Μου μίλησε μία Γιούκα

gioukaΚαλησπέρα Φίλε Πιτσιρίκο,
Με αφορμή τον Πίπη -ωραίες πάσες μας δίνεις, σε αντίθεση με κάποιους άλλους που σουτάρουν ή κάνουν πάσα και ευτυχώς δεν περνάει από ψηλά κανένας Πίπης-, σου γράφω για την δική μου ιστορία η οποία πιστέψτε με είναι αληθινή.

Θα την πιστέψουν σίγουρα όσοι γνωρίζουν ότι τα ζώα τους μιλάνε.

Απαραίτητη, βέβαια, προϋπόθεση είναι να μπορείς να ακούς κιόλας.

Εγώ ήξερα ότι τα ζώα μιλάνε.

Έχω 2 σκυλιά στο σπίτι και μιλάω μαζί τους. Μου μιλάνε και αυτά. Και τα ακούω.

Ήξερα, επίσης, ότι και τα φυτά μιλάνε. Δεν έχουν βέβαια την λογοδιάρροια που έχουν τα ζώα αλλά μιλάνε και αυτά.

Δεν είχα ακούσει, όμως, ποτέ να μου μιλήσει φυτό.

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Όταν γνώρισα την γυναίκα μου, είχα ήδη τα δύο σκυλιά.

Μπαίνει μία μέρα μέσα στο σπίτι και με ακούει να μιλάω με διαφορετικές φωνές.

Ακολουθεί ένας ενδεικτικός διάλογος ο οποίος συμβαίνει σε καθημερινή βάση:

Εγώ: Τι κάνεις κουκλί μου όμορφο;

Σκύλος (με πιο ψιλή φωνή): Καλά είμαι αφεντικό. Θα φάμε τίποτα; Έχω σκυλιάσει στην πείνα.

Εγώ: Πάμε κουκλί μου να φάμε. Μακαρόνια με παριζάκι έχουμε για το μεσημέρι.

Σκύλος: Γουστάρω παριζάκι.

Εγώ: Άντε να φας. Έτοιμο στο έχω στο μπολάκι σου. Άντε και μετά έχει βολτάρα μαζί με την Μαργαρίτα (Μαργαρίτα είναι ο άλλος σκύλος).

Σκύλος: Ωραία, πολύ γουστάρω. Θα κατουρήσουμε όλους τους θάμνους, θα ρίξουμε και ένα καλό χέσιμο κάτω από κανένα δέντρο και όλα καλά. Δεν την γουστάρω, βέβαια, καθόλου την ξεκολιάρα την Μαργαρίτα αλλά δεν γ@μιέται.

Ακούγοντας όλα αυτά η γυναίκα μου και βλέποντας τον σκύλο δίπλα μου καθ’ όλη την διάρκεια της συζήτησης, μου είπε:

«Αντώνη ή τρελός είσαι ή εξωγήινος. Τα σκυλιά δεν μιλάνε. Γαυγίζουν. Επίσης, οι άνθρωποι δεν ακούνε τι λένε τα ζώα. Σύνελθε»!!!

Της απαντάω λέγοντάς της «καλά, σε λίγο καιρό θα μιλάτε και μαζί».

Ύστερα από κάνα μήνα περίπου, γυρνάω από την δουλειά και ακούω έξω από την πόρτα που ήμουν:

Γυναίκα μου: Ποιος ήρθεεεεεεεε;;; Ποιος ήρθεεεεεεεεεεεε;;;

Σκύλος (με πιο ψιλή φωνή): Η αφεντικάρα μου η αφεντικάρα μου!!!Γιούπιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιι!!! Θα παίξουμε με το βαράκι και τον κώνο (βαράκι, κώνος είναι μερικά από τα παιχνίδια της).

Μπαίνοντας λοιπόν στο σπίτι και ακούγοντας όλο τον διάλογο απ’έξω, λέω της γυναίκας μου:

«Ποιος είναι τώρα ο εξωγήινος;;; Να τον ακούς τον Αντώνη. Με σκυλιά μεγάλωσε».

Αφήνουμε τα σκυλιά και πάμε στο θέμα μας.

Ένα πρωί που λες, Πιτσιρίκο, που είχα ρεπό -από εκείνα τα μη νομοθετημένα που πληρωνόμαστε και παίρνουμε όσα 4 ιδιωτικοί υπάλληλοι μαζί- ο καθένας στα σχόλια μπορεί να γράφει ό,τι του λέει η κυρία Τσικρίκα και το συνάφι της-, Ιούνιος ήταν) ξυπνάω, φτιάχνω καφέ και αράζω στο μπαλκόνι μας που βλέπει στον ακάλυπτο.

Στο συγκεκριμένο μπαλκόνι έχουμε 3-4 γλάστρες. Μία από αυτές ήταν και μία Γιούκα. Ψηλή, καμαρωτή με μπόλικα φύλλα. 3.20 ήταν το ύψος της.

Στρίβω ένα τσιγαράκι και απολαμβάνω τον καφέ μου.

Κάποια στιγμή ακούω από δίπλα:

-Ψιτ, Ψιτ.

Κοιτάω δεξιά, τίποτα. Κοιτάω αριστερά, τίποτα. «Πω πω νύστα λέω φωναχτά».

Δεν προλαβαίνω να τελειώσω την φράση μου και ξανακούω.

-Ψιιιιιιιιιιιιιιιιιιιτ!!!!!!!!! Εδώ, ρε παπάρα, εγώ σου μιλάω, η Γιούκα.

Την κοιτάω καλά καλά λέω:

Ρε με δουλεύεις;;;

Γιούκα: Εγώ καθόλου, αλλά επιτέλους άρχισες να ακούς και τα φυτά. Καιρός ήταν.

Και γιατί μου μίλησες; Τι θέλεις;

Γιούκα: Άκου προσεκτικά. Δεν έχω παράπονο, τόσα χρόνια η γυναίκα σου με φρόντιζε.Τώρα που μετακόμισα στο δικό σου μπαλκόνι, πάλι δεν έχω παράπονο. Και εσύ με φροντίζεις.Και εμένα και τις άλλες τις κοντές (τις γλάστρες).

-Και;

Γιούκα: Ψήλωσα, 10 χρόνια είμαι εδώ, το κεφάλι μου ακουμπάει στο ταβάνι. Οι ρίζες μου άρχισαν να τυλίγονται γύρω γύρω. Ήρθε η ώρα να με πας κάπου να ανοίξω τις ρίζες μου. Να απλωθώ. Πήγαινέ με στο βουνό. Θα με βλέπεις άλλωστε από το άλλο μπαλκόνι. Φάτσα κάρτα θα με έχεις.

-Το συζητάς κούκλα μου;;; Ετοιμάσου. Φεύγουμε.

Πάω που λες, Πιτσιρίκο, στον γείτονά μου, παίρνω γκασμά, φτυάρι.

Πάω σούπερ μάρκετ, αγοράζω 2 τσουβάλια χώμα για φύτεμα, και έχω όλα αυτά που χρειάζονται.

Φωνάζω τον γείτονά μου, έρχεται σπίτι και κουβαλάμε την Γιούκα στο βουνό.

«Τώρα φύγε» του λέω, «θέλουμε να μείνουμε λίγο μόνοι μας με την Γιούκα».

«Δεν πας καλά μου λέει».

Λέω από μέσα μου, «τα ίδια γατάκι έλεγε και η γυναίκα μου και τώρα μιλάει με τους σκύλους».

Σκάβω έναν βαθύ λάκκο, ρίχνω νεράκι, γυρνάω την κοιτάω και την ρωτάω:

«Έτοιμη»;;;

Γιούκα: Πιο έτοιμη από ποτέ.

Την βγάζω από την γλάστρα προσεκτικά και την βάζω στο λάκκο.

Ρίχνω το φρέσκο χωματάκι από πάνω, ρίχνω και μπόλικο νεράκι και έτοιμη.
΄
«Ελπίζω να μην έχεις παράπονο» της λέω.

Γιούκα: Κανένα. Σε λίγο καιρό θα δεις πόσο καλό μου έκανες. Απλά, όταν βρεις ευκαιρία ξανά, ρίξε μου και ένα κουρεματάκι για να δυναμώσω κιόλας γιατί θα έρθει και χειμώνας. Και εμείς οι Γιούκες δεν γουστάρουμε καθόλου τον χειμώνα. Λατρεύουμε καλοκαίρι.

«Το συζητάς;;; Τώρα αμέσως» της λέω.

Ρίχνουμε και το κουρεματάκι μας και τέλος. Η Γιούκα ήταν πανέτοιμη.

Χάιδεψα τα φύλλα της, έσκασα και ένα φιλί στον κορμό της και την αποχαιρέτησα. Τι την αποχαιρέτησα δηλαδή, απέναντί μου την έχω και την καμαρώνω.

giouka1Τρεις μήνες μετά, το αποτέλεσμα της μεταφοράς στο βουνό είναι αυτό που βλέπεις στην δεύτερη φώτο και στην τρίτη φώτο. Στην πρώτη φώτο ήταν στο μπαλκόνι μας.

giouka2

ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ, φίλε Πιτσιρίκο. ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ.

Η ιστορία είναι πραγματική και ο καθένας μπορεί να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα.

Τα ζώα και τα φυτά σου μιλάνε. Αρκεί να μπορείς να τα ακούς.

Πιτσιρίκο, την αγάπη μου.

Αντώνης

Υ.Γ.1 Πιτσιρίκο, σε νιώθω. Τώρα που δημοσιεύεις και τα δικά μου κείμενα, σε νιώθω περισσότερο. Παρακολουθώ διακριτικά το χώσιμο που μου κάνουν. Παιδιά, χαλαρώστε, αν δεν ξέρετε κάτι, να ρωτάτε. Μην ακούτε την κυρία Τσικρίκα και το συνάφι της. Ελάτε, όποτε θέλετε, να κάνουμε μία βάρδια -νυχτερινή κατά προτίμηση για να μάθετε και τι εστί νύχτα- στις συγκοινωνίες. Θα σας λυθούν όλες οι απορίες. Και για το πόσα παίρνουμε και για το τι παροχές έχουμε -κλάμα- και το σημαντικότερο θα μάθετε πόσα κρούσματα παλιαρρώστιας έχουμε στο χώρο εργασίας μας.

Υ.Γ.2 Με 1,5 μύριο ανέργους, 600.000 ανθρώπους που έφυγαν για το εξωτερικό, με όλους τους φίλους μου, τις φίλες μου, τους γνωστούς μου και τις γνωστές μου να έχουν κλειστεί στα σπίτια τους, για να μην κάνουν κανένα έξοδο προκειμένου να μεγαλώσουν τα παιδιά τους, με τους γονείς μου ύστερα από 40 χρόνια δουλειάς να τους δίνουν σύνταξη ψίχουλα, θα κάτσω εμένα να με νοιάξει αν η κυρία Τσικρίκα και το συνάφι της χάσουν την δουλειά τους.

Θα με νοιάξει γι’αυτούς που ήταν παρόντες και συνένοχοι στο ξεπούλημα της Χώρας. Σε αυτούς, που τις περικοπές τις βάφτισαν ανάπτυξη και τις απολύσεις αναγκαίες, για να πάρουμε την δόση.

ΡΕ ΑΝΤΕ ΓΑΜΗΘΕΙΤΕ.

(Αγαπητέ Αντώνη, ζώα και φυτά. Άντε και μερικοί καλοί φίλοι. Και βιβλία. Γενικά, μακριά από τους πολλούς ανθρώπους. Δυο φορές μακριά από τους Έλληνες. Αυτά είχα να πω. Να είσαι καλά. Την αγάπη μου.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.