαταλείψω τον τόπο μου. Γιατί συμπονάω τα μελλούμενα δάκρυα. Δεν αξίζουν σε κανένα.

Συμπονάω και τα δάκρυα των προγόνων μου,οι οποίοι έδωσαν το αίμα τους για να απολαύσω τα δικαιώματα,που τώρα μου αφαιρούνται βάναυσα.

Ντρέπομαι να εγκαταλείψω τους κόπους τους.

Αυτός ο τόπος έχει μια κουλτούρα που αγαπώ. Έχει πολιτισμικό θησαυρό στα δημοτικά ποιήματα, στα ρεμπέτικα, στα λαϊκά (θυμάμαι πως σ’αρέσει ο Ζαμπέτας, εμένα μ’αρέσει ο Δελιάς).

Έχω έναν πολιτισμό-κληρονομιά,τον οποίο σέβομαι και θαυμάζω. Είναι σαν ρίζες που με βοηθούν να κρατηθώ και να ψηλώσω. Και οφείλω, το λιγότερο να τον υπερασπιστώ, αν όχι να τον αναπτύξω.

Θα μείνω εδώ. Με το συντροφό μου σκεφτόμαστε την αποκέντρωση. Η παραγωγή μεταξιού είναι μια καλή απασχόληση.

Είμαι αιθεροβάμων, αν σκέφτομαι να κάνω κανα παιδί;

Είμαι καταδικασμένη να χαθώ, επειδή δεν μπορώ χωρίς ούζο, λιακάδα και φιλοσοφία;

Ας είναι.

Ευχήσου μου ψυχή βαθιά.

Το ίδιο εύχομαι σε αυτούς που πάνε να αναζητήσουν μιά καλύτερη ζωή έξω.

Πίσω μένουν λογιών, λογιών άνθρωποι.

Κάποιοι υποταγμένοι και κάποιοι λίγοι ανυπότακτοι.

Οι τελευταίοι θέλουν αγώνα. Θέλουν τον δύσκολο δρόμο.

“Κι αυτοί που μένουν, κι αυτοί που φεύγουν..”

Σ.

Υ.Γ. Λυπήθηκα, όταν έγραψες πως εσύ στηρίζεις αλλά εσένα ποιός θα σε στηρίξει; Λοιπόν, άμα σε βοηθάει ψυχολογικά καθόλου, εγώ σε έχω στην καρδιά μου.
Υ.Γ. 2 Σου εύχομαι αγάπη και ευτυχία εκεί που θα πας. Να μας θυμάσαι εμάς τους ανυπότακτους που διψάμε για ελευθερία. Δεν λέω να μας αγαπάς, άμα δε θες. Να λες έναν καλό λόγο. Δεν κοστίζει τίποτα και δίνει κουράγιο στα αδέρφια που το χρειάζονται πραγματικά. Γιατί είναι δύσκολα. Όχι μόνο τα τελευταία 6 χρόνια που τέλειωσαν τα λεφτά. Πάντα ήταν.

(Αγαπητή φίλη, αν θέλετε, ακολουθήστε λίγο την σκέψη μου. Γράφετε πως ο Νίκος Καζαντζάκης έγραψε “Να λες εγώ θα σώσω το κόσμο. Αν δεν σωθεί, εγώ φταίω”. Αυτό το έγραψε ο Καζαντζάκης στην Ασκητική. Το μεγαλύτερο μέρος της Ασκητικής γράφτηκε το 1922-23, όταν ο Καζαντζάκης ήταν 40 χρονών. Αργότερα, ο Καζαντζάκης αηδίασε, έφυγε από την Ελλάδα, έριξε μαύρη πέτρα πίσω του και εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Γαλλία. Και πολύ καλά έκανε. Δεν είναι πολύ καλό παράδειγμα για να πείσετε κάποιον να μείνει στην Ελλάδα, να χρησιμοποιείτε τα λόγια κάποιου που έφυγε μόνιμα από την Ελλάδα και πέθανε στο εξωτερικό. Γενικά, στη ζωή, άλλο τα λόγια, άλλο οι πράξεις. Εκτός από τον αγαπημένο μου Νίκο Καζαντζάκη, υπάρχει και ο αγαπημένος μου Κορνήλιος Καστοριάδης, ο οποίος δανείστηκε την φράση του Θουκυδίδη και είπε πως “θα πρέπει να αποφασίσουμε αν θα είμαστε ήσυχοι ή ελεύθεροι” γιατί και τα δυο μαζί δεν γίνονται. Ο Κορνήλιος Καστοριάδης έφυγε τα Χριστούγεννα του 1945 από την Ελλάδα με το πλοίο Ματαρόα και πήγε -μέσω Ιταλίας- στο Παρίσι, όπου και έζησε μέχρι το τέλος της ζωής του. Και πολύ καλά έκανε. Στο Παρίσι ήταν κάπως πιο ήσυχα από τον ελληνικό εμφύλιο. Πολύ συχνά τα τελευταία χρόνια, πολλοί άνθρωποι -για να παροτρύνουν σε αντίσταση- γράφουν τους στίχους της Κατερίνας Γώγου: “Την άλλη φορά που θα μας ρίξουνε να μην την κοπανήσουμε. Να ζυγιαστούμε. Μην ξεπουλήσουμε φτηνά το τομάρι μας, ρε.”. Όλοι αυτοί ξεχνούν πως η Κατερίνα Γώγου αυτοκτόνησε. Δηλαδή την κοπάνησε. Μήπως να την κατηγορήσουμε που η ίδια μας παρότρυνε για το αντίθετο; Όχι, βέβαια. Είναι η ζωή του καθενός ένα μεγάλο ταξίδι, ένα μεγάλο μυστήριο, και απαιτεί το σεβασμό μας. Αγαπητή φίλη, ωραία τα τσιτάτα -εγώ πολύ τα αγαπάω- αλλά δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματική ζωή μας. Πολλές φορές μάλιστα δεν έχουν σχέση και με τις ζωές αυτών που τα έγραψαν. Ας κάνει ο καθένας ό,τι επιθυμεί σε αυτή τη ζωή, και ας μην σηκώνουμε τα δάχτυλά μας στους άλλους. Σας ευχαριστώ για την στήριξη αλλά, για να είμαι ειλικρινής, δεν πιστεύω ιδιαίτερα στην διαδικτυακή στήριξη, μόνο στη φυσική. Το “εμένα ποιος θα με στηρίξει;” το έγραψα, ως απάντηση, σε έναν μετανάστη αναγνώστη που μου ζητούσε να είμαι πάντα αισιόδοξος και να στηρίζω τους άλλους, δεν το έγραψα έτσι ξεκάρφωτα. Σας ευχαριστώ και σας εύχομαι τα καλύτερα. Να είστε καλά.)

Το pitsirikos.net χρειάζεται τη βοήθειά σου

Στήριξε οικονομικά το pitsirikos.net, αν θεωρείς πως καλό είναι να υπάρχουν στην Ελλάδα και κάποιες φωνές που δεν δουλεύουν για τον Μαρινάκη, τον Αλαφούζο, τον Σαββίδη και τα άλλα παιδιά, οπότε μπορεί να διαβάσεις ή να ακούσεις κάτι διαφορετικό από αυτό που συμφέρει τους ολιγάρχες. Οι τρόποι στήριξης εδώ.

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.