Η Τζαμάικα είναι μακριά;
Με όλα αυτά και με τ’ άλλα, γκώσαμε πια, αδερφέ μου Πιτσιρίκο. Και έπεται και συνέχεια. Ενός κακού μύρια έπονται και όλοι ευχόμαστε πλέον η συμφορά να έχει έρθει μοναχή της, παρά μαζί με τη μάνα της και την αδελφή της. Αλλά πού; Όλο το σόι έχει μαζευτεί κατά όπως φαίνεται. Οπότε, ακολουθεί κείμενο άλλα ντ’άλλα, της Παρασκευής το γάλα.
Που λες, Πιτσιρίκο μου και αγαπητοί αναγνώστες, οι παιδικοί φίλοι είναι δώρο από τον Θεό. Εγώ έχω την τύχη να έχω τέσσερις. Ο ένας εξ αυτών έχει φύγει και ζει στην Γερμανία εδώ και αρκετά χρόνια. Συνήθως μας επισκέπτεται τα καλοκαίρια, όταν παίρνει άδεια, μαζί με τη γυναίκα του, η οποία είναι μια γλυκύτατη και καλοσυνάτη Γερμανίδα που λατρεύει την Ελλάδα και τους Έλληνες.
Αυτό έλειπε δηλαδή. Δυο μέτρα παλικάρι της δώσαμε. Και στο ύψος και στο φάρδος.
Πριν μερικά χρόνια, ένα καλοκαίρι από αυτά, πριν έρθει ο κολλητός, μας είχε πει ότι φέτος φιλαράκια μου θα κάνω τον θρησκευτικό μου γάμο στην μαμά πατρίδα. Καθότι στην ξενιτιά με πολιτικό. Τι να σου πω, ρε αδερφέ, ο καθένας με τα βίτσια του. Άντε με το καλό και θα τα πούμε από κοντά.
Έτσι και έγινε. Δυο μέρες από την άφιξή του, κανονίσαμε γύρω στις εννιά το βράδυ να βγούμε για ένα καφεδάκι.
Πήγαμε στο Μπουρνάζι και αράξαμε σε μια καφετέρια. Μιλήσαμε για διάφορα.
Για την οικονομική κατάσταση της Ελλάδας κι ότι κακώς έκανε που έφυγε. Έπρεπε να μείνει εδώ να φάει όλη τη λέζα όπως εμείς και ότι κάποτε θα τον λένε προδότη κι αυτόν και όλους αυτούς που έφυγαν αλλά και άλλους τόσους που θα φύγουν και δε κάθονται εδώ να πολεμήσουν το σύστημα, να κάνουν τη χώρα καλύτερη και διάφορες τέτοιες παπαριές.
Στη ροή της συζήτησης, κάναμε βέβαια και κάθε προσπάθεια να τον αποτρέψουμε από το μεγάλο λάθος που ήρθε να κάνει.
Ρε φίλε, το σκέφτηκες καλά; Θα παντρευτείς ξανά; Και με θρησκευτικό γάμο αυτή τη φορά; Και καλά μέχρι εδώ. Πάντα ήσουν λίγο μαζόχας. Αλλά με την ίδια γυναίκα; Πάρε καμιά άλλη τουλάχιστον.
Γενικώς, μιλήσαμε για πολλά πράγματα. Για παλιές τρελές φάσεις που έχουμε κάνει, για ποδόσφαιρο, για τον στρατό, για γκόμενες και εν ολίγοις, όλα αυτά τα πολύ σημαντικά θέματα που συζητούν οι άντρες.
Ε, αφού είχαμε πιει τον καφέ μας και είχαμε αναλύσει τα πάντα, σκεφτήκαμε να αναχωρήσουμε.
Σπίτι θα πάμε; Από τώρα; Δεν πάμε εδώ απέναντι να πιούμε κάνα ποτάκι; Βλέπω έχει και καλό θέμα. Ε, πάμε. Αν είναι για ένα μόνο. Τι να σε κάνουμε, ρε μπαγάσα, μια φορά το χρόνο σε βλέπουμε. Μόνο, μην το ξεφτιλίσουμε.
Δεν το ξεφτιλίσαμε καθόλου.
Βγαίνοντας απ’ το μαγαζί κατά τις τρεις τα ξημερώματα και έχοντας πιει μόνο ένα ποτάκι τελικά, απ’ την στιγμή που αρχίσαμε να μην ξέρουμε τι μας γίνεται, παρατηρήσαμε ότι στο παρά δίπλα στενό -έτσι λίγο πιο χωμένο από τα άλλα μαγαζιά- στεγαζόταν ένα, ξέρετε, από αυτά που έχουν τσίτσιδες γυναίκες που χορεύουν.
Ώπααα! Δεν πάμε πουθενά τώρα. Παντρεύεται το φιλαράκι μας μεθαύριο και δεν θα του κάνουμε μπάτσελορ;
Στο πρώτο τραπέζι πίστα που καθίσαμε τα σπαγγάτα πήγαιναν κι ερχόντουσαν. Οι στύλοι είχαν αναστενάξει.
Κυρίες καλλονές από διάφορα μέρη του πλανήτη. Οι οποίες μόλις τέλειωναν τον χορό τους κατέβαιναν και ξεκουράζονταν πάνω στα πόδια μας. Όμορφο αγόρι κεράσει ποτό; Και δώσ’ του τα τριψίματα και δώσ’ του τα κεράσει ποτό. Μόνο ο Αντόνιο Γκουτέρες δεν ήρθε στο τραπέζι μας να τον κεράσουμε.
Αν έχετε λεφτά για πέταμα, εκεί να πάτε. Εγώ που δεν είχα λεφτά για πέταμα, -καλά, εδώ που τα λέμε, ούτως ή αλλιώς δεν είχα σάλιο πάνω μου πλέον, τι στο διάολο, για ένα καφέ θα πηγαίναμε-, μετά το δικό μου και κάνα δυο τρία που κέρασα, στην επόμενη που μπαστακώθηκε πάνω μου, δήλωσα γκέι.
Ντεν αρέσει γκυναίκες; Όχι, ντεν αρέσει γκυναίκες. Και τι ήρτε εντώ; Ξέρω γκω τι ήρτε εντώ; Είντα φως και μπήκα.
Μια χαρά μετά. Πήγαιναν όλες πάνω στους άλλους. Με κοιτούσαν λίγο περίεργα, βέβαια, αλλά δε βαριέσαι, το μάτι μου το έπαιρνα.
Σε κάποια φάση και αφού μία είχε ξαπλώσει πάνω στο τραπέζι μας ανάμεσα στα ποτήρια και με τα δάχτυλα του ποδιού της προσπαθούσε να βγάλει τα γυαλάκια από το πρόσωπο του ενός απ’ τους πέντε μας, -ονόματα δε λέμε-, ενώ με το άλλο πόδι τον χάιδευε στο αυτί, μια άλλη αρκετά σκουρόχρωμη και με εκατοντάδες κοτσιδάκια, παίρνει απ’ το χέρι τον γαμπρό και φεύγουν.
Πού πάτε ρε παιδιά; Γιατί φεύγετε;
Δεν θα αργήσω. Σε δέκα λεπτά είμαστε πίσω. Ιδιωτικό στριπτίζ.
Τι λε, ρε παιδί μου; Πωωω! Επιστήμη το άθλημα.
Δεν πρόλαβαν να περάσουν σαράντα πέντε λεπτά κι εκεί που σκεφτόμουν ότι πάει του ήρθε ταμπλάς και τι θα πούμε στον παπά και τη νύφη, εμφανίστηκε μ’ ένα πλατύ χαμόγελο που μαζί με τη σούρα, πιο πολύ με εγκεφαλικό έμοιαζε.
«Η Τζαμάικα είναι μακριά;»
Μέσα στο αίμα του η μετανάστευση αυτού του παιδιού. Βρε άσε την Τζαμάικα εκεί που βρίσκεται και πες αλεύρι. Η κρεμάλα σε γυρεύει. Ώρα για επιστροφή.
Ευτυχώς είχα πάρει γυαλιά ηλίου μαζί μου. Τα ξέρω εγώ κάτι τέτοια με τα κολληταράκια, Πιτσιρίκο μου, πάμε για ένα καφεδάκι και τα τοιαύτα. Ναι, καλά.
Και μη σου πω ότι, αφού παρκάραμε το αυτοκίνητο στη γειτονιά, σκυλοβρώμαγαν για καμιά βδομάδα πατσουλίλα μέχρι κι οι νεραντζιές. Καλά, για εμάς ούτε συζήτηση.
Άντε και στα δικά μας οι λεύτερες.
Με εκτίμηση και αγάπη!
Βαλαβάνης Δημήτρης
Υ.Γ. Ρε σεις μην σας ξεφύγει τίποτα, η Γερμανίδα δεν έχει ιδέα ακόμα.
(Φίλε Δημήτρη, η Τζαμάικα είναι πολύ κοντά. Στην Κούβα. Αλλά και οι δυο είναι κοντά στις ΗΠΑ, οπότε, αν πέσουν τα πυρηνικά, θα γίνουμε Μπομπ Μάρλει. Η Γερμανίδα δεν θα είχε θέμα. Αν έχω καταλάβει καλά, ένα από τα αγαπημένα σπορ των Γερμανών είναι το swinging. Να είσαι καλά. Την αγάπη μου.)
Το pitsirikos.net χρειάζεται τη βοήθειά σου
Στήριξε οικονομικά το pitsirikos.net, αν θεωρείς πως καλό είναι να υπάρχουν στην Ελλάδα και κάποιες φωνές που δεν δουλεύουν για τον Μαρινάκη, τον Αλαφούζο, τον Σαββίδη και τα άλλα παιδιά, οπότε μπορεί να διαβάσεις ή να ακούσεις κάτι διαφορετικό από αυτό που συμφέρει τους ολιγάρχες. Οι τρόποι στήριξης εδώ.

