Μακεδονία: ζήτημα ισχύος και όχι ονόματος

Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να ειπωθεί κάτι σχετικά με τον ισχυρισμό των κατοίκων της ΠΓΔΜ ότι αποτελούν απόγονους του Μεγάλου Αλεξάνδρου και των αρχαίων Μακεδόνων. Άλλωστε, είναι γνωστό σε όλους ότι τα σλαβικά φύλα έφτασαν στην Βαλκανική πολλούς αιώνες -9 τον αριθμό- μετά τον θάνατο του μεγάλου στρατηλάτη. Όμως πόσα στα αλήθεια γνωρίζουμε στην Ελλάδα για την ιστορία της Μακεδονίας και πόσο εύκολο μας είναι να ξεφύγουμε από τα στερεότυπα και να ψάξουμε την αλήθεια;

Κατ’ αρχάς, να πω πως δεν υπάρχει αμφιβολία –επιγραφές στην ελληνική γλώσσα, θρησκεία, αρχαίες πηγές– πως οι αρχαίοι Μακεδόνες αποτελούσαν αιολικό αρχαιοελληνικό φύλο που όμως είχε ορισμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που το διαχώριζαν σε κάποιο βαθμό από τον υπόλοιπο αρχαίο ελληνικό κόσμο.

Κι αν ο πατέρας της Ιστορίας, ο Ηρόδοτος, αναφέρεται ξεκάθαρα στην ελληνικότητα της Μακεδονίας και του βασιλικού της οίκου, ο Θουκυδίδης που καταγράφει τα γεγονότα του μεγαλύτερου πολέμου στην ιστορία των Ελλήνων δεν αναφέρει και πολλά πράγματα για αυτούς.

Σαν να μην αποτελούσαν μέρος του ελληνικού κόσμου.

Σε γενικές γραμμές, πάντως, οι αρχαίοι Έλληνες –που είχαν μεγάλες εμμονές με το ζήτημα της φυλής– δεν θεωρούσαν τους Μακεδόνες ακριβώς Έλληνες, αν και όπως φαίνεται τουλάχιστον οι βασιλείς τους είχαν το δικαίωμα συμμετοχής στους μεγαλύτερους ελληνικούς αγώνες, τους Ολυμπιακούς.

Δύο μάλιστα από αυτούς, ο Αλέξανδρος ο Α΄ και ο Αρχέλαος, είχαν στεφτεί ολυμπιονίκες και το είχαν πολύ μεγάλη τιμή και καμάρι.

Παρ’ όλα αυτά, δεν υπάρχουν καθόλου μαρτυρίες για Μακεδόνες ολυμπιονίκες σε αγωνίσματα πέραν της αρματοδρομίας, τουλάχιστον μέχρι την εποχή των Φιλίππου του Β΄ και του Αλέξανδρου του Γ΄, κι αυτό, αναμφισβήτητα, θα πρέπει να λέει κάτι σχετικά με τον τρόπο που αντιμετώπιζαν τους ομόγλωσσους με αυτούς Μακεδόνες οι υπόλοιποι Έλληνες.

Οι ερμηνείες μπορεί να είναι διάφορες.

Κατά την γνώμη μου, όμως, ο σπουδαιότερος λόγος που έκανε τους αρχαίους Έλληνες να θεωρούν τους Μακεδόνες διαφορετικούς από αυτούς ήταν η απουσία της πολιτικής μορφής πόλης-κράτους από το αρχαίο βασίλειο της Μακεδονίας και ίσως ακόμα και η πολυεθνική δομή αυτού του βασιλείου που, εκτός από τους Έλληνες, περιλάμβανε πληθυσμούς Θρακών, Παιόνων και Ιλλυριών.

Για τους αρχαίους, οι Έλληνες ήταν πολίτες και οι Μακεδόνες υπήκοοι.

Η αντιπαλότητα και ο διαχωρισμός γίνεται περισσότερο σαφής και πιο έντονος μετά το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου, όπου σταδιακά η ισχύς του αρχαίου ελληνικού κόσμου και της πόλης-κράτους εξασθενεί, ενώ παράλληλα ισχυροποιείται –μέσα από σειρά διοικητικών μεταρρυθμίσεων– το βόρειο βασίλειο της Μακεδονίας.

Την εποχή δε του Φιλίππου του Β΄, οι νότιοι Έλληνες αντιλαμβάνονται πολύ καθαρά την απειλή του ισχυρού Μακεδόνα βασιλιά και συνασπίζονται εναντίον του σε έναν νυν υπέρ πάντων αγώνα επιβίωσης.

Η συντριβή των Ελλήνων –και κυρίως της Αθήνας και της Θήβας– στην μάχη της Χαιρώνειας το 338 π.Χ. σηματοδοτεί το τέλος της Αρχαίας Ελλάδας και της ανάδειξης της Μακεδονίας σε κυρίαρχη δύναμη στην χερσόνησο του Αίμου.

Τρία χρόνια αργότερα, ο νέος βασιλιάς Αλέξανδρος ο Γ΄ θα καταστρέψει ολοσχερώς την Θήβα και θα πουλήσει τους κατοίκους ως σκλάβους.

Η επιλογή του αυτή μονάχα τυχαία και παρορμητική δεν είναι.

Η Θήβα αποτελούσε την ισχυρότερη ελληνική πόλη-κράτος και η παραδειγματική καταστροφή της εδραιώνει την εξουσία των Μακεδόνων στην Ελλάδα, λίγο πριν ξεκινήσουν την εκστρατεία ενάντια στην Περσική αυτοκρατορία στην ανατολή.

Οι σχέσεις αγάπης-μίσους μεταξύ των νοτίων Ελλήνων και των Μακεδόνων συνεχίζονται με αμείωτη ένταση, μέχρι την εποχή που έρχονται οι Ρωμαίοι στην Ελλάδα και ξεσπούν οι πόλεμοι μεταξύ αυτών και των Μακεδόνων.

Στις συγκρούσεις αυτές, σημαντικός είναι ο ρόλος που διαδραματίζει και η Αιτωλική Συμπολιτεία που συμμαχεί με τους Ρωμαίους, συμβάλλοντας στην ήττα των Μακεδόνων.

Μετά τις ήττες στις μάχες των Κυνών Κεφαλών το 197 π.Χ. και της Πύδνας το 168 π.Χ. το βασίλειο της Μακεδονίας συντρίβεται από τις Ρωμαϊκές λεγεώνες.

Η Μακεδονία γίνεται ρωμαϊκή επαρχία και η κυρίως Ελλάδα «απελευθερώνεται» και μετατρέπεται σε ρωμαϊκό προτεκτοράτο.

Δηλαδή θα ρωτήσει πιθανά κάποιος, με βάση τα όσα λες η Μακεδονία δεν ήταν –παρά τις διαφορές και τις αντιθέσεις– πάντοτε ελληνική;

Η απάντηση είναι πως εξαρτάται από την εποχή στην οποία εξετάζει κανείς τα πράγματα.

Αν για παράδειγμα δει κάποιος τα στοιχεία της απογραφής του 1906 -από τους Οθωμανούς σε συνεργασία με το Οικουμενικό Πατριαρχείο-, θα διαπιστώσει ότι η Μακεδονία εκείνη την εποχή δεν ήταν και τόσο ελληνική.

Σύμφωνα με τα στοιχεία, 46% του τότε πληθυσμού ήτανε Μουσουλμάνοι (δηλαδή Τούρκοι), 25% Βούλγαροι Ορθόδοξοι (δηλαδή Σλάβοι), 25% Έλληνες Ορθόδοξοι και 4% άλλοι (κυρίως Εβραίοι).

Οι ισορροπίες αρχίζουν να μεταβάλλονται ουσιαστικά μετά τους νικηφόρους για την Ελλάδα Βαλκανικούς πολέμους.

Έτσι, στην πρώτη απογραφή μετά την λήξη των πολέμων αυτών, η ελληνική πολιτεία μιλά για 44% Έλληνες, 39% Μουσουλμάνους, 9% Βούλγαρους (δηλαδή Σλάβους) και 8% άλλους (Εβραίους, Βλάχους, κλπ).

Τελικά, σημαντικότατο και καθοριστικό ρόλο στην ελληνοποίηση της Μακεδονίας έπαιξε η Μικρασιατική καταστροφή και κυρίως η συνθήκη για την ανταλλαγή των πληθυσμών που υπογράφηκε μεταξύ του Βενιζέλου και του Κεμάλ Ατατούρκ το 1923.

Έτσι, στην απογραφή του 1928, το 89% του πληθυσμού της ελληνικής Μακεδονίας ήταν Έλληνες, το 5% Βούλγαροι-Σλάβοι και το υπόλοιπο 6% άλλης εθνικότητας.

Χωρίς δηλαδή την συμφωνία του Βενιζέλου με τον Κεμάλ, η ελληνική Μακεδονία σήμερα – έστω μεγάλα τμήματα της– θα ήταν από πληθυσμιακή άποψη όπως περίπου ο νομός Ροδόπης.

Αυτή ίσως υπήρξε η μεγαλύτερη προσφορά του τελευταίου μεγάλου Έλληνα πολιτικού που έβλεπε πιο μακριά από ότι οι περισσότεροι σύγχρονοί του και δρούσε αναλόγως.

Τα επόμενα χρόνια, το ελληνικό κράτος επικεντρώθηκε στον εξελληνισμό των μειονοτικών πληθυσμών που παρέμειναν στην Μακεδονία.

Ο Β΄Παγκόσμιος πόλεμος και η γερμανική κατοχή οδήγησαν στον αφανισμό των Εβραίων της Θεσσαλονίκης.

Ο Εμφύλιος πόλεμος που ακολούθησε την απελευθέρωση οδήγησε στην φυγή των σλαβόφωνων μειονοτικών από τα τμήματα της Βορειοδυτικής Μακεδονίας στα οποία είχαν μέχρι εκείνη την εποχή παραμείνει.

Δεν είναι επίσης κρυφό ότι το 30-40% της δύναμης των μαχητών του Δημοκρατικού Στρατού πάνω στον Γράμμο και στο Βίτσι ήταν Σλαβόφωνοι μειονοτικοί οι οποίοι δεν είχαν και την παραμικρή πιθανότητα επιστροφής πίσω στα χωριά τους μετά την λήξη των εχθροπραξιών.

Η παρουσία όλων αυτών στις τάξεις του ΔΣΕ συνέβαλε άλλωστε σε σημαντικό βαθμό στην διαμόρφωση των τότε θέσεων του ΚΚΕ σχετικά με το Μακεδονικό ζήτημα.

Σήμερα υπάρχουν στην Ελλάδα –κυρίως στον νομό Φλώρινας– 10 με 30 χιλιάδες Σλαβόφωνοι.

Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι μέσα στην «τρελή» 25ετία –1913 έως 1928– λάβανε χώρα τεράστιες μετακινήσεις πληθυσμών στον χώρο της σημερινής Μακεδονίας.

Άνθρωποι που είχαν τα σπίτια, τις περιουσίες και τους τάφους των προγόνων τους σε μέρη μακρινά, υποχρεώθηκαν τις περισσότερες φορές με την βία να εγκαταλείψουν τις εστίες τους και να περάσουν στην άλλη πλευρά των συνόρων.

Κάπως έτσι λοιπόν γεννιούνται οι κάθε λογής αλυτρωτισμοί, από την «Μεγάλη Βουλγαρία», την «Μεγάλη Μακεδονία» και την «Μεγάλη Ελλάδα».

Όμως, τα πάντα εξαρτώνται αποκλειστικά και μόνο από την ισχύ.

Ακόμα και τώρα υπάρχουν ανόητοι στην χώρα μας που ονειρεύονται να δουν ξανά την Πόλη ελληνική.

Παραμένουν όμως ανόητοι και γραφικοί –άρα και εντελώς ακίνδυνοι–, επειδή ακριβώς η ισορροπία των δυνάμεων δεν επιτρέπει κάτι τέτοιο.

Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για τους Σλαβομακεδόνες που ονειρεύονται την κατάκτηση της ελληνικής Μακεδονίας.

Σήμερα, βέβαια, οι συνηθισμένοι στα μνημόνια νεοέλληνες δεν μπορούν να δεχτούν τον όρο «Μακεδονία» ως συνθετικό του ονόματος του γειτονικού κράτους.

Κι ας το δέχονταν μια χαρά την εποχή που ο πατερούλης Τίτο διαφέντευε την μοίρα της πάλαι ποτέ ομόσπονδης Γιουγκοσλαβίας ή τώρα που περιλαμβάνεται στο «προσωρινό» -και μόνο για τους Έλληνες- όνομα της ΠΔΓΜ/FYROM.

Όμως, δεν έχει σημασία τι ακριβώς δέχονται ή δεν δέχονται οι Έλληνες.

Πρόκειται για ζήτημα ξανά ισχύος και όχι ονόματος.

Οι Σκοπιανοί, άλλωστε, είναι πολύ μικροί κι αδύναμοι για να επιβάλουν την παλαβομάρα τους.

Κι οι Έλληνες αρκετά εθελόδουλοι για να πράξουν κάτι διαφορετικό από αυτό που θα αποφασίσουν οι αφέντες των Βαλκανίων, Γερμανοί κι Αμερικάνοι.

Είτε «Άνω» είτε «Βόρεια» είτε «Νέα» Μακεδονία, τίποτα δεν πρόκειται να αλλάξει.

Φραπεδάκι στην παραλιακή, μπουγάτσα με τυρί ή μπουγάτσα με κρέμα.

Άντε και κανένα συλλαλητήριο την ώρα που δεν παίζει ο ΜΠΑΟΚ. Δε με λες και δε σε λέω, υποφέρεις κι υποφέρω.

Στην χώρα που έχει οικειοθελώς παραχωρήσει την ανεξαρτησία της στους δανειστές-εταίρους της για τα επόμενα 99 χρόνια (μόνο!), το όνομα που θα έχει κάποιο γειτονικό κρατίδιο δεν έχει την παραμικρή απολύτως σημασία.

Είναι καθαρά ζήτημα ισχύος.

Κι εμείς είμαστε εντελώς ανίσχυροι και παραδομένοι. Όπως κι αυτοί (οι Σκοπιανοί) άλλωστε.

Φιλιά πολλά από την –περίεργο που κατοικείται από ανθρώπους– Εσπερία

Ηλίας.

Υ.Γ.1 Συμπέρασμα: Η Μακεδονία σήμερα είναι σίγουρα ελληνική. Η Ελλάδα όμως δεν είναι.
Υ.Γ.2 Με έχει πιάσει συγγραφικός οίστρος. Ι am really sorry!

(Φίλε Ηλία, κάποιος είχε πει πως τα Βαλκάνια παράγουν περισσότερη Ιστορία απ’ όση μπορούν να καταναλώσουν. Νομίζω πως αυτό τα λέει όλα. Δεν υπάρχει τίποτα πιο γελοίο από προτεκτοράτα που ονειρεύονται αρχαίες δόξες και μεγαλεία. Προσκυνημένοι που νομίζουν πως είναι και ανώτεροι από τους άλλους. Να σου έχουν πάρει τη χώρα -χωρίς να έχεις αντιδράσει καθόλου- και να αισθάνεσαι απόγονος του Μεγαλέξανδρου. Όντως, η ηλιθιότητα δεν έχει όρια. Ηλία, δεν ξέρω τι λένε οι άλλοι αλλά εγώ αισθάνομαι πως ανήκω στην ίδια φυλή με τους Σκοπιανούς, με τους Έλληνες, και με όλους τους άλλους ανθρώπους. Ανήκω στην ανθρώπινη φυλή. Μια φυλή υπάρχει στον πλανήτη: η ανθρώπινη φυλή. Οπότε, όλοι οι πόλεμοι είναι εμφύλιοι. Και ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, εμφύλιος πόλεμος ήταν. Κάτω τα σύνορα, κάτω οι θρησκείες, κάτω όλα όσα χωρίζουν τους ανθρώπους. Κάποτε θα διαβάζουν οι άνθρωποι του μέλλοντος για εμάς, και θα γελάνε. Φίλε αναγνώστη, που διαβάζεις αυτό το κείμενο το 2320, θέλω να σου πω πως εγώ το έλεγα πως είμαστε μια φυλή και πως μπορούμε να ζήσουμε όλοι αδελφωμένα. Αλλά δεν πρόλαβα να το ζήσω. Πιες ένα κρασί στην μνήμη μου. Και χτύπα κι έναν μπάφο. Ελληνικό, όχι σκοπιανό. Να είσαι καλά, Ηλία. Και να γράφεις γιατί πλησιάζει το καλοκαίρι που θα πάρω σβάρνα τα νησιά, οπότε πρέπει να γράφεις εσύ πιο πολύ, ώστε να κάνω μπάνια με την ησυχία μου. Την αγάπη μου.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.