Arbeit macht frei

Πραγματικά συγκλονιστικό το κείμενο που σου έστειλε η Έφη, φίλε Πιτσιρίκο. Δεν υπάρχουν νικητές σε αυτή την ιστορία, μονάχα χαμένοι. Ο καθένας διαχειρίζεται όπως καλύτερα μπορεί την ήττα του. Συνεχίζει κι επιβιώνει με τον τρόπο που βρίσκει.

«Μη ρωτάτε για τις ζωές μας, όταν συναντιόμαστε ψηφιακά. Είναι απαράλλαχτες. Ρωτήστε για εμάς» γράφει η Έφη. «Οι ζωές μας είναι απαράλλαχτες, αλλά εμείς ποτέ πια δε θα είμαστε ίδιοι».

Κανείς δεν είναι πια ίδιος, είτε το αναγνωρίζει αυτό είτε το αγνοεί.

Πέρασε από πάνω μας μια καταστροφή, ένα τεράστιο κύμα.

Δεν έχουμε ακόμα σωθεί. Απλά, επιπλέουμε ακόμα. Είτε έξω, είτε μέσα.

Και μετά έρχονται τα επόμενα κείμενα των φίλων με το διαχρονικό ερώτημα γιατί σπαταλούμε την ζωή μας δουλεύοντας σαν τα γαϊδούρια -τα σκυλιά ως γνωστό δεν δουλεύουν- μέχρι τα στερνά μας, βρίσκοντας «παρηγοριά» και «σκοπό» στην κατανάλωση και στην ματαιοδοξία.

Γιατί κάνουμε αυτές τις επιλογές;

Είμαστε τόσο ανόητοι που δεν αντιλαμβανόμαστε την παγίδα;

Ξεκινώ την παράθεση των δικών μου απόψεων για το θέμα, με μια λίγο-πολύ θλιβερή διαπίστωση:

Δεν επιλέγουμε.

Στην ουσία, ποτέ δεν έχουμε –οι περισσότεροι τουλάχιστον– το δικαίωμα να επιλέξουμε μεταξύ μιας ζωής δουλείας και μιας ζωής ελευθερίας.

Αυτό είναι εξαιρετικά προφανές στις λεγόμενες υποανάπτυκτες και αναπτυσσόμενες χώρες, εκείνες δηλαδή τις περιοχές του πλανήτη που εκμεταλλεύονται σκληρά οι Δυτικοί, προκειμένου να διατηρήσουν κάποια επιδόματα και κάποιες υποτυπώδεις παροχές που τους επιτρέπουν να κρατούν ζωντανή την ψευδαίσθηση του αυτοκαθορισμού και της προσωπικής τους «ελευθερίας».

Κάποτε –δεν θυμάμαι πού– είχα διαβάσει τον εξής ορισμό για τον φτωχό άνθρωπο: φτωχός είναι εκείνος που για να διατηρήσει ένα ανεκτό επίπεδο διαβίωσης είναι υποχρεωμένος να εργάζεται, αφού, αν σταματήσει να το κάνει, θα χάσει όλα αυτά που ήδη απολαμβάνει.

Οι περισσότεροι βρισκόμαστε λίγο-πολύ σε αυτή την θέση, με διαφορετικά βέβαια επίπεδα διαβίωσης ο καθένας από μας.

Αν σταματήσουμε να εργαζόμαστε, ο κίνδυνος να μην τα καταφέρουμε και να βυθιστούμε στον πάτο της καπιταλιστικής θάλασσας είναι πάρα πολύ μεγάλος.

Κι από ό,τι φαίνεται, είτε εμείς είτε τα παιδιά μας θα υποχρεωθούμε να ξεχάσουμε την προοπτική της συνταξιοδότησης και της ολιγόχρονης ανάπαυσης πριν από τον θάνατο.

Μάλλον θα αναγκαστούμε να εργαζόμαστε –αν είμαστε «τυχεροί»- μέχρι τα βαθιά μας γεράματα ή να γκρεμιστούμε στην άβυσσο της ανέχειας, εκεί όπου έχουν καταδικαστεί εκατομμύρια συνάνθρωποι σε όλο τον πλανήτη, με τους οποίους δεν ασχολείται κυριολεκτικά κανείς.

Δεν υπάρχουν επιλογές σε αυτό το επίπεδο και οι ισχυροί το γνωρίζουν αυτό πολύ καλύτερα από εμάς και διαμορφώνουν ανάλογα τις τακτικές και την στρατηγική τους.

Οι φτωχοί άνθρωποι έχουν μονάχα μία στιγμή επιλογής στην ζωή τους –μια επιλογή που μπορεί να αλλάξει την ζωή τους– χρονικά νωρίτερα από την στιγμή που θα «αποφασίσουν» να δουλέψουν ή να μην δουλέψουν σκληρά.

Γιατί, συνήθως, την στιγμή που θα κληθείς να «αποφασίσεις» αν θα δουλεύεις σύμφωνα με τις κ@ύλες του εργοδότη ή λιγότερο ή καθόλου, ακούς το κλάμα ενός παιδιού –του δικού σου παιδιού– που σου λέει «δούλεψε ρε μ@λάκα τι περιμένεις;».

Οι φτωχοί άνθρωποι έχουν μονάχα μία επιλογή στην ζωή τους, την επιλογή ανάμεσα στην ατομικότητα και στην συλλογικότητα, την επιλογή ανάμεσα στην σισύφεια προσπάθεια της μοναχικής επιβίωσης κι «επιτυχίας» και στον οργανωμένο αγώνα μαζί με τα εκατομμύρια των ομοιών τους προκειμένου να δώσουν ένα νόημα στην ζωή τους διαφορετικό από την έμμισθη -άμεση και έμμεση- δουλεία.

Το γνωρίζουν αυτό οι πλούσιοι και χτυπούν νωρίς, από τα πρώτα χρόνια της εκπαίδευσης και της συνειδητοποίησης.

Το ισχυρό μήνυμα που εκπέμπουν δεν είναι το προτεσταντικό «Ευαγγέλιο της εργασίας», αλλά το καπιταλιστικό «Ευαγγέλιο του ατομικισμού».

Καθετί συλλογικό είναι μιαρό και κατακριτέο.

Η εποχή αποθεώνει τα πιο ασήμαντα ατομικά δικαιώματα και συντρίβει όλα τα κοινωνικά και όλα τα πανανθρώπινα.

Ο Φιντέλ το είχε επισημάνει από την δεκαετία του ’60.

Μα ο Φιντέλ είναι νεκρός, όπως νεκρές είναι και οι όποιες εστίες αμφισβήτησης –με τα καλά και τα στραβά τους– υπήρχαν στις προηγούμενες δεκαετίες.

Σήμερα ο κώλoς της Καρντάσιαν τραβάει την προσοχή περισσότερων φτωχών από ό,τι οι απόψεις πχ του Τσόμσκι ή του Ταρίκ Αλί, κάποιων από τους τελευταίους της αμφισβήτησης που όπου να ‘ναι θα τους αποχαιρετίσουμε μοιραία κι αυτούς.

Το αμέσως επόμενο ουσιαστικό μήνυμα που προωθούν αφορά την απάντηση στο θεμελιώδες ερώτημα «για ποιον δουλεύουμε».

Ε, λοιπόν πολύ λίγοι πια γνωρίζουν ότι δουλεύουν για να αυξάνεται το βιός του εργοδότη τους.

Οι περισσότεροι αγωνίζονται ενάντια στον συνάδελφό τους στο διπλανό γραφείο και σε αυτόν τον αόρατο και απειλητικό τύπο που καραδοκεί για τους πάρει την θέση εργασίας, στον άνεργο, στον οικονομικό μετανάστη και στον πρόσφυγα.

Κι όταν δεν ξέρεις ποιος είσαι και περνάς το μεγαλύτερο κομμάτι της ζωής σου φοβισμένος μέσα στο σκοτάδι, η απόσταση που σε χωρίζει από τον φασίστα που κρύβεις μέσα σου μικραίνει επικίνδυνα.

Από την άλλη, όσο λογικό κι αν φαίνεται στα δικά μας τα μάτια το σενάριο του «βασικού εισοδήματος» για όλους, άλλο τόσο παράλογο φαίνεται στους καπιταλιστές-εξουσιαστές.

Κατά την ταπεινή μου άποψη, ακόμα κι αν συναινέσουν στην χορήγηση του, αυτό δεν θα αφορούσε όλους (όπως θα επιθυμούσαμε εμείς) αλλά κάποιους (όπως θα ήθελαν αυτοί) και θα συνοδευόταν από κατάργηση των συντάξεων καθώς και των περισσοτέρων επιδομάτων.

Το αξιοπρεπές βασικό εισόδημα για όλους δεν θα χαριστεί, θα πρέπει να διεκδικηθεί και να κερδηθεί.

Τίποτα δεν είναι ώριμο τέκνο μονάχα της ανάγκης, χρειάζεται και η οργή να βάλει το χεράκι της.

Χωρίς όμως οργανωμένη συλλογική διεκδίκηση, δεν πρόκειται να αλλάξει τίποτα προς το καλύτερο.

Κι από ό,τι φαίνεται μάλλον τίποτα δεν πρόκειται να αλλάξει.

Κι οι «τυχεροί» θα δουλεύουν μέχρι να τα κακαρώσουν και οι «άτυχοι» θα παρακαλούν για την ελεημοσύνη του κράτους ή των ΜΚΟ.

Μονάχα λίγοι –ικανοί και τυχεροί μαζί– που θα καταφέρουν να εκμεταλλευτούν τις ρωγμές του συστήματος και τις δυνατότητες που ανοίγονται με τις νέες τεχνολογίες θα μπορούν να ζουν περισσότερο και να εργάζονται λιγότερο.

Φιλιά από την Εσπερία

Ηλίας

Υ.Γ. Η φράση « Arbeit macht frei” (η εργασία απελευθερώνει) χρησιμοποιήθηκε από τους Ναζί στις εισόδους πολλών στρατοπέδων συγκέντρωσης-εξόντωσης και όχι μονάχα στο Άουσβιτς, όμως προέρχεται από τον 19ο αιώνα και την απαντάμε τόσο στην Γερμανία (ο φιλόσοφος Lorenz Diefenbach) όσο και Ελβετία (ο φυσιοδίφης Auguste Forel).

(Φίλε Ηλία, η εργασία αλλοτριώνει. Αρκεί να κοιτάξουμε γύρω μας. Πάντως, η εργασία σε απελευθερώνει. Από το δικαίωμα και την υποχρέωση να ζήσεις. Ναι, δεν επιλέγουμε. Αλλά κοντεύουν δυο αιώνες από το «Προλετάριοι όλων των χωρών, ενωθείτε” που έγραψαν ο Μαρξ και ο Ένγκελς στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο. Και είναι προφανές πια πως οι προλετάριοι δεν θέλουν να ενωθούν. Πάντως, αν ενωθούν, θα επιλέξουν. Θα επιλέξουν ελευθερία. Αλλά δεν θέλουν να είναι ελεύθεροι. Θέλουν αφεντικό, κανόνες και όρια. Ηλία, η ταπεινή μου γνώμη -και το έχω γράψει αρκετές φορές- είναι πως το «λάθος” που έκαναν ο Μαρξ, ο Χριστός και όλοι οι μεγάλοι Δάσκαλοι είναι πως δεν έλαβαν υπόψιν τους πως οι περισσότεροι άνθρωποι είναι καθάρματα. Εκεί σκοντάφτουν όλα. Όταν ακούω να λένε πως απέτυχε ο σοσιαλισμός, σκέφτομαι πως απέτυχαν οι άνθρωποι, όχι ο σοσιαλισμός. Το ίδιο ισχύει και για τον χριστιανισμό. Κανείς δεν σε υποχρεώνει στη ζωή να γίνεις δούλος, προσκυνημένος και ρουφιάνος. Αλλά κοίτα πόσοι το κάνουν …εθελοντικά. Να είσαι καλά, Ηλία. Είσαι πάντα μια ανάσα λογικής. Την αγάπη μου.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.