Οι Δώδεκα Μήνες
Γεια σου Πιτσιρίκο, γεια σας φίλες και φίλοι του λόγου και της τέχνης (Γρηγόρη, μου λείπει το Αυτιστικό Ημερολόγιο!).
Κάθε φορά που ακούω εσένα και τον Βαγγέλη Σπανό να γκρινιάζετε για το κρύο και να λιγουρεύεστε αιώνιο καλοκαίρι, μου έρχεται στο νου ένα παραμύθι που διάβαζα μικρός.
Το παραμύθι αυτό έχει χαραχτεί στη μνήμη μου και για κάποιο λόγο μ’ έχει επηρεάσει πιο πολύ από πάρα πολλά άλλα βιώματα.
Ήταν στο σπίτι του παππού και της γιαγιάς στο χωριό, σ’ ένα παλιό, χοντρό, τεράστιο βιβλίο με μονόχρωμο εξώφυλλο και τίτλο “Ρώσικα παραμύθια”.
Βέβαια, σήμερα το ίντερνετ με ενημερώνει ότι πρόκειται για παραμύθι τσέχικης καταγωγής που ανασκεύασε πολύ αργότερα ρώσος συγγραφέας, αλλά αυτά δεν έχουν μεγάλη σημασία.
Το παραμύθι, σε απόδοση από μνήμης, έχει ως εξής:
Μια φτωχή κοπέλα ζούσε μόνη της σ’ ένα χωριό δίπλα στο δάσος. Κάθε τόσο έπρεπε να πάει βαθιά στο δάσος να μαζέψει καυσόξυλα για τη σόμπα και το τσουκάλι. Πλησίαζε πια ο χειμώνας, όμως, και το κρύο είχε σφίξει για τα καλά. Μην έχοντας άλλη επιλογή, η κοπέλα ξεκίνησε άλλη μια φορά για την καρδιά του δάσους.
Είχαν περάσει αρκετές ώρες και η κοπέλα είχε μαζέψει πολλά ξύλα στο δεμάτι της, όμως είχε αρχίσει να νυχτώνει για τα καλά, το κρύο δυνάμωσε, η κούραση την βάραινε και οι δυνάμεις της την εγκατέλειπαν.
Άξαφνα, είδε στο βάθος ένα φως και, ζυγώνοντας, βρέθηκε μπροστά σε μία φωτιά που γύρω της κάθονταν δώδεκα περίεργοι τύποι. Χωρίς να το πολυσκεφτεί, ζήτησε να ξαποστάσει για λίγο στη φωτιά κι εκείνοι δέχτηκαν μετά χαράς. Ξεφορτωμένη και ζεστή, έπιασε να τους παρατηρεί.
Είχαν όλοι τους κάτι το περίεργο. Όλων των ηλικιών, από τον πιο μικρό μπόμπιρα μέχρι τον πιο ζαρωμένο γέρο.
Κάποιοι φορούσαν ζεστά ρούχα, ταιριαστά για την εποχή, όμως οι περισσότεροι ήταν ντυμένοι παράταιρα, άλλοι με ελαφρά πανωφόρια και κάποιοι ακόμα με λεπτά πουκάμισα, ψάθινα καπέλα και ξυπόλυτοι! Κι όμως, δεν έδειχναν να κρυώνουν καθόλου.
Η κουβέντα έφτασε μοιραία στον καιρό. Ρώτησε ένας νεαρός ντυμένος με εμπριμέ ζακέτα την κοπέλα:
-Και για πες μας, σ’ αρέσει ο Απρίλιος;
-Α, ναι, πολύ! Είναι ο μήνας που ανθίζουν τα λουλούδια! Η φύση είναι τόσο όμορφη τότε.
Και συνέχισε ένας λίγο μεγαλύτερος:
-Και ο Μάιος;
-Και το Μάιο είναι πολύ ωραία. Έχουμε τη γιορτή στο χωριό και όλοι είναι τόσο χαρούμενοι!
Τη ρώτησε κι ένας ηλιοκαμένος σαραντάρης σχεδόν τσίτσιδος:
-Ο Αύγουστος πώς σου φαίνεται;
-Τον Αύγουστο έχουμε τη σοδειά, γεμίζουμε στάρι τις αποθήκες μας. Δεν θα βγάζαμε το χρόνο, αν δεν ήταν αυτός.
Ρώτησε κι ένας τύπος χωμένος σε μια νιτσεράδα:
-Ο Σεπτέβρης σ’ αρέσει;
-Τον Σεπτέμβρη πιάνουν τα πρωτοβρόχια και δροσίζεται η γη, και μαζί κι εμείς.
-Και για τον Οκτώβρη τι έχεις να πεις;
-Τον Οκτώβρη είναι που σπέρνουμε τα χωράφια, πολύ σημαντικός μήνας.
Την είχαν ρωτήσει για όλους τους μήνες, ώσπου έφτασε και η σειρά του ζαρωμένου γέρου, καμπουριασμένου μέσα σε μια χοντρή γούνα:
-Τι γνώμη έχεις για το Δεκέμβρη;
-Τον Δεκέμβρη συνήθως χιονίζει και είναι πραγματικά τόσο όμορφο το φρέσκο χιόνι. Έχει και πολύ κρύο, βέβαια, αλλά αυτό σε κάνει να εκτιμάς τις άλλες εποχές ακόμα περισσότερο, οπότε έχει κι αυτός την χρησιμότητά του.
Η κουβέντα γύρισε μετά σε άλλα θέματα. Η κοπέλα, αφού ξαπόστασε είπε στην παρέα:
-Σας ευχαριστώ που με αφήσατε και ξεκουράστηκα στην φωτιά σας, αλλά είναι ώρα να φύγω.
-Εμείς ευχαριστούμε! Επειδή περάσαμε πολύ όμορφα μαζί σου, θέλουμε να σου κάνουμε δώρο αυτό το μικρό σακουλάκι. Κάνε μας τη χάρη, όμως, και μην τα ανοίξεις παρά μόνο όταν θα είσαι στο σπίτι σου και κλείσεις την πόρτα πίσω σου.
Χαιρέτισε λοιπόν η κοπέλα και κίνησε για την καλύβα της. Όταν έφτασε και άνοιξε το σακούλι, άναυδη το βρήκε γεμάτο χρυσά νομίσματα! Με τόσα χρήματα μπορούσε να αγοράζει τα ξύλα της από την αγορά και δεν χρειαζόταν πια να πηγαίνει στο κρύο δάσος να τα μαζεύει και να ζήσει μια άνετη ζωή για πολλά χρόνια.
Λίγες μέρες μετά, βρήκε τη γειτόνισσά της, και χαρούμενη της διηγήθηκε ότι συνάντησε μια παρέα στο δάσος που της έδωσαν όλα αυτά τα χρήματα. Η γειτόνισσα, ζηλεύοντας τον πλούτο της κοπέλας, αποφάσισε να πάει κι αυτή στο δάσος να βρει την παρέα.
Έτσι κι έγινε. Μετά από πολύωρη περιπλάνηση στο κρύο, βρήκε τους δώδεκα άντρες που την προσκάλεσαν να καθίσει μαζί τους.
-Και για πες μας, πώς σου φαίνεται ο Απρίλης;
-Τον σιχαίνομαι! Είναι τότε που βγαίνουν τα ζιζάνια στα χωράφια και σπάω τη μέση μου να τα ξεριζώσω.
-Ο Αύγουστος;
-Χάλια! Λιώνω στη ζέστη!
-Ο Σεπτέμβρης;
-Πλημμύρες και καταιγίδες!
-Και ο Δεκέμβρης;
-Μακάρι να μην υπήρχε καθόλου!
Η κουβέντα ήταν σύντομη. Οι άντρες έδωσαν στην γυναίκα ένα μεγάλο σάκο και την έστειλαν στο καλό. Ο σάκος ήταν ασήκωτος και η γυναίκα σχεδόν λιγοθύμησε να τον φέρει σπίτι της, αλλά σκεφτόταν πως με τόσα νομίσματα θα είχε πλούτη για δέκα γενιές! Όταν όμως άνοιξε το σάκο στο σπίτι της, από μέσα ξεχύθηκαν ένας σωρός από πέτρες.
Γι’ αυτό Βαγγέλη Σπανέ, καλύτερα μείνε στη θάλασσα και απόφυγε τις περιπλανήσεις στα δάση.
Με αγάπη από την ποτιστικά βροχερή Ουτρέχτη
Γιώργος Ζ.
(Αγαπητέ Γιώργο, ωραίο το παραμύθι αλλά εμείς δεν ζούμε στην Ολλανδία. Στην Ελλάδα, όλοι οι μήνες είναι καλοί· και οι δώδεκα. Στην Ελλάδα δεν κάνει κρύο, κρύο δεν έκανε ποτέ. Οπότε, κάνεις μπάνιο και το χειμώνα. Ειδικά αυτό το χειμώνα, που δεν ήταν και πολύ χειμώνας. Πρώτη φορά ξεκίνησα τα μπάνια από την Πρωτοχρονιά. Σου εύχομαι πολλά μπάνια το καλοκαίρι. Να είσαι καλά. Την αγάπη μου.)
Το pitsirikos.net χρειάζεται τη βοήθειά σου
Στήριξε οικονομικά το pitsirikos.net, αν θεωρείς πως καλό είναι να υπάρχουν στην Ελλάδα και κάποιες φωνές που δεν δουλεύουν για τον Μαρινάκη, τον Αλαφούζο, τον Σαββίδη και τα άλλα παιδιά, οπότε μπορεί να διαβάσεις ή να ακούσεις κάτι διαφορετικό από αυτό που συμφέρει τους ολιγάρχες. Οι τρόποι στήριξης εδώ.

