That’s life

Τον τελευταίο καιρό δεν υπάρχουν ειδήσεις ή γεγονότα από την Ελλάδα που να μου δημιουργούν την επιθυμία να γράψω για αυτά, να τα σχολιάσω. Όμως, σήμερα, μια είδηση από την Ελλάδα που διάβασα στον The Guardian, με ανάγκασε να καθίσω ξανά στην καρέκλα μπροστά από την οθόνη του υπολογιστή και να περάσω στο ηλεκτρονικό χαρτί κάποιες από τις σκέψεις και τα συναισθήματα που με πλημμύρισαν μόλις την διάβασα. Ήταν ο θάνατος του διακεκριμένου Έλληνα φωτορεπόρτερ Γιάννη Μπεχράκη. Ήταν μόλις 58 ετών.

Την ιστορία αυτού του σπουδαίου ανθρώπου την ήξερα καλά μέσα από τις συγκλονιστικές του φωτογραφίες, τις συνεντεύξεις που κατά καιρούς είχε δώσει, τις φορές που είχε κοιταχθεί κατάματα με τον χάρο στα διάφορα πεδία των μαχών σχεδόν παντού πάνω σε αυτόν τον μικρό πλανήτη, τις διεθνείς του βραβεύσεις και τον σεβασμό που απολάμβανε στο εξωτερικό που ελάχιστοι από τους συναδέλφους του στην Ελλάδα έχουν βιώσει.

Αυτό που δεν ήξερα ήταν η μάχη που έδινε με τον καρκίνο τα τελευταία χρόνια, την οποία χθες το βράδυ έχασε.

O Γιάννης Μπεχράκης ταξίδεψε σε πολλές γειτονιές του κόσμου και οι μαρτυρίες που άφησε φώτισαν πτυχές άγνωστες στους περισσότερους από μας τους σιωπηλούς υπερκαταναλωτές των «προηγμένων» δυτικών κρατών.

Το 2000 στην Σιέρρα Λεόνε λίγο έλειψε να χάσει την ζωή στον εμφύλιο πόλεμο για τα ματωμένα διαμάντια που αντί για την ευμάρεια έφεραν την ανέχεια και την δυστυχία στην μικρή αυτή Αφρικανική χώρα.

Κάποιοι όμως στενοί του φίλοι δεν στάθηκαν τον ίδιο τυχεροί με αυτόν και έχασαν την ζωή τους στην ίδια φονική επίθεση εναντίον των δημοσιογράφων που κάλυπταν τον πόλεμο εκείνη την εποχή.

Το γεγονός αυτός τον χάραξε βαθιά αλλά δεν τον πτόησε. Ο ίδιος είχε πει ότι ο λόγος που συνεχίζει να κάνει αυτήν την δουλειά είναι μονάχα ένας. Για να μην μπορεί να πει κανείς, I didn’t know.

Χρόνια μετά, στην πατρίδα του, άνθρωποι κυνηγημένοι από τον πόλεμο ξεβράζονταν στις ακτές τις Λέσβου κι αργότερα συνωστίζονταν στα σύνορα με την τότε ΠΓΔΜ και τωρινή Βόρεια Μακεδονία.

Ο Μπεχράκης ήταν εκεί με τον φακό του να φυλακίσει μέσα σε ένα ακόμα κλικ την αλήθεια.

Ο ίδιος ερχόταν από μια οικογένεια Μικρασιατών προσφύγων και όπως έλεγε μεγάλωσε με τις ιστορίες της γιαγιάς του για τον πόλεμο και την προσφυγιά.

Ήταν η συμπόνια για τον πόνο και την δυστυχία του συνανθρώπου και το πάθος του για την ωμή αλήθεια που έκαναν -σύμφωνα με την διευθύντρια του ειδησεογραφικού πρακτορείου Reuters- τον Γιάννη Μπεχράκη σπουδαίο φωτορεπόρτερ.

Ήταν τότε που απαθανάτισε με τον φακό τον super ήρωα του, τον πρόσφυγα πατέρα από την Συρία με το αυτοσχέδιο παλτό από μαύρες σακούλες σκουπιδιών, που κρατά για χιλιόμετρα πολλά την μικρή του κόρη αγκαλιά και της δίνει ένα φιλί στο μάγουλο μέσα στον έρημο δρόμο της προσφυγιάς και της αδιέξοδης ελπίδας.

Αχ αυτή η ελπίδα, πάλι θυμήθηκα εκείνο το κείμενό σου Πιτσιρίκο.

Ήταν η εποχή που τιμήθηκε με το βραβείο Pulitzer για την προσφορά του στην ενημέρωση και την δημοσιογραφία.

Μαζί με το μικρό αυτό αποχαιρετιστήριο κείμενο στέλνω κι αυτή την συγκλονιστική φωτογραφία.

Μαζί και μια ακόμα φωτογραφία του με τον ήλιο που δύει μέσα στην θάλασσα του Αιγαίου βάφοντας κόκκινο τον ουρανό, κόκκινη και την βάρκα που μεταφέρει τους πρόσφυγες στην ακτή.

Ο Γιάννης Μπεχράκης που είχε σίγουρα πολλά ακόμα για να προσφέρει, έφυγε πρόωρα.

Οι Τσίπρες, οι Μητσοτάκηδες, οι Γεωργιάδηδες και οι αμόρφωτοι κενοί συναισθημάτων survivors που τους ψηφίζουν και τους υποστηρίζουν είναι ακόμα εδώ. Όμως αυτή είναι η ζωή. Έτσι ήτανε κι έτσι θα είναι.

Φιλιά από την Εσπερία,

Ηλίας

(Φίλε Ηλία, πάντα με εντυπωσιάζουν οι άνθρωποι που δεν το βάζουν ποτέ κάτω. Μέχρι το τέλος. Ο Γιάννης Μπεχράκης ήταν ένας από αυτούς τους σπάνιους ανθρώπους. Να είσαι καλά, Ηλία. Την αγάπη μου.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.