Το όνομα του Ρόδου
Είχε σχεδόν ξεχάσει πόσος καιρός είχε περάσει από τότε που είχε αποκοιμηθεί χαμογελαστός κι ευτυχισμένος. Είχε πάψει να υπολογίζει επίσης τις ημέρες που σταμάτησε να ελπίζει πως κάτι σε αυτό τον τόπο μπορούσε να αλλάξει.
Υπήρχε μονάχα η προσωπική του απόφαση να μην παραδοθεί και να μην σταματήσει να ζητάει το καλύτερο από τον εαυτό του, ακόμα και τις στιγμές εκείνες που ήξερε καλά πως δεν θα τα κατάφερνε.
Τους τελευταίους μήνες είχαν σταματήσει κι όλες εκείνες οι φωνές που κάποτε ψιθύριζαν λέξεις οικείες και κοινές.
Μονάχα ένας πιτσιρικάς, ένα ατίθασος αλητάμπουρας των δρόμων, συνέχιζε να υψώνει την φωνή του και να χλευάζει τους ήσυχους και τους τάχα μου «ταπεινούς», μα στην ουσία τους φοβισμένους ανθρώπους.
Μονάχος κι αυτός μες στους μονάχους, σε ένα πιθάρι χωμένος αφημμένο στην αμμουδιά, συνεχίζει γιατί αποφάσισε να μην παραδοθεί.
Γιατί το ξέρει καλά και το έχει γράψει.
Η πρώτη παραδοχή θα φέρει και την επόμενη.
Θυμάται και τα λόγια του μεγάλου Αλεξανδρινού «την ώρα που αφέθηκες να ενδώσεις» και μένει εκεί –πασχίζει να μείνει– μες το πιθάρι που του άφησε ο θείος ο Διογένης ουρλιάζοντας με λύσσα κι οργή: «τον ήλιο μονάχα μην μου κρύβεται γ@μιόληδες!».
Όμως, είναι δύσκολος ο δρόμος αυτός στην ζωή του ανθρώπου.
Κι ίσως να ξέρω πολλούς ανθρώπους που θα μπορούσαν να πουν ένα μεγάλο «όχι» -σαν τον απίστευτο Γερμανό εργάτη μπροστά στο άτομο που ενσαρκώνει το απόλυτο κακό στην ιστορία του ανθρώπου πάνω στην γη – και μετά να πεθάνουν.
Να πεθάνουν στεφανωμένοι την δόξα της αξιοπρεπούς παρουσίας τους πάνω στον πλανήτη των πιθήκων.
Και το έπραξαν πολλοί. Και θα το πράξουν κι άλλοι.
Όμως, στον δρόμο αυτό που ροβολάμε σήμερα δεν αρκεί ένα μεγάλο «όχι».
Απαιτούνται πολλά μικρά και συνεχόμενα «όχι».
Κι όπως πολύ σωστά γράφεις, φίλε Πιτσιρίκο, δεν μας εκπαιδεύουν να λέμε «όχι». Μας εκπαιδεύουν να λέμε «ναι».
Πολλά μικρά και συνεχόμενα «ναι».
Και τα περισσότερα από αυτά έχουν ειπωθεί με σκυφτό το κεφάλι.
Επιστρέφω, όμως, στην αρχική ιστορία.
Τότε που, τριγυρνώντας την χώρα, φτάνει το σούρουπο κατάκοπος σε ένα μικρό χωριό.
Ήσυχοι άνθρωποι σκέφτεται και συμπονετικοί.
Του δώσαν ένα κομμάτι ψωμί κι ένα στεγνό μέρος να κοιμηθεί.
Αυτά είχανε.
Όμως, το βράδυ ξυπνά τρομαγμένος.
Κι ανοίγει τα μάτια και από παράθυρο βλέπει τον δρόμο, το πλήθος και τις φωτιές.
Τριγυρνούν στα στενά και στις πλατείες κρατώντας εικόνες, φτύνοντας προσευχές.
Ζητούν την βροχή. Ζητούν την σωτηρία. Με τρόπο άγριο και τρομακτικό.
Κάποιοι στην διπλανή γειτονιά περιφέρουν το σώμα ενός νεκρού στολισμένου με άμφια και δοξασίες από την εποχή των σπηλαίων.
Και είναι βέβαιος πως καίνε βιβλία για να ζεσταθούν και νομίζει πως έχει βυθιστεί μέσα σε μια σκοτεινή καταπακτή του χρόνου.
Και είναι βέβαιος πως δεν θα αργήσει να φτάσει κι η στιγμή που θα καίνε ανθρώπους στις γιορτές τους.
Ντύνεται βιαστικά μέσα στο μισοσκόταδο και γλιστρά μακριά μέσα στην νύχτα.
Πότε θα ανοίξει αυτό το τριαντάφυλλο αναρωτιέται.
Και πόσο αίμα θα πρέπει να χυθεί για να βαφεί επιτέλους κόκκινο.
Φιλιά από την Εσπερία
Ηλίας
Υ.Γ. Ένα μεγάλο ευχαριστώ από όλους όσους υπάρχουμε. Μπροστά ακόμα και χωρίς να υπάρχει η παραμικρή ελπίδα.
(Φίλε Ηλία, υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που υψώνουν τη φωνή τους. Ηλία, δεν έχουν χαθεί όλα. Όχι ακόμα τουλάχιστον. Γιατί στο τέλος, όλοι χαμένοι θα είμαστε. Και το ξέρουμε αυτό. Από την ώρα που γεννιόμαστε. Αυτό είναι το συγκινητικό στον άνθρωπο: πως, παρ’ όλα αυτά, το παλεύει, αν και ξέρει πως στο τέλος θα ηττηθεί. Θα χρεοκοπήσει. Για πάντα. Ηλία, ένα “παρ’ όλα αυτά” είναι η ζωή. Είμαστε σάρκες, κόκαλα και αίμα. Και αγάπη. Την αγάπη μου, Ηλία.)
Το pitsirikos.net χρειάζεται τη βοήθειά σου
Στήριξε οικονομικά το pitsirikos.net, αν θεωρείς πως καλό είναι να υπάρχουν στην Ελλάδα και κάποιες φωνές που δεν δουλεύουν για τον Μαρινάκη, τον Αλαφούζο, τον Σαββίδη και τα άλλα παιδιά, οπότε μπορεί να διαβάσεις ή να ακούσεις κάτι διαφορετικό από αυτό που συμφέρει τους ολιγάρχες. Οι τρόποι στήριξης εδώ.

