Ακροβάτες δίχως δίχτυ ασφαλείας

Καλημέρα Πιτσιρίκο,
Ευχαριστώ πολύ για την ευκαιρία που δίνεις σε εμάς τους “εκτός έδρας” να ψυχαναλυθούμε, γράφοντας. Γιατί, βασικά, αυτό είμαστε όσοι μεταναστεύσαμε στο εξωτερικό: εκτός έδρας.

Αφήνεις τον τόπο που μεγάλωσες και τα οικεία σου πρόσωπα, τον κοινωνικό ιστό προστασίας σου, τη γλώσσα, την εξωλεκτική σου επικοινωνία, τις συμπεριφορές, τους ήχους, τα αστεία, τις μυρωδιές, τις γεύσεις που σου είναι οικείες -αν βρεις ντομάτα που να μυρίζει ντομάτα έξω στείλε μου και εμένα- και σαλπάρεις για άλλες πολιτείες.

Και αυτή η μετάβαση συνοδεύεται, ακόμη και τώρα, στον καιρό της παγκοσμιοποίησης και παρά το ότι ενηλικιώθηκες με αμερικάνικη τηλεόραση και ξέρεις τι είναι mall, Halloween, Santa Claus, με μύρια όσα προβλήματα.

Γιατί είσαι “εκτός έδρας”.

Γιατί αποφασίζει ένας άνθρωπος να φύγει από τη χώρα του;

Στη δική μου περίπτωση -τι πρωτότυπο- επειδή εκνευρίστηκα τρομερά με τους “μέσα”.

Και εξηγούμαι:

Είμαι γιατρός και εδώ και έξι περίπου χρόνια ζω στη Γερμανία.

Γόνος ταπεινοτάτης και φτωχοτάτης καταγωγής, από παιδάκι θυμάμαι να τα κάνω όλα σωστά για τα κοινωνικά δεδομένα: πρώτος στην τάξη, σημαιοφόρος, απουσιολόγος, πανελλήνιες, υποτροφίες σπουδών λόγω επίδοσης και όχι λόγω γνωστών, υποτροφίες μετεκπαίδευσης στην Αμερική μετά την ειδικότητα, μεταπτυχιακό, διδακτορικό, διεθνείς δημοσιεύσεις κλπ.

Ένα μείγμα Δημήτρη Παπαμιχαήλ/Βασιλάκη Καΐλα στο “λουστράκο” και Τσάκωνα στο “Μάθε παιδί μου γράμματα”, με ηχητική υπόκρουση Ζαμπέτα από το “Ο πιο καλός ο μαθητής”.

Και όλα αυτά τα έκανα με χαρά, πρώτον επειδή λατρεύω την επιστήμη μου και δεύτερον επειδή θέλω να είμαι “χρήσιμος άνθρωπος στην κοινωνία”, ον έστιν μεθερμηνευόμενον “γρανάζι του συστήματος”.

Όχι, δεν με ενοχλεί το σύστημα, αρκεί να λειτουργεί το ρημάδι και να εξυπηρετεί το σκοπό του, δηλαδή το κοινωνικό σύνολο.

Κάποια στιγμή, το 2012, βρίσκομαι σε δεινή οικονομική και επαγγελματική κατάσταση:

επικουρικός επιμελητής στην Αθήνα, απλήρωτες εφημερίες και υπερωρίες, τελειώνει η σύμβαση, η ανεργία γνέφει.

Παράλληλα, έχω κριθεί για μόνιμος επιμελητής ΕΣΥ σε έξι νοσοκομεία -δεν περιαυτολογώ αλλά είχα καλό βιογραφικό- αλλά λόγω μνημονίων έχουν παγώσει οι διορισμοί.

Ακόμη και στο Νοσοκομείο που έχω κριθεί για μόνιμη θέση, δεν επιτρέπεται να δουλέψω με προσωρινή σύμβαση επικουρικού γιατρού.

Το ταίρι μου, γιατρός επίσης, ταλαιπωρείται με απλήρωτες εφημερίες και νύχτες γεμάτες κούραση.

Στο τέλος του μήνα έχουμε καταφέρει εκείνη και εγώ να έχουμε ένα δεκάευρο στην τσέπη και να μην ξέρουμε αν θα αγοράσουμε τυρί ή σαμπουάν.

“Φακελάκια” δεν ανήκαν ποτέ στο λεξιλόγιό μας, και μόνο σπάταλοι στην οικονομική διαχείριση δεν μπορούσαμε να χαρακτηριστούμε.

Θυμάμαι τη μέρα που αποφάσισα να φύγω: ήταν όταν πήγα να ρωτήσω τον πρώην διευθυντή μου, ο οποίος είχε μεταπηδήσει στον ιδιωτικό τομέα και με παρακαλούσε να πάω να δουλέψω μαζί του, αν είχε δουλειά για μένα.

Απάντηση αρνητική.

Πάω την ίδια μέρα στο υπουργείο και ρωτάω τι γίνεται με τους διορισμούς.

Απάντηση ασαφής, υπονοούμενο βρες κάποιον να “σπρώξει”.

Ε, όχι κύριοι, δεν θα παρακαλέσω για αυτό που μου αξίζει.

Καλύτερα να φύγω, παρά να εξαρτηθώ από εσάς για εκδούλευση.

Παράλληλα, για όποιον θυμάται, η πολιτική κατάσταση στη χώρα ήταν και το 2012 εκρηκτική: ήταν η εποχή της πιο φανατικής δεξιάς και αριστερής πλειοδοσίας και συνθηματολογίας, όταν όλοι ήθελαν να καεί, να καεί …η Βουλή, το σπίτι και το αμάξι του γείτονα, να πλακώσουν οι μεν τους δε στο ξύλο, όταν η ακροδεξιά φιλολογία είχε τρελή αποδοχή.

Όταν η επίκληση της λογικής και η εφαρμογή θεσμών για να αποδώσουμε νηφάλια ευθύνες ήταν απαγορευμένη.

Την Άνοιξη του 2012 όλοι ήθελαν να δείρουν.

Εμένα μου έκανε εντύπωση ότι κανείς δεν σκεφτόταν πως μπορεί να ανήκε σε αυτούς που θα έτρωγαν ξύλο.

Δεν ήθελα πια να είμαι μέρος αυτής της ομαδικής παράκρουσης και του κοινωνικού μίσους.

Δεν αναγνώριζα τους φίλους μου.

Και έτσι γύρισα σπίτι και έκανα αιτήσεις: την Αμερική την απέκλεισα επειδή ήταν μακριά και ήθελα να είμαι κοντά στη μάνα και τα αδέρφια μου (ο πατέρας μου -Θεός σχωρέστον- είχε εγκαταλείψει τον μάταιο τούτο κόσμο λίγα χρόνια νωρίτερα. Ευγνώμων είμαι και στους δύο που με τόσους κόπους και θυσίες μας ανέθρεψαν).

Έτσι, αποφάσισα να στείλω αιτήσεις στη Γαλλία, στην Ελβετία αλλά και στη Γερμανία, χωρίς όμως να ξέρω Γερμανικά.

Πίστευα ότι, αν με δεχόντουσαν, θα τη μάθαινα τη γλώσσα.

Και στο κάτω-κάτω της γραφής, ακόμη και αν δεν πετύχαινε με τη δουλειά θα έμενε ως κέρδος η ξένη γλώσσα.

Με δέχτηκαν στο Παρίσι ως γιατρό και σε μια μικρή Πανεπιστημιούπολη της Γερμανίας ως ερευνητή.

Οι Γερμανοί μου έστειλαν και τα χρήματα για το αεροπορικό εισιτήριο για τη συνέντευξη, οι Γάλλοι όχι.

Είδα και τα ενοίκια και προτίμησα τη Γερμανία.

Θεωρούσα μάλιστα πως έκανα και επαναστατική πράξη, επειδή θα έπαιρνα λεφτά από τους Γερμανούς.

Είχα τότε την τρελή ιδέα πως, αν ένα εκατομμύριο Έλληνες μετανάστευαν μαζικά στη Γερμανία, τότε οι Γερμανοί θα μας άφηναν στην ησυχία μας, φοβούμενοι μην πλακώσουν κι άλλοι.

Αποδείχθηκε πως, αν και μετανάστευσε μισό εκατομμύριο, οι Γερμανοί βολεύτηκαν με αυτή την κατάσταση.

Πριν φύγω, μίλησα με έναν σοφό δάσκαλό μου από την εποχή που ήμουν στην Αμερική.

Του είπα πως δεν ήθελα να εγκαταλείψω τη χώρα μου, όταν με χρειάζεται.

Μου απάντησε πως, αν η χώρα μου με χρειαζόταν, θα είχε ήδη βρει τρόπο να με απασχολήσει στην υπηρεσία της.

Ξεκίνησα ταχύρρυθμα μαθήματα Γερμανικών, δανειστήκαμε 4.000 Ευρώ από μια θεία -να ‘ναι καλά-, βρήκα δύσκολα διαμέρισμα να νοικιάσω (ποιος νοικιάζει σε μαυρούλη που δεν μιλάει τη γλώσσα;) και ξεκίνησα.

Συμβόλαιο ενός χρόνου. Δύο μήνες αργότερα ήρθε και η γυναίκα μου. Άφησε τη δουλειά της και ξεκίνησε Γερμανικά στο πανεπιστήμιο που ήμουν.

Στην αρχή ήταν όλα ονειρεμένα στη Γερμανία: πληρωνόσουν στην ώρα σου, ο μισθός μου ήταν όσο και των δυο μας μαζί στην Ελλάδα με τις εφημερίες, σεβόντουσαν τα ωράριά σου, η φύση ήταν υπέροχη, με χιόνια, με κρύο, έβλεπες τις εποχές να αλλάζουν.

Μάθαινες και τη γλώσσα και ένιωθες να προοδεύεις.

Βρήκαμε και καλούς φίλους και όλα φαινόντουσαν ωραία.

Αισθανθήκαμε ελεύθεροι, βγήκαμε από το κλουβάκι που ήμασταν στην Ελλάδα σαν χάμστερ, που αποστολή τους είχαν να τρέχουν στον κυλιόμενο τροχό, προσμένοντας το τέλος που δεν έρχεται ποτέ.

Υπήρχαν φυσικά και δυσκολίες: η γερμανική γραφειοκρατία μπορεί να είναι χειρότερη από την ελληνική και πλήτει και τον ιδιωτικό τομέα.

Ακόμη και ραντεβού στο συνεργείο αυτοκινήτων για λάστιχα πρέπει να κλείσεις.

Δεν περιγράφω γραφικές καταστάσεις πώς μας έστειλαν ταχυδρομικώς άδειους φακέλους που έπρεπε να περιέχουν το πτυχίο των Γερμανικών, πως η άδεια ασκήσεως επαγγέλματος στάλθηκε ταχυδρομικώς στην Κροατία, πως, για να αλλάξουμε πινακίδες στο αμαξάκι από την Ελλάδα, πληρώσαμε 230 ευρώ αντί για 30 επειδή ο υπάλληλος δεν ήξερε πως η Ελλάδα είναι στην ΕΕ και εμείς δεν καταλαβαίναμε λέξη κλπ.

Και όταν μετά το καταλάβαμε και ζητήσαμε εξηγήσεις, αυτοί έκαναν τις πάπιες.

Με τον καιρό και μετά από τεράστια προσπάθεια, καταφέραμε να μπούμε στο σύστημα.

Βρήκαμε και οι δύο δουλειές ως γιατροί, στην αρχή μακριά ο ένας από τον άλλο, μετά επιτέλους μαζί.

Στην ξένη χώρα, όταν δεν μιλάς καλά τη γλώσσα, σε θεωρούν ηλίθιο.

Και αυτό σε κάποιο βαθμό ισχύει επειδή η έκφραση ενισχύει τη σκέψη και τούμπαλιν.

Πολλές φορές υποτιμηθήκαμε λόγω γλώσσας, από την άλλη έτσι θα φερόντουσαν και τα δικά μας γεροντάκια, αν ο γιατρός τους μιλούσε ελληνικά όπως ο Μπάγιεβιτς.

Εν πάση περιπτώσει, νωρίς καταλαβαίνεις όχι μόνο πως οι απαιτήσεις του συστήματος είναι διαφορετικές από ό,τι ήξερες αλλά και ότι δεν σε περιμένανε για μεγαλοστέλεχος αλλά για να βουλώσεις τις τρύπες του δικού τους συστήματος.

Οικονομικά, ανεβαίνεις και -σε σύγκριση με την Ελλάδα- αμείβεσαι πλουσιοπάροχα αλλά, ιεραρχικά, θέλουν να μείνεις χαμηλά.

Πρέπει να δώσεις μεγάλο αγώνα, για να δείξεις πως θέλεις και αξίξεις αυτό που για τους Γερμανούς με τα ίδια προσόντα είναι αυτονόητο.

Επίσης, η Γερμανία είναι χώρα καπιταλιστική και καμμία σχέση δεν έχει με το δικό μας γαλατικό χωριό, ακόμη και τώρα.

Εδώ η εκμετάλλευση του εργαζόμενου είναι επιστήμη και έχει γίνει αποδεκτή από τον λαό (οι Έλληνες τουλάχιστον νοερά αναγνωρίζουν την εκμετάλλευση).

Οι Audi, Mercedes, BMW, VW, Opel, Siemens, Bosch, καθορίζουν την πολιτική και την οικονομία.

Η απορρύθμιση της αγοράς εργασίας κυριαρχεί.

Προσωρινά συμβόλαια, μερική απασχόληση λόγω φορολογίας 60% για τις γυναίκες που εργάζονται, αυστηροί έλεγχοι της παραγωγικότητας.

Και οι Γερμανοί θέλουν να λουφάρουν αλλά δεν μπορούν επειδή ο φόρτος εργασίας και οι έλεγχοι είναι αμείλικτοι.

Ακόμη και τώρα, στη λαμπρή εποχή της ευμάρειας, πρέπει να δεις πόσοι άνθρωποι ψάχνουν τους κάδους απορριμμάτων για πλαστικά μπουκάλια που επιστρέφουν στο σουπερμάρκετ έναντι αμοιβής.

Σε κάθε χώρα, ο καπιταλισμός σου δίνει τόσα όσα για να επιβιώσεις αλλά όχι να ζήσεις.

Θέλει να χρησιμοποιείς τον χρόνο σου για αυτόν, όχι για τον εαυτό σου (αυτά τα λέει ένας μη αριστερός).

Από την άλλη, η δουλειά δεν είναι μόνο βιοπορισμός.

Είναι δημιουργία, είναι σημάδι πως η κοινωνία σε υπολογίζει και σε χρειάζεται για συγκεκριμένο έργο, υποστηρίζει τον αυτοσεβασμό και την ανεξαρτησία σου.

Και αυτή την ανεξαρτησία, την οικονομική και του πνεύματος που προσφέρει η εργασία και η δίκαιη ανταμοιβή της τσακίστηκε στην Ελλάδα.

Σκεφτόμαστε να γυρίσουμε;

Στην αρχή το σκεφτόμασταν συνέχεια.

Το υποδαύλιζαν και οι κάτω: κάθε δίμηνο έπαιρναν τηλέφωνο από κάποιο νοσοκομείο και μου έλεγαν: “επίκειται ο διορισμός σας, ειδοποιήστε μας αν θα έρθετε” με τσαχπινιά Τζένης Καρέζη στο “Δεσποινίς Διευθυντής”.

Φυσικά, δεν συνέβαινε τίποτα.

Μετά από πολλά χρόνια, άρχισαν πραγματικά να έρχονται οι διορισμοί.

Αλλά τότε δεν θέλαμε να γυρίσουμε.

Μάθαμε τη γλώσσα, βρήκαμε καλούς φίλους Έλληνες, άρχισε να μας λείπει το κρύο και τα ψητά λουκάνικα το χειμώνα, οι ειδήσεις δεν ήταν τρομοκρατία -ακόμη και όταν έπρεπε να είναι-, δεν έπρεπε να σκέφτεσαι πως η ζωή σου εξαρτάται από έναν παλαβό πολεμοχαρή κάποια χιλιόμετρα ανατολικά και πολλούς παλαβούς στην πλατεία Συντάγματος.

Μπορούσες πρακτικά να βοηθήσεις τη μάνα σου και τα αδέρφια σου στην οικονομική δυσχέρεια, στις χαρές και στις λύπες που απαιτούν έξοδα.

Επιστημονικά προοδεύσαμε.

Eίχαμε την αίσθηση ότι κάτι προσφέρουμε στο κοινωνικό σύνολο, ότι κάτι κάνουμε για τους ανθρώπους εδώ.

Και τώρα, είμαστε αναποφάσιστοι.

Όταν κατεβαίνω στην πατρίδα, είναι σαν να μην έλειψα μια μέρα, σαν να μην υπήρξε ποτέ η Γερμανία.

Τόσο ισχυρό είναι το “εντός έδρας”.

Μετά από δυο εβδομάδες, όμως, λέει η γυναίκα μου, που είναι ποτάμι συναισθήματος και ταυτόχρονα βράχος λογικής: “άντε, να γυρίσουμε σπίτι μας” και εννοεί τη Γερμανία.

Αν κάνουμε και κανένα παιδάκι, νομίζω πως θα μείνουμε οριστικά.

Από την άλλη, μπορεί και να μας τη βαρέσει και να τα αφήσουμε όλα εδώ και να γυρίσουμε.

Όταν ήρθαμε εδώ, δεν είχαμε δίχτυ ασφαλείας.

Το να γυρίσουμε στο γνωστό μας χάος δεν θα είναι πολύ δυσκολότερο.

Εξάλλου, είμαστε γέννημα θρέμα συστήματος, παιδείας και παραπαιδείας, εξυπνάδας και κουτοπονηρίας, ευλάβειας και θρησκοληψίας, πατριωτισμού και ιδεοληψίας, φιλότιμου και ψευτομαγκιάς αμιγώς ελληνικής.

Και αν δεν γυρίσουμε, επίσης κανένα πρόβλημα για την πατρίδα.

Διότι, ως γνωστόν, “η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει”.

Εδώ και πέντε χιλιάδες χρόνια ξεχειλίζει από ταλέντα και φτιάχνει αποικίες και παροικίες, χαρίζει απλόχερα κοσμοπολίτες και παραμένει στην ομφαλοσκόπησή της επειδή το μπορεί.

Αν μας χρειαστεί, θα σπεύσουμε.

Αν όχι, οι φίλοι και τα αδέρφια μας, που είναι “εντός” και με τα θεριά πολεμάνε θα την κρατάνε ζωντανή.

Ζήτησες επιστολή, Πιτσιρίκο, έστειλα μυθιστόρημα.

Πλατείασα αλλά έτσι είναι με την τζάμπα ψυχανάλυση. Τα έγραψα και ξαλάφρωσα λίγο.

Liebe Grüße aus Deutschland,

Φ.

(Αγαπητέ φίλε, πολύ μου αρέσει που τα γράφετε έτσι cool. Θα βοηθάει και το επάγγελμα. Τόσα έχετε δει, τι να σας πουν η χρεοκοπία και η μετανάστευση; Επίσης, το επάγγελμά σας βοηθάει να μην μείνετε ποτέ άνεργος. Πάντα κάπου θα χρειάζονται γιατρούς. Είναι από τα λίγα επαγγέλματα πια που δεν χρειάζεται αυτός που το κάνει να αλλάξει δουλειά στην διάρκεια της ζωής του. Δεν σας φοβάμαι εσάς. Θα κάνετε το σωστό. Κι αν πάτε να ξεφύγετε, υπάρχει και η γυναίκα σας, για να σας γειώσει. Πάντως, σκεφτείτε να επιστρέψετε. Σας ευχαριστώ. Καλή ζωή. Την αγάπη μου.)

Το pitsirikos.net χρειάζεται τη βοήθειά σου

Στήριξε οικονομικά το pitsirikos.net, αν θεωρείς πως καλό είναι να υπάρχουν στην Ελλάδα και κάποιες φωνές που δεν δουλεύουν για τον Μαρινάκη, τον Αλαφούζο, τον Σαββίδη και τα άλλα παιδιά, οπότε μπορεί να διαβάσεις ή να ακούσεις κάτι διαφορετικό από αυτό που συμφέρει τους ολιγάρχες. Οι τρόποι στήριξης εδώ.

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.