Κάνε το καλό και ρίξ’ το στο γιαλό

Πιτσιρίκο καλησπέρα
Με αφορμή το άρθρο σας «Καλοσύνη», θέλησα να σας γράψω για δύο περιστατικά.

Περιστατικό πρώτο:

Πέμπτη 25 Αυγούστου 2016. Έπρεπε να έχω γυρίσει στη δουλειά, όμως για καλή μου τύχη ξέκλεψα μια επιπλέον ημέρα άδειας. Στην παραλία Κινέτας απότομα η θάλασσα αλλάζει. Κύμα δυνατό , ρεύματα που σε τραβούσαν προς τα μέσα. Μέσα σε λίγα λεπτά όλοι είχαν βγει απ΄το νερό και καθόντουσαν στις ξαπλώστρες.

Αφού παίξαμε με το τρίχρονο ανιψάκι μου για λίγο έξω-έξω με τα απομεινάρια των κυμάτων , παρέδωσα τον μικρό στην κοπέλα μου και βούτηξα στο νερό για να βγάλω τα χαλίκια από το μαγιό.

Η αλήθεια είναι πως μου αρέσει αγριεμένη η θάλασσα.

Δεν είχα πάει πολύ βαθιά (ήταν όμως άπατα) και ακούω μια φωνή : «βόηθα ρε». Κοιτάζω δεξιά μου και προς τα μέσα. Ένας παππούς. Αυτό το «βόηθα ρε» ήταν εξασθενημένο, αδύναμο. Μόνο το κεφάλι φαινόταν, τα χέρια του μέσα στο νερό. Με είχε καρφώσει με τα μάτια.

Το βλέμμα του αγριεμένο, επιτακτικό και απελπισμένο. Μου κόπηκαν τα πόδια. Γύρισα να δω μήπως είναι και κάποιος άλλος κοντά όμως όλοι ήταν στις ξαπλώστρες.

Φοβήθηκα πως αν τον πλησιάσω θα με πνίξει. Κάποια δευτερόλεπτα απλώς τον κοιτούσα. Εκείνος όμως πνιγότανε ήσυχα, αθόρυβα, μονάχος.

Του είπα να απλώσει το χέρι του προς τα εμένα για να δω αν θα προσπαθούσε να το πράξει ή αν τον είχε κυριεύσει πανικός.

Πράγματι το προσπάθησε με όση μεγαλύτερη συγκέντρωση μπορούσε. Κολύμπησα σε απόσταση από εκείνον και μόλις βρέθηκα πίσω του πέρασα το χέρι μου σε ναυαγοσωστική λαβή.

Κρατούσα εκείνον ανάσκελα, με το πρόσωπό του στον ουρανό όσο πιο ψηλά μπορούσα. Ήταν συνεργάσιμος, ευτυχώς, γιατί ήταν αρκετά πιο μεγαλόσωμος από εμένα.

Τον πήγαινα έξω με όση δύναμη είχα. Κάποια στιγμή χτυπάω πάνω σε κάτι πόδια. Η ένταση ήταν τόσο μεγάλη που δεν είχα καταλάβει πως πλέον είχαμε φτάσει στα ρηχά.

Δύο μόνιμοι θαμώνες του μαγαζιού και η κόρη του διασωθέντος παππού είχαν δει τι συνέβαινε και είχαν καταφθάσει.

Τον παρέλαβαν και παραμάσχαλα τον οδήγησαν στην ξαπλώστρα του. Η κόρη του τον ρωτούσε (φυσικά σε κατάσταση πανικού) αν έπαθε καρδιά και ο παππούς της απαντούσε πως έπινε νερό αλλά τώρα είναι καλά.

Αφού βγήκα, καθίσαμε περίπου ένα τέταρτο στις ξαπλώστρες μας, με τον μικρό και την κοπέλα μου και έπειτα αποχωρήσαμε.

Εκεί διέκρινα και κάποια σημάδια «παράσημα» στο δεξί μου χέρι από τα νύχια του παππού.

Η χαρά μου ήταν τεράστια, μέσα μου ένιωθα ήρωας. Όμως μου φάνηκε πολύ περίεργο το γεγονός πως ούτε ο παππούς ούτε η κόρη του δε μου είπαν ένα ευχαριστώ.

Για την ακρίβεια, ούτε γύρισαν να με κοιτάξουν. Επίσης κανείς από όσους ήταν στις ξαπλώστρες δεν είπε ένα μπράβο. Κάτι ρε παιδί μου, σαν ηθική ανταμοιβή μιας καλής πράξης.

Φυσικά το ότι εντέλει έσωσα αυτόν τον άνθρωπο δεν είναι κάτι παραπάνω από μια ενστικτώδης πράξη ανθρωπιάς, όμως και ένα εγκάρδιο ευχαριστώ είναι επίσης μια απλή πράξη ανθρωπιάς.

Νομίζω πως σήμερα λέμε πιο εύκολα «συγγνώμη» παρά «ευχαριστώ». Έχουμε μάθει να απολογούμαστε παρά να εκτιμούμε.

Έχουμε μάθει να παίρνουμε. Ακόμη και όταν μας προσφέρεται κάτι, θεωρούμε πως το πήραμε , πως μας ανήκει δικαιωματικά.

Ακόμη και όταν αυτό το «κάτι» που μας προσφέρθηκε είναι η ίδια μας η ζωή που μέχρι πριν από λίγα λεπτά χανόταν.

Περιστατικό δεύτερο:

Τετάρτη 31 Αυγούστου 2016. Έξι ημέρες μετά τον παππού. Λεωφόρος Βεϊκου Γαλάτσι , παρκαρισμένος με αλάρμ περιμένω την Ευτυχία μου (η κοπέλα μου) να πάρει κάτι εξετάσεις από ένα διαγνωστικό.

Μπροστά μου στη στάση περιμένουν τρία νεαρά κορίτσια το λεωφορείο. Καταφθάνει και μια κυρία περίπου 65 ετών με ένα μπλε μακρύ φόρεμα, κοντούλα και κάπως γεματούλα.

Στην απόπειρα της να ανέβει από το δρόμο στο πεζοδρόμιο πέφτει. Έπεσε άσχημα. Με τα χέρια κολλημένα στο σώμα της, ακριβώς μπροστά από το ένα κορίτσι.

Το πρόσωπό της χτύπησε στο πεζοδρόμιο. «Πάαααλι τα ίδια» λέω. Κλείνω παράθυρα, βγάζω το κλειδί, παίρνω το κινητό και ανοίγω την πόρτα.

Εκείνη τη στιγμή έρχεται το λεωφορείο, κλείνω την πόρτα, περνάει το λεωφορείο, σταματάει , ξανανοίγω την πόρτα, κατεβαίνω.

Τα τρία κορίτσια έχουν πλησιάσει το λεωφορείο, οι πόρτες έχουν ανοίξει, μερικοί κατεβαίνουν, τα κορίτσια ανεβαίνουν, όλοι γρήγορα φεύγουν, η κυρία κάτω, στο πεζοδρόμιο αίμα, την πλησιάζω την σηκώνω, εκείνη τρέμει, κοιτάζω το λεωφορείο, οι πόρτες ακόμα ανοιχτές, όσοι είναι μέσα με κοιτάζουν, πηγαίνω την κυρία στο παγκάκι της στάσης, την καθίζω , το λεωφορείο έχει φύγει, μαζεύω την τσάντα, το κινητό και τα γυαλιά της, τα ακουμπάω στο παγκάκι, το άνω χείλος της έχει σκιστεί, ένα δόντι το βλέπω σπασμένο, η στάση είναι άδεια, η κυρία πιάνει το στόμα της, γεμίζουν τα χέρια της αίμα, μια γυναίκα λίγα μέτρα παραδίπλα «παίζει» με το κινητό της σε ένα παγκάκι, της ζητάω χαρτομάντιλα, βγάζει ένα, της αρπάζω όλο το πακέτο το πηγαίνω στην κυρία.

Ένας νεαρός φέρνει ένα μπουκάλι νερό. Όταν τον είδα, σκέφτηκα πως ακόμα υπάρχει ανθρωπιά.

Μετά μου ήρθε στο μυαλό το λεωφορείο , τα τρία κορίτσια και αναρωτήθηκα. Υπάρχει;

Η κυρία Ευαγγελία (αυτό ήταν το όνομα της) είχε πάει να πληρώσει ένα γραμμάτιο και επέστρεφε σπίτι της.

Η κόρη της άνεργη και ο άντρας της στο κρεβάτι καταβεβλημένος από ασθένεια. Μόνο της μέλημα ήταν να μη τη δει έτσι ο άντρας της και τον στεναχωρήσει.

Δεν έβαλε τα χέρια της μπροστά κατά την πτώση γιατί έχει λάμες στο ένα της πόδι από ένα παλιό σπάσιμο και φοβήθηκε μη το ξανασπάσει.

Γι’ αυτό το λόγο δε προστάτευσε το κεφάλι της. Όση ώρα την πηγαίναμε με την Ευτυχία σπίτι της (επέμενε σθεναρά να μη πάμε σε νοσοκομείο), δε σταμάτησε να κλαίει.

Μας έδινε ευχές και έκλεγε, πασπάτευε τα πόδια της και έκλεγε, μας έλεγε για τις δυσκολίες της και έκλαιγε.

Ένα κλάμα μοναξιάς. Το κλάμα του ανθρώπου που είναι αβοήθητος και του εμφανίζεται το τελευταίο εμπόδιο για να τον αποτελειώσει.

Είναι απίστευτο πόσο μόνοι είμαστε. Πόσο προσπαθεί να σώσει ο καθένας ότι μπορεί από τη ζωή του.

Οτιδήποτε δικό μου είναι σημαντικότερο από τον πόνο το δικό σου.

Αυτό έκαναν τα τρία κορίτσια της στάσης. Έβαλαν το χρόνο τους πάνω από τον πόνο της κυρίας Ευαγγελίας. Έπρεπε να φύγουν για να μη θυσιάσουν το πρόγραμμά τους.

Μήνες μετά από αυτά τα δύο περιστατικά συνεχίζω να μη βλέπω πουθενά καλοσύνη.

«Καλοσύνη» υπάρχει μόνο όπου υπάρχει σκοπιμότητα.

Όσο απαισιόδοξο και αν είναι αυτό.

Για παράδειγμα, νομίζω όλοι συμφωνούν πως εάν έπεφτε στο δρόμο ένα όμορφο κορίτσι , θα υπήρχαν πολλοί (κυρίως άντρες) για να το βοηθήσουν.

Οι οικονομικές δυσκολίες αποκάλυψαν το πιο άσχημο πρόσωπό μας, το οποίο θρέφαμε τα χρόνια της ευμάρειας.

Παρ’ όλα αυτά οφείλουμε να προσπαθούμε να παραμείνουμε άνθρωποι με ανθρώπινες αξίες.

Χρειάζεται προσπάθεια καθημερινή. Για να υπάρχεις επαγγελματικά, χρειάζεται πλέον καθημερινή προσπάθεια και μόχθο.

Η ίδια προσπάθεια και μόχθος απαιτείται πλέον για να συνεχίσεις να υπάρχεις και σαν άνθρωπος.

Γιατί στο τέλος η «καλοσύνη» θα μας σώσει ή η απανθρωπιά θα μας σκοτώσει.

Για την ιστορία, με λένε Σπύρο και είμαι 34 ετών.

(Αγαπητέ Σπύρο, υπάρχει καλοσύνη. Όπως υπάρχει και αχαριστία. Και αδιαφορία. Η καλοσύνη που δείχνεις στους ανθρώπους θα σου έρθει από άλλους ανθρώπους, όχι απαραίτητα από τους ίδιους. Η καλοσύνη είναι ανιδιοτελής. Από την άλλη, κάθε καλό που κάνουμε, το κάνουμε για εμάς πρώτα. Εσύ δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς και κάνεις το καλό. Κάνε το καλό και ρίξ’ το στο γιαλό. Να είσαι καλά.)

Το pitsirikos.net χρειάζεται τη βοήθειά σου

Στήριξε οικονομικά το pitsirikos.net, αν θεωρείς πως καλό είναι να υπάρχουν στην Ελλάδα και κάποιες φωνές που δεν δουλεύουν για τον Μαρινάκη, τον Αλαφούζο, τον Σαββίδη και τα άλλα παιδιά, οπότε μπορεί να διαβάσεις ή να ακούσεις κάτι διαφορετικό από αυτό που συμφέρει τους ολιγάρχες. Οι τρόποι στήριξης εδώ.

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.