Καλή αντάμωση

Πιτσιρίκο μου, γεια σου.
Δεν θα σου γράψω το πώς, πότε και γιατί έφυγα από την Ελλάδα, δεν διαφέρει άλλωστε και πολύ από τις ιστορίες που έχουν ήδη γραφτεί.

Εγώ αναρωτιέμαι αν η ξενιτιά συνηθίζεται ποτέ.

Με τον όρο «ξενιτιά», δεν εννοώ την προσαρμογή σε μια άλλη χώρα· αυτή θεωρώ πως είναι το σχετικά εύκολο κομμάτι, η καθημερινότητα· άλλωστε, στη Δυτική και Βόρεια Ευρώπη είναι πιο εύκολη από εκείνη της Ελλάδας και, αν η επαγγελματική αποκατάσταση είναι ικανοποιητική, τότε όλα τα άλλα βρίσκονται.

Αυτό που εννοώ είναι αν συνηθίζει ποτέ κανείς την ιδέα ότι κάθε τρεις και λίγο θα αποχωρίζεται τους δικούς του ανθρώπους, διερωτώμενος κάθε φορά αν και πότε θα τους ξαναδεί.

Χαιρέτησα τον πατέρα μου δυο χρόνια πριν σε ένα αεροδρόμιο και δεν τον ξαναείδα ζωντανό ποτέ πια.

Έζησε, όμως, άλλους πέντε μήνες μετά από αυτό· απλά, εγώ δεν ήμουν εκεί.

Έχασα τους τελευταίους μήνες της ζωής του, πιτσιρίκο, και αυτό με δυσκολεύει πολύ.

Θέλω να γυρίσω όσο τίποτα πίσω, και, κάθε φορά που χαιρετάω τη μάνα μου και τα αδέρφια μου, διαπιστώνω ότι στο βάθος του μυαλού μου σκέφτομαι αν τους είπα όλα όσα ήθελα, αν έκανα όλα όσα ήθελα μαζί τους για να μην αφήσω «εκκρεμότητες» στην περίπτωση που η ζωή τα φέρει αλλιώς πάλι.

Η αίσθηση που έχω λοιπόν είναι ότι κάθε κάποιους μήνες ξενιτεύομαι και κάθε φορά είναι χειρότερη από την προηγούμενη και κάθε φορά χρειάζομαι όλο και περισσότερες μέρες να συνέλθω.

Και βλέπω ότι τώρα με τα παιδιά αυτό γίνεται όλο και πιο δύσκολο αλλά δεν μπορώ να γυρίσω πίσω, πιτσιρίκο μου, κι αυτό με πληγώνει βαθιά.

Κι αφού δεν μπορώ να γυρίσω, θα πρέπει μάλλον να βρω ένα τρόπο να συνηθίσω να αποχαιρετάω τους δικούς μου σε αυτό το ίδιο αεροδρόμιο που είδα τελευταία φορά τον πατέρα μου.

Ξέρεις, όποτε πηγαίνω πλέον, περνάω από το σημείο που τον αγκάλιασα τότε και κοντοστέκομαι, και χαίρομαι που εκείνη η αγκαλιά ήταν τόσο γεμάτη αγάπη και τρυφερότητα.

Καλή αντάμωση ευχόμαστε σε κάθε αποχωρισμό, και για μένα είναι σαν να προσπαθούμε να ξορκίσουμε το κακό, τόσο εμείς που φεύγουμε όσο και αυτοί που μένουνε.

Να είσαι καλά

Ε.

(Αγαπητή φίλη, ο πατέρας σας ήξερε πως τον αγαπούσατε. Και θα ήθελε να είστε κάπου που είστε καλά. Αυτό επιθυμούν οι γονείς για τα παιδιά τους. Οι γονείς μεγαλώνουν τα παιδιά τους με αγάπη και τα προετοιμάζουν να φύγουν από κοντά τους. Να μεγαλώνεις κάποιον με αγάπη, για να φύγει μακριά σου. Αυτή είναι η ιδανική αγάπη. Ανιδιοτελής αγάπη. Κι ας κάνουν πολλοί παιδιά από εγωισμό. Στην πορεία, αυτό αλλάζει. Αν σας βοηθάει λίγο, ούτε εγώ ήμουν δίπλα στον πατέρα μου, όταν πέθανε. Του έβγαλα το τελευταίο αεροπορικό εισιτήριο -σε φορείο- για τη Ζάκυνθο, την πατρίδα του, πήγαμε εμείς με το αυτοκίνητο, μείναμε μερικές μέρες, αλλά, αν και ξέραμε ότι θα πεθάνει, δεν ξέραμε πότε θα γίνει αυτό, οπότε, μετά από τη συμβουλή του γιατρού -που μας είπε να φύγουμε γιατί μπορεί να ζούσε και μήνες-, επιστρέψαμε στην Αθήνα για να δουλέψουμε, γιατί δεν είχαμε πια μία. Λίγες μέρες μετά, ο πατέρας μου πέθανε. Δεν προλάβαμε να είμαστε εκεί. Αυτός ήταν και ο λόγος που δεν ήθελα -11 χρόνια μετά- να κάνουμε ευθανασία στη γάτα του, η οποία πέθανε στα γόνατά μου. Το να φεύγεις είναι λίγο σαν να πεθαίνεις, λένε οι Γάλλοι. Κι έχουν δίκιο. Καμιά φορά σκέφτομαι πως ταπώνουμε τόσο πολύ τα συναισθήματά μας, που θα σκάσουμε. Δεν λέω να ζούμε σε συναισθηματική ακράτεια, αλλά κι αυτό το πράγμα που είμαστε ψυχροί με τους ανθρώπους και παθιασμένοι με τις δουλειές μας, είναι πολύ άρρωστο πράγμα. Να είστε καλά. Σας ευχαριστώ. Την αγάπη μου.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.