Σκοτώνοντας Pokemon

Αγαπητέ Πιτσιρίκο,
Αυτός ο Ιούλιος έχει κάτι το πολύ μελαγχολικό. Είναι, κυρίως, τα τραγικά γεγονότα που συμβαίνουν στον κόσμο, αλλά δεν είναι μόνο αυτά. Όπου και να κοιτάξεις πια, μελαγχολείς. Ευτυχώς που προλάβαμε –εγώ τουλάχιστον- και κάναμε λίγα μπάνια, και στείλαμε προκαταβολές για τα επόμενα.

Ο κόσμος, αφού έλυσε τα προβλήματά του, κυνήγησε τα όνειρά του, τους δαίμονές του, τη ζωή του, είπε να βγει και στο κυνήγι κανενός πόκεμον, έτσι, για χαλάρωμα.

Δεν πιστεύω σε αυτά που βλέπουν τα μάτια μου.

Θέλω να ουρλιάξω και μετά να εκραγώ πάνω σε ένα πόκεμον, να έρθουν να το πιάσουν και να τους πάρουν τα σκάγια.

Κι επειδή εγώ μάλλον δεν είμαι αρκετή, θέλω να ακούσω για έναν κομήτη που τρέχει αυτός να μας φτάσει.

Θα είχε ενδιαφέρον να κατασκευαστεί μια εφαρμογή που αντί για πόκεμον να βάζει τον κόσμο να κυνηγά τον χαμένο του χρόνο.

Και όσο περισσότερο τον κυνηγά, τόσο περισσότερος αυτός να γίνεται. Μέχρι να τον πιάσει.

Κι εκεί θα είναι η ουσία όλου του παιχνιδιού.

Γιατί μόλις τον πιάσει, θα τον καταβάλλει η επιθυμία να «ανέβει» επίπεδο. Και θα ανεβαίνει και θα ανεβαίνει. Θα το τερματίζει μαζί με τη ζωή του.

Δεν είναι απλώς κόλαση αυτό. Οι τραγικοί ποιητές ήταν πολύ πίσω για να το προβλέψουν.

Δεν ξέρω ο Κοσμάς ο Αιτωλός ή ο Παΐσιος αν είχαν καταφέρει κάτι.

Φοβάμαι ότι αυτό δεν είναι απλώς βλακεία. Είναι αποχαύνωση. Είναι παραίτηση. Είναι παράδοση με τους όρους του παιχνιδιού.

Μιλάω με 20-25 χρονών παιδιά και αντιλαμβάνομαι ότι το πρόβλημα έχει προχωρήσει σε τεράστιο βάθος και κάνουμε όλοι πως δεν καταλαβαίνουμε.

Τα ναρκωτικά δίνουν και παίρνουν, νεκρώνοντας καθημερινά χιλιάδες εγκεφάλους, κυρίως νέων ανθρώπων.

Και δεν μιλάμε για τα τσιγαράκια που κάναμε μικρότεροι –ή και μεγαλύτεροι- και νιώθαμε και πολύ ροκ και αλήτες· μιλάμε για έκσταση και κοκαΐνη που τα βρίσκεις, πλέον, παντού στην Αθήνα, τουλάχιστον, η οποία τα τελευταία 2 χρόνια έχει μετατραπεί σε τρελάδικο.

Είναι πολύ τυχερά τα νέα τα παιδιά που θα καταφέρουν να αποδράσουν, από την Αθήνα τουλάχιστον.

Καμένα παιδιά, καημένα παιδιά, τουλάχιστον εμείς προλάβαμε να ονειρευτούμε, να μεθύσουμε από έρωτα, από κρασί, έστω.

Μέχρι να μεθύσουμε όμως και να μας χαλάσει, μιλούσαμε, γελούσαμε, δίναμε καυτά φιλιά, απενεχοποιούμασταν σιγά σιγά.

Μήπως δεν ήταν έτσι;

Κι όπως ωραιοποιείς τα πάντα με τα χρόνια, το ωραιοποιώ τώρα κι εγώ; Δεν νομίζω. Δεν πάνε δα και τόσα χρόνια.

Εγώ τα μεθύσια μου τα απόλαυσα, γιατί ήταν η δικαιολογία μου να γίνω πιο θερμή, πιο εκδηλωτική, να αφεθώ.

Αποκτούσα ευφράδεια και χιούμορ –έτσι μου φαινόταν-, αυτό ήταν το αγαπημένο μου σημείο, γιατί, αν το ξεπερνούσα, μπέρδευα τα λόγια μου, γελούσα σα χαζή και ζαλιζόμουν.

Δε θα ξεχάσω έναν μ@λάκα, κάποτε, που μου ζήτησε να χωρίσουμε –εξού και ο χαρακτηρισμός- και με πολύ άσχημο τρόπο κιόλας, και το μισό ποτό παραπάνω που ήπια μετά, με χάλασε τόσο πολύ που πήγα και έκανα εμετό και όπως ξερνούσα, συγγνώμη για τις εικόνες που δημιουργώ, ένιωθα να ξερνάω τον ίδιο και βγήκα από την τουαλέτα τόσο ψυχρή και αγριεμένη που ρώταγε την παρέα αν μου έδωσαν κάτι να πιώ.

Λίγο άσχετο το τελευταίο, αλλά δεν πειράζει.

Ενώ τώρα ρε κορίτσια τι γίνεται;

Πίνεις το χάπι, περιμένεις την έκρηξη και τι; Αρχίζεις να χοροπηδάς; Κάνεις σεξ άγριο μέχρι να μείνει ο άλλος στον τόπο;

Δεν είναι όλα τα παιδιά έτσι, μην τρελαθούμε. Είναι πολλά όμως, ανησυχητικά πολλά.

Έτσι λένε οι πληροφορίες μου.

Θα μου πεις κι εμείς τι καταφέραμε; Μήπως και πολλοί από εμάς δεν κυνηγάνε πόκεμον; Στην καλύτερη.

Η βλακεία δεν έχει ηλικία.

Παρ’ όλα αυτά, νομίζω ότι είχαμε διεξόδους και τεράστια επαφή με την σαρκική, την ανθρώπινη πλευρά μας· εγώ τουλάχιστον είχα.


Κι αν δεν έχω χορτάσει κάτι στη ζωή μου, είναι οι αγκαλιές και τα φιλιά. Όχι γιατί τα στερήθηκα, αλλά γιατί δεν χορταίνονται με τίποτα.

Θυμήθηκα μικρή, που ρωτούσαμε στα λευκώματα, αν έπρεπε να μείνεις σε ένα ερημικό νησί πες 3 πράγματα που θα έπαιρνες μαζί σου.

Σήμερα η ερώτηση θα ήταν : «Αν έπρεπε να μείνεις χωρίς καμία σύνδεση για ένα 24ωρο, τι θα έκανες;».

Και η ερώτηση δεν είναι αποκλειστικά για τους νέους. Νιώθω ένα μούδιασμα στην απάντηση ή είναι ιδέα μου;

Δεν έχω ειρμό, το ξέρω και δεν έχω να καταλήξω και κάπου.

Σου έγραψα περισσότερο γιατί είναι μια ψιλοχάλια μέρα, δεν έχω ούτε φωτογραφία με τις πατούσες μου, ούτε ευχάριστη καλοκαιρινή ιστορία, ούτε θάλασσα πρόχειρη για τις επόμενες μέρες.

Και στενοχωριέμαι που δεν είσαι στο φυσικό σου περιβάλλον, σε μια θάλασσα, κάτω από ένα αρμυρίκι να μας γράφεις και να ζηλεύουμε.

Μας ανησυχείς, λες κι είσαι στο σπίτι μας. Άδικα, ελπίζω. Βρε τι έχουμε πάθει με σένα που μπλέξαμε!

Τα φιλιά μου

Κατερίνα

(Αγαπητή Κατερίνα, είναι και για εμένα μια χάλια ημέρα, οπότε μην εξηγείς, σε καταλαβαίνω. Κατερίνα, πρέπει να μεγαλώσεις λίγο -και να αποκτήσεις εμπειρίες και γνώσεις- για να αρχίσεις να εκτιμάς τη ζωή. Όταν είμαστε νέοι, τα θεωρούμε όλα κάπως δεδομένα και νιώθουμε αθάνατοι. Δηλαδή, σκέφτομαι τον εαυτό μου 20 χρονών και λέω «ποιος είναι αυτός;». Πόσο με ευχαρίστησε που έγραψες πως δεν χορταίνονται τα φιλιά και οι αγκαλιές. Γιατί αυτά είναι η ουσία της ζωής. Μόνο αυτά μένουν. Ακόμα κι όταν φεύγουν. Δεν ξέρω πόσα φιλιά και πόσες αγκαλιές μας μένουν, αλλά πρέπει να τα διεκδικήσουμε με πάθος. Σε ευχαριστώ. Να είσαι καλά. Την αγάπη μου.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.