Η ρωσική αρκούδα, ο αμερικανικός αετός, τα viral συναισθήματα, και ένας ιός με κορώνα

Αγαπημένε μου Πιτσιρίκο,
Ένα από τα ενδιαφέροντα σημεία του πρόσφατου ταξιδιού μου στην Γουατεμάλα, ήταν η γνωριμία μου με την Σβέτα.

Η Σβέτα κατάγεται από την Ρωσία και λίγο μετά την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία παραιτήθηκε από την καλοπληρωμένη δουλειά της ως αναλύτρια σε μια από τις μεγαλύτερες τράπεζες της Ρωσίας, ξενοίκιασε το διαμέρισμά της στη Μόσχα, έφτιαξε έναν μεγάλο σάκο με τα πράγματα που θα χρειαζόταν, χαιρέτησε την οικογένεια και τους φίλους της, και εγκατέλειψε την χώρα και την ζωή της εκεί, ίσως για πάντα, όπως μου είπε.

Ακόμα και τώρα, μετά από τόσους μήνες μακριά και έχοντας βιώσει δύσκολες εμπειρίες, αρνείται να επιστρέψει πίσω στην χώρα της. Μια χώρα την οποία δεν αναγνωρίζει πια, αφού, όπως μου είπε, κάθε προοδευτικό βήμα που έγινε στο πρόσφατο παρελθόν έχει πλέον ακυρωθεί, με τον εθνικισμό και τον συντηρητισμό να έχουν αρχίσει πλέον να πνίγουν κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο στη Ρωσία, όπου οι άνθρωποι φοβούνται να διαμαρτυρηθούν, ακόμα και να μιλήσουν ελεύθερα, όπου η χρήση της λέξης “ειρήνη” επιφέρει βαριές ποινές, και όπου συνεχίζει να βασιλεύει ο παραλογισμός και η διαφθορά.

Λόγω των κυρώσεων, η Σβέτα αδυνατεί να βρει μια φιλόξενη χώρα η οποία να μην είναι μπoυρδέλο, με τις αιτήσεις της να πέφτουν στο κενό λόγω του διαβατηρίου της. Ο ρατσισμός που βιώνει είναι σχεδόν καθημερινός, κάθε φορά που αναγνωρίζεται ως Ρωσίδα, αφού, σύμφωνα με τους περισσότερους που έχει γνωρίσει, η εθνικότητά της είναι από μόνη της ικανή για να χαρακτηριστεί υποστηρίκτρια του Πούτιν και του εγκληματικού πολέμου στην Ουκρανία. Αυτή φταίει, φυσικά.

Η Σβέτα φοβάται ότι δεν θα ξαναδεί την οικογένεια της για πολλά χρόνια ακόμα, αλλά αυτό δεν είναι το μοναδικό πράγμα που φοβάται. Καμία φορά, η Σβέτα φοβάται για την ζωή της.

Από τις λίγες φορές, μάλιστα, που φοβήθηκε για την ζωή της στους 8 μήνες που ταξιδεύει, ήταν στην Βολιβία, όταν δύο Ουκρανοί την αναγνώρισαν ως Ρωσίδα και την πήραν από πίσω, φωνάζοντας στα ρωσικά το ποσό εύκολο είναι γι’αυτούς να την βιάσουν, να την σκοτώσουν και να πετάξουν το πτώμα της σε ένα χαντάκι για να πάρουν εκδίκηση για τα εγκλήματα του ρωσικού στρατού στην αγαπημένη τους Ουκρανία. Για καλή της τύχη, βρήκε στον δρόμο της δύο αστυνομικούς, οι οποίοι της εξήγησαν ότι αν και δεν μπορούν να συλλάβουν τους δύο νεαρούς που την ακολουθούσαν, της υποσχέθηκαν να τους καθυστερήσουν για 15 λεπτά, ώστε να μπορέσει να διαφύγει.

Για καλή μας τύχη, έχοντας βιώσει μια απόπειρα βιασμού και απόπειρα δολοφονίας στην Βολιβία, και μια απόπειρα απαγωγής σε μια μικρή πόλη της Κολομβίας από την οποία ήταν περαστική και αποδείχτηκε ναρκοχωριό, η Σβέτα παραμένει σώα και σχετικά αβλαβής.

Κάναμε πολλές συζητήσεις με την Σβέτα τον λίγο χρόνο που βρισκόταν στο μέρος που διέμενα, η οποία στα 40+ χρόνια της έχει βιώσει την σύγχρονη μετασοβιετική Ρωσία στο πετσί της, έχοντας χάσει τις αποταμιεύσεις της ήδη τρεις φορές τα τελευταία 20 χρόνια, για λόγους πέραν του ελέγχου της.

Μέσα από αυτές τις συζητήσεις μου μαζί της, είχα την ευκαιρία να φιλτράρω και τις προκαταλήψεις μου σχετικά με την Ρωσία, και να χαρτογραφήσω την πρόσφατη Ιστορία της στην προσπάθειά μου να κατανοήσω καλύτερα το πώς φτάσαμε εδώ που φτάσαμε, στην δίνη ενός ακόμα πολέμου που απειλεί να γυρίσει τον κόσμο πίσω στον χρόνο, σε πιο σκοτεινές εποχές.

Η ιστορία μας ξεκινά, λοιπόν, στις αρχές της δεκαετίας του ’90, λίγο μετά την αυτοδιάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, οπότε οι Αμερικανοί και οι Ευρωπαίοι άρχισαν να ρίχνουν τεράστια ποσά χρημάτων στην Ρωσία, σε ένα τεράστιο πείραμα που θα μεταμόρφωνε την χώρα σε μια δημοκρατία ελεύθερης αγοράς, που ήταν το αμερικανικό πρότυπο επιτυχίας.

Αλλά το πείραμα πήγε καταστροφικά άσχημα.

Βλέπεις, η Ρωσία, μέσα σε ένα πολύ σύντομο χρονικό διάστημα είχε καταληφθεί ήδη από μια μικρή ομάδα διεφθαρμένων ολιγαρχών οι οποίοι είχαν λεηλατήσει τον πλούτο της χώρα τους, δημιουργώντας, εν μια νυκτί, τεράστιες περιουσίες. Αυτό, δημιούργησε μια κοινωνία ακραίας ανισότητας και διαφθοράς, που ήρθε να προστεθεί στην φτώχεια και την διαφθορά της δεκαετίας του ’80 υπό το σοβιετικό καθεστώς.

Όλα αυτά τα δισεκατομμύρια των επενδύσεων των Αμερικανών και των Ευρωπαίων, βρέθηκαν λοιπόν στα χέρια μιας αμείλικτης συμμορίας πλουσίων, η οποία έφτασε να κατέχει πάνω από το 90% του συνολικού πλούτου της Ρωσίας.

Όχι και άσχημα.

Ξαφνικά, η ιδέα ότι η Ρωσία μπορούσε να γίνει μια ελεύθερη δημοκρατία με ελεύθερους ανθρώπους που θα δημιουργούσαν μια ελεύθερη αγορά παρόμοια με το κοινωνικό και οικονομικό πρότυπο το οποίο διαφήμιζαν οι ΗΠΑ στους ισχυρούς, και επέβαλαν στους αδύναμους, είχε αρχίσει να θεωρείται ανέκδοτο στην Ρωσία.

Κανείς δεν πίστευε στον κομμουνισμό πια στη Ρωσία. Τώρα, κανείς δεν πίστευε και στην δημοκρατία.

Όπως είχε δηλώσει το 1999 ένας Ρώσος διπλωμάτης:

“Μετά από 10 χρόνια, η λέξη δημοκρατία χρησιμοποιείται στην Ρωσία ως προσβολή. Μπορείς να βρίσεις κάποιον, αποκαλώντας τον δημοκράτη.”

Οι Ρώσοι ολιγάρχες, βλέποντας αυτή την αυξανόμενη δυσαρέσκεια των Ρώσων με την μαριονέτα πρόεδρο που τους είχαν φορέσει οι Αμερικανοί, τον Γιέλτσιν -ο οποίος βρισκόταν τον περισσότερο καιρό μεθυσμένος και ακατάλληλος ακόμα και για θεμελιώδη αξιοπρέπεια-, αποφάσισαν να επιλέξουν εκείνοι τον διάδοχό του, ώστε να είναι βέβαιοι ότι θα τους προστατεύσει.

Επέλεξαν τον Βλαντιμίρ Πούτιν. Έναν ανώνυμο γραφειοκράτη του Λεβιάθαν της πρώην σοβιετικής κρατικής μηχανής, ο οποίος διαχειριζόταν την υπηρεσία ασφαλείας.

Έναν άνθρωπο που δεν πίστευε σε τίποτα και ο οποίος είχε ανέλθει στην ιεραρχία, ακολουθώντας πιστά τις εντολές των ανωτέρων του. Ένας τέλειος διάδοχος Πρόεδρος μαριονέτα.

Με τα λεφτά τους και τα τα μέσα μαζικής ενημέρωσης που διατηρούσαν στον έλεγχό τους, μονοπώλησαν τον εκλογικό αγώνα, και -με γρήγορες διαδικασίες- ο Πούτιν εκλέχθηκε Πρόεδρος της Ρωσίας.

Οι ολιγάρχες θεωρούσαν πλέον ότι ήταν ασφαλείς και ότι η εξουσία τους θα συνέχιζε ανενόχλητη, τόσο από εσωτερικούς παράγοντες όπως η δυσαρέσκεια των Ρώσων, όσο και από εξωτερικούς παράγοντες, όπως το αμερικανικό και ευρωπαϊκό κεφάλαιο.

Αλλά μια τυχαία κρίση, από ένα τυχαίο γεγονός που οδήγησε στον θάνατο δεκάδων ναυτών ενός υποβρυχίου του πολεμικού ναυτικού, ο Πούτιν βρέθηκε για πρώτη φορά στο στόχαστρο της λαϊκής δυσαρέσκειας, πράγμα που τον έφερε σε ένα δίλημμα: ή εκείνοι, ή αυτός.

Και ο Πούτιν αποφάσισε ότι θα είναι αυτός.

Χρησιμοποίησε την λαϊκή οργή, την αγανάκτηση, τη δυσαρέσκεια, και την γύρισε απέναντι στους ανθρώπους που τον έβαλαν στην εξουσία, απέναντι στους Ρώσους ολιγάρχες.

Στην μανία τους να ελέγξουν την ρωσική οικονομία, οι Ρώσοι ολιγάρχες ξέχασαν, βλέπεις, να πάρουν τον έλεγχο και της κρατικής τηλεόρασης.

Έχοντας, λοιπόν, ένα τεράστιο βήμα από το οποίο μπορούσε να καθοδηγήσει την κοινή γνώμη από άκρη ως άκρη αυτής της αχανούς χώρας, ο Πούτιν εξήγησε στον ρωσικό λαό ότι, ενώ τους είχαν υποσχεθεί ελευθερία και δημοκρατία, αυτό που έλαβαν ήταν χάος και διαφθορά, κατηγορώντας ευθέως την ρωσική ολιγαρχική ελίτ.

Αυτό που ανακάλυψε ο Πούτιν σε μια στιγμή κρίσης για την ίδια του την επιβίωση, ήταν μια νέα πηγή δύναμης. Ήταν η δύναμη των εκατομμυρίων Ρώσων που ζούσαν μακριά από τις μεγάλες ρωσικές πόλεις, που ήταν μόνοι, παρατημένοι στη μοίρα τους, απομονωμένοι, καθώς είχαν χάσει τις δουλειές τους και το βιός τους, ενώ κανένας δεν φαινόταν να ενδιαφέρεται γι’ αυτούς.

Αλλά, παρά το γεγονός ότι ο Πούτιν είχε ανακαλύψει την ισχύ που θα του έδινε η λαϊκή οργή των εκατομμυρίων δυσαρεστημένων Ρώσων της επαρχίας, εκείνος συνέχιζε να μην πιστεύει σε τίποτα.

Είχε βρεθεί, βλέπεις, στην θέση αυτή επειδή κάποιοι πολύ ισχυροί άνδρες τον είχαν τοποθετήσει εκεί, και επομένως ποτέ του δεν χρειαζόταν να έχει δικούς του στόχους και δικό του όραμα. Το μόνο που χρειαζόταν να κάνει ως τότε ήταν να ακολουθεί εντολές, κάτι το οποίο ήξερε να κάνει καλά, αλλά που θα έπρεπε να αλλάξει, αν ήθελε να επιβιώσει.

Για έναν πρώην γραφειοκράτη που δεν πίστευε σε τίποτα, κάθε κρίση ήταν για τον Πούτιν μια ευκαιρία. Όπως είχε γράψει ο Ρώσος δημοσιογράφος Μιχαήλ Ζυγκάρ:

“Δεν υπάρχει λογική στην εποχή του Πούτιν. Δεν υπάρχει ούτε σχέδιο, ούτε στρατηγική. Ό,τι συμβαίνει είναι απλά τακτικές κινήσεις, αντιδραστικές κινήσεις σε εξωτερικά ερεθίσματα. Αντιδράσεις κενές από οποιονδήποτε τελικό στόχο.”

Η Άννα Στεπάνοβνα Πολιτκόφσκαγια, μια Ρωσίδα δημοσιογράφος η οποία κάλυπτε τον πόλεμο στην Τσετσενία, το 2004 κυκλοφόρησε ένα βιβλίο, περιγράφοντας την Ρωσία του Πούτιν. Δύο χρόνια μετά βρέθηκε δολοφονημένη σε ένα ασανσέρ. Πέντε άνδρες συνελήφθησαν, δικάστηκαν και καταδικάστηκαν για την δολοφονία, αλλά κανείς δεν ξέρει ακόμα ποιος διέταξε το χτύπημα.

Τι ήταν, όμως, αυτό που έθιξε η Πολιτκόφσκαγια με το γράψιμό της, που ενοχλούσε τόσο ώστε να διαταχθεί χτύπημα εναντίον της;

Αυτό που είχε πει η Πολιτκόφσκαγια με το βιβλίο της, ήταν ότι ο Πούτιν είχε πάρει όλο αυτό το διεφθαρμένο σύστημα που είχαν οργανώσει την δεκαετία του ’90 οι Ρώσοι ολιγάρχες για να τους εξυπηρετεί, και το κρατικοποίησε. Έτσι, όλοι αυτοί που κατείχαν δημόσια αξιώματα, πολιτικά, διοικητικά ή στρατιωτικά, οι διαχειριστές, οι δημόσιοι υπάλληλοι, οι πράκτορες της υπηρεσίας πληροφοριών, όλοι αυτοί άρχισαν να επωφελούνται από αυτό.

Γιατί να παίρνεις τα ξεροκόμματα των δισεκατομμυριούχων, αν μπορείς να γίνεις ο ίδιος δισεκατομμυριούχος;

Και έτσι, συσσωρεύοντας την ισχύ του ρωσικού κράτους, του ρωσικού στρατού και των ρωσικών σωμάτων ασφαλείας, ο Πούτιν έθεσε τον εαυτό του ρυθμιστή της ρωσικής ολιγαρχίας.

Η λαϊκή οργή, όμως, συνέχιζε να σιγοβράζει, αφού τα προβλήματα εκατομμυρίων Ρώσων παρέμεναν άλυτα, και ήρθε μια άλλη κρίση για να της δώσει μια ακόμα μεγαλύτερη ορμή, δίνοντας ακόμα μεγαλύτερη ισχύ στον Πούτιν: η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008.

Η οικονομική κρίση δημιούργησε ένα καινούργιο ρεύμα λαϊκής δυσαρέσκειας, και ο Πούτιν αναγκάστηκε να αλλάξει πάλι το αφήγημά του για να παραμείνει αλώβητος.

Δημιούργησε έναν οργανισμό που ονομάστηκε Λαϊκό Μέτωπο, ο οποίος προωθούσε τον Ρωσικό εθνικισμό. Έναν εθνικισμό που υποστήριζε ότι ολόκληρη η Ρωσία, αυτό που ονομάζεται Ευρασία, ήταν το τελευταίο οχυρό απέναντι σε μια διεφθαρμένη Δύση η οποία προσπαθούσε να κατακτήσει τον κόσμο και να επιβάλει την αποικιοκρατική βούλησή της.

Αυτό που έκανε ο Πούτιν, είτε ηθελημένα είτε όχι, λίγη σημασία έχει, ήταν να ξυπνήσει ένα σκοτεινό, βίαιο, και τρομακτικό όραμα από το ρωσικό παρελθόν.

Η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 είχε και ένα άλλο δραματικό αποτέλεσμα πέρα από την οικονομική καταστροφή εκατομμυρίων νοικοκυριών. Γιατί ανέδειξε την λαϊκή δυσαρέσκεια σε τεράστια πολιτική δύναμη, όχι μόνο στην Ρωσία, αλλά παγκοσμίως.

Αυτό που είχε γίνει το 2008, ξεκινώντας στις ΗΠΑ, ήταν ότι οι τράπεζες που επί δεκαετίες κερδοσκοπούσαν πάνω στις ρισκοβόρες υποθήκες και τα δάνεια που είχαν μοιράσει, κατέρρευσαν η μία μετά την άλλη, οδηγώντας την παγκόσμια οικονομία σε μία πρωτοφανή οικονομική κρίση.

Οι κυβερνήσεις τότε, με καθοδηγητές τον Ομπάμα στις ΗΠΑ και την Μέρκελ στην Ε.Ε., αποφάσισαν να διασώσουν τις τράπεζες από την κατάρρευση. Και ο τρόπος που επέλεξαν να το κάνουν, ήταν με το να μεταφέρουν όλο αυτό το δυσθεώρητο χρέος που έπνιγε τις τράπεζες, στο δημόσιο. Αυτό, σήμαινε ότι οι εργαζόμενοι θα έπρεπε να επωμιστούν το βάρος μιας μακροχρόνιας και -από ότι φαίνεται- μόνιμης λιτότητας.

Αλλά, παρά την καταστροφή που προκάλεσε η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, τίποτα δεν άλλαξε.

Ναι, κάποια χαμηλόβαθμα στελέχη διώχθηκαν, κάποιοι ειδικοί είπαν ότι πρέπει να γίνουν κάποιες μεταρρυθμίσεις και στρες αντοχής, ώστε να μην επαναληφθεί η κατάρρευση των τραπεζών, αλλά παρά το σοκ της οικονομικής καταστροφής εκατομμυρίων ανθρώπων, τίποτα ουσιαστικό δεν άλλαξε.

Αυτή η κατάφωρη αδικία και ο κυνισμός με τον οποίο οι κυβερνήσεις αντιμετώπισαν τους πολίτες τους, καλλιέργησαν μια βαθιά οργή ανάμεσα σε όλους αυτούς που βρέθηκαν εκτεθειμένοι από το ίδιο σύστημα που στήριζαν τόσα χρόνια με την ψήφο τους και με την εργασία τους.

Λίγο μετά την απόφαση των κυβερνήσεων των ΗΠΑ και της Ευρώπης να διασώσουν τις τράπεζες, παρά τους πολίτες τους τους ίδιους, ξέσπασαν αποκαλύψεις τεράστιων σκανδάλων διαφθοράς των τραπεζών, οι οποίες μόλις είχαν διασωθεί από την κατάρρευση με δημόσιο χρήμα, με τη μεγαλύτερη μεταφορά κεφαλαίων από τα χαμηλά κοινωνικά στρώματα στα υψηλά στην ιστορία της ανθρωπότητας.

Οι ερευνητές δημοσιογράφοι αποκάλυψαν ότι όλες οι μεγάλες τράπεζες χειραγωγούσαν τα επιτόκια, βοηθούσαν τους πλούσιους να κρύψουν τα κέρδη τους σε φορολογικούς παραδείσους, ενώ πολλές από αυτές ξέπλεναν παράνομο χρήμα από το οργανωμένο έγκλημα εν γνώση τους, συμπεριλαμβανομένων και των καρτέλ ναρκωτικών και διακίνησης ανθρώπων στο Μεξικό και την Λατινική Αμερική.

Σιγά, σιγά, και στην πλούσια Δύση, όλο και περισσότεροι άνθρωποι άρχισαν πια να έχουν σοβαρές αμφιβολίες για το ίδιο το σύστημα, γιατί, παρά την υπομονή που είχαν επιδείξει, παρά τις ζημιές που είχαν επωμιστεί στις πλάτες τους από τις κρίσεις του συστήματος, στην ουσία δεν έπαιρναν τίποτα ως αντάλλαγμα, με τις ζωές τους πια να έχουν χάσει κάθε νόημα και σκοπό.

Η φτωχοποίηση εκατομμυρίων στην πλούσια Δύση περιθωριοποίησε ένα σημαντικό κομμάτι του πληθυσμού. Ένα κομμάτι του πληθυσμού το οποίο έχασε τα πάντα και το οποίο ήταν τρομερά οργισμένο, γιατί κανένας από αυτούς τους χορτασμένους πολιτικούς που τους έλεγαν ότι πρέπει να κάνει υπομονή δεν φαινόταν να ενδιαφέρεται για τη μοίρα τους.

Η διαφθορά και η ανισότητα φαινόταν να συνεχίζουν να αυξάνονται με ακόμα μεγαλύτερο ρυθμό από ό,τι πριν την κρίση του 2008, ενώ οι πολιτικοί αρνούνταν να κάνουν το οτιδήποτε γι’ αυτό. Το αντίθετο μάλλον, αφού οι ενέργειες τους έριχναν λάδι στη φωτιά της λαϊκής δυσαρέσκειας.

Την ίδια στιγμή που συνέβαιναν όλα αυτά στον κόσμο, ήρθε να προστεθεί και μια νέα συνειστώσα, η οποία μόλις είχε κάνει την παρθενική της εμφάνιση λίγα χρόνια πριν την χρηματοπιστωτική κρίση του 2008: τα κοινωνικά δίκτυα.

Τα χρόνια μετά την κρίση, οι εταιρείες κοινωνικών δικτύων εκτοξεύθηκαν στα ύψη τόσο οικονομικά, όσο και πολιτικά, αφού ο πόλεμος κατά τις τρομοκρατίας που είχαν ξεκινήσει οι χώρες της Δύσης στην Μέση Ανατολή, είχε ως παράπλευρη απώλεια την ακύρωση των νομοθετικών πλαισίων που προστάτευαν τα προσωπικά δεδομένα. Και μέσω αυτού του νέου τεχνολογικού Δούρειου Ίππου, προέκυψε ένα νέο είδος ελέγχου και διαχείρισης μεγάλων πληθυσμών.

Σε αντίθεση με ό, τι συνέβαινε στην Κίνα, η νέα αυτή τεχνολογία δεν θα χρησιμοποιούνταν για να ακυρώσει τα συναισθήματα και την ατομική ελευθερία των ανθρώπων ώστε να δημιουργήσει πειθήνιους πολίτες, αλλά το αντίθετο· θα προωθούσε και θα ενίσχυε τα συναισθήματα αυτά σε βαθμό διαρκούς υστερίας και καχυποψίας, δημιουργώντας έτσι μια παγιωμένη πραγματικότητα, έναν κόσμο σε διαρκή παράλυση, όπου κανένας δεν θα εμπιστευόταν τίποτα και κανέναν, παρά αυτούς που επιβεβαίωναν τις προκαταλήψεις τους για τον κόσμο και τα πράγματα.

Οι εταιρείες κοινωνικών δικτύων σύντομα συνειδητοποίησαν ότι τα έντονα συναισθήματα ήταν το κλειδί για τεράστια κέρδη. Ρίχνοντας περισσότερο λάδι στην φωτιά της οργής και της καχυποψίας, δημιούργησαν αυτό που ονόμασαν “εργοστάσια περιεχομένου υψηλής διάδοσης” (viral content factories), με μοναδικό σκοπό την δημιουργία και προώθηση περιεχομένου που προκαλεί αυτό που οι συμπεριφορικοί ψυχολόγοι ονομάζουν “συναισθήματα υψηλού ερεθισμού” (high-arousal ή activating emotions), όπως η νοσταλγία και ο φθόνος, αλλά περισσότερο, συναισθήματα όπως αυτά της οργής και του φόβου.

Δεν το έκαναν επειδή είναι σαδιστές και ήθελαν να μας βασανίσουν. Το έκαναν επειδή τα συναισθήματα αυτά, ο θυμός, η θλίψη, ο φόβος, είναι πανίσχυρα συναισθήματα που κάνουν τους ανθρώπους να επικεντρώνονται περισσότερο και να αντιδρούν πιο έντονα, το οποίο μεταφραζόταν σε χιλιάδες περισσότερα κλικ και προωθήσεις περιεχομένου.

Δηλαδή, σε περισσότερα κέρδη για τις εταιρείες αυτές που εκμεταλλεύονταν τα προσωπικά δεδομένα δισεκατομμυρίων χρηστών.

Εκείνη την περίοδο, μάλιστα, το 2012, μια ομάδα ψυχολόγων που εργαζόταν με τη Facebook ανακοίνωσε ότι είχαν βρει έναν τρόπο να τοποθετούν κρυμμένα μηνύματα στους τοίχους ανακοινώσεων των χρηστών, τα οποία μπορούσαν να δημιουργήσουν συγκεκριμένες διαθέσεις και συναισθήματα στους χρήστες, χωρίς αυτοί να το γνωρίζουν.

Με αυτόν τον τρόπο, η ομάδα των ψυχολόγων που εργαζόταν με τη Facebook υποστήριζε ότι θα μπορούσε κανείς να διατηρήσει εκατομμύρια χρήστες σε μια διαρκή κατάσταση άγχους και στρες, βομβαρδίζοντας τους με περιεχόμενο υψηλού ερεθισμού.

Την ώρα λοιπόν που η λαϊκή οργή στην Ρωσία, τις ΗΠΑ, την Ευρώπη, και αλλού, άρχιζε να βράζει, η λειτουργία των εταιρειών κοινωνικής δικτύωσης -ή κοινωνικής αποξένωσης, όπως το βλέπει κανείς-, στην προσπάθεια τους να κάνουν ό,τι κάνει κάθε άλλη κερδοσκοπική εταιρεία, δηλαδή να μεγιστοποιήσουν τα κέρδη τους, εισήγαγαν μια τεχνολογία η οποία πέρα από υψηλά κέρδη, θα είχε και άλλες, πιο σκοτεινές συνέπειες.

Όλη αυτή η κατάσταση, όμως, είχε σπείρει μια έντονη καχυποψία στα μυαλά εκατομμυρίων ανθρώπων, οι οποίοι είχαν βρεθεί μόνοι, ξεχασμένοι, απροστάτευτοι και πολύ πολύ θυμωμένοι.

Εκατομμύρια άνθρωποι άρχισαν τότε να αμφιβάλλουν ακόμα και για τις ίδιες τους τις σκέψεις και τα ίδια τους τα συναισθήματα. Ήταν πραγματικά δικά τους ή προέρχονταν από αλλού; Κανείς δεν μπορούσε να είναι σίγουρος για τίποτα πια.

Και το πρόβλημα με την καχυποψία είναι, ότι, αν ριζώσει, δύσκολα αποβάλλεται, αφού, όπως και η άρνηση μιας θεωρίας συνομωσίας είναι από μόνη της μια συνωμοσία, έτσι, και οποιαδήποτε απόπειρα να κατευνάσει κανείς μια καχυποψία, είναι από μόνη της αιτία για να είναι κανείς καχύποπτος.

Για τους αλγόριθμους, όμως, δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα, αφού η καχυποψία είναι άλλο ένα συναίσθημα υψηλού ερεθισμού από το οποίο μπορούσαν να τραφούν με νέα δεδομένα από τους χρήστες τους.

Ως αποτέλεσμα, το σοκ της εκλογής του Τραμπ και της απόφασης του Ηνωμένου Βασιλείου να αποχωρήσει από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ήρθαν μετά ως νιτρογλυκερίνη σε μια φωτιά που ήδη είχε αρχίσει να παίρνει ανησυχητικές και ανεξέλεγκτες διαστάσεις.

Όσο για την φιλελεύθερη αστική τάξη, που πάντα έβλεπε τον εαυτό της ως προστάτη της εργατικής τάξης, βρέθηκε ξαφνικά εκτεθειμένη σε δυνάμεις που δεν μπορούσε ούτε να εξηγήσει, ούτε να ελέγξει.

Διαμαρτυρίες ξέσπασαν παντού, αλλά τα σοκ ήταν τόσο ισχυρά και η αντίδρασί τους τόσο αναιμική, πράγμα που ενέτεινε το συναίσθημα της ανασφάλειας του κόσμου, αφού εκατομμύρια αστοί και μικροαστοί ξύπνησαν ξαφνικά σε έναν κόσμο που δεν αναγνώριζαν, και δεν μπορούσαν να καταλάβουν.

Βλέπεις, αυτό που δεν μπορεί ακόμα να καταλάβει η αστική τάξη στις χώρες της Δύσης, είναι το πώς είναι δυνατόν τα εκατομμύρια της εργατικής τάξης να βρίσκονται, όχι απλά εναντίον τους, αλλά και να ψηφίζουν ενάντια στα συμφέροντά τους πολιτικούς οι οποίοι εμφανίζονται ως καρικατούρες των πολιτικών του παρελθόντος.

Οι αλγόριθμοι, βλέπεις, δεν νοιάζονται για το τι πιστεύει ο κόσμος για τον Πούτιν, τον πόλεμο στην Ουκρανία, το Brexit ή τον πορτοκάλι μαλάκα. Αυτό που τους νοιάζει είναι ο τεράστιος όγκος δεδομένων που παράγουν οι χρήστες τους, όταν η υστερία και η καχυποψία που οι ίδιοι οι αλγόριθμοι καλλιεργούν, δημιουργεί μια κατάσταση διαρκούς παράνοιας.

Γιατί η παράνοια αυξάνει τα κέρδη, και τα αυξημένα κέρδη σημαίνουν αυξημένη πολιτική ισχύ και επιρροή.

Όπως είπε το ανθρώπινο σίχαμα και γνήσιο παιδί του Σικάγο, ο οικονομολόγος Μίλτον Φρίντμαν, οι κρίσεις αποτελούν ευκαιρίες, και αυτό είναι κάτι που εκμεταλλεύτηκαν στο έπακρο τόσο ο Πούτιν, όσο και ο πορτοκαλί μ@λάκας, ο Μπόρις Τζόνσον, ο Όρμπαν, ο Μπολσονάρο, και όλοι οι υπόλοιποι μιμητές τους, μεταξύ και των οποίων είναι και τα δικά μας σιχάματα της πολιτικής εξουσίας στην Ελλάδα.

Γιατί, η καχυποψία και η παράνοια τους βοήθησαν να ανέλθουν στην εξουσία και παράλληλα τους προστάτευσαν από το γεγονός ότι δεν είχαν κανέναν σκοπό να απαλλάξουν τον κόσμο από την ανισότητα και την διαφθορά που τους έπνιγε, όπως τους είχαν υποσχεθεί προεκλογικά.

Και ενώ οι οπαδοί του Πούτιν ζούσαν στον φανταστικό κόσμο των συνωμοσιών του Λαϊκού Μετώπου που δημιούργησε ο ίδιος, οι εχθροί τους στην αντίπερα πλευρά ζούσαν στον δικό τους φανταστικό κόσμο, τις συνωμοσίες που προωθούσε μια άλλη οργάνωση, η αμερικανική QAnon.

Μάλιστα, η QAnon είχε και εξήγηση για το γιατί η ανισότητα και η διαφθορά συνεχιζόταν να αυξάνεται κατά την διακυβέρνηση του πορτοκαλί μ@λάκα, και γιατί ο πορτοκάλι μ@λάκας αδυνατούσε να απαλλάξει τον αμερικανικό λαό από τον “βάλτο της Ουάσιγκτον”, όπως είχε υποσχεθεί προεκλογικά. Από ό,τι φαίνεται, σύμφωνα με τις θεωρίες της QAnon, τον εμπόδιζε μια πανίσχυρη μυστική καμπάλ παιδόφιλωv στην Ουάσιγκτον…

Όσο για τον προοδευτικό πολιτικό χώρο των φιλελευθέρων και της Αριστεράς, αυτή η πολιτική πόλωση, καθώς και η μονοπώληση του πολιτικού διαλόγου σε θέματα ταυτότητας και σεξoυαλικότητας, χρησίμευε γιατί ήταν ένας τρόπος να αποφύγουν να αντιμετωπίσουν την αυθεντική δυσαρέσκεια των ανθρώπων που είχαν δει τις δουλειές τους να χάνονται, τα μαγαζιά τους να κλείνουν, τα χωριά και τις πόλεις τους να αδειάζουν και να παρακμάζουν, τις υποδομές να καταρρέουν, το κοινωνικό κράτος να αποδομείται, ενώ κανένας από αυτούς τους προοδευτικούς και αριστερούς δεν τους είχε σταθεί, ούτε είχε κάποια συγκεκριμένη πρόταση να αντιτείνει, ενώ παράλληλα δεν έχαναν την ευκαιρία να τους κοροϊδεύουν στα κοινωνικά δίκτυα για την ίδια τους την θυματοποίηση.

Κι αυτό, γιατί ούτε οι φιλελεύθεροι και οι αριστεροί δεν είχαν ιδέα πώς να διορθώσουν την κατάσταση, πώς να δώσουν λύσεις στα προβλήματα του κόσμου. Και έτσι τίποτα δεν άλλαζε στον πραγματικό κόσμο.

Οι μάχες στον ψηφιακό κόσμο, βλέπεις, δεν οδηγούσαν πουθενά. Και έτσι, όλο το οικοδόμημα της εξουσίας, η ανισότητα, η διαφθορά, η κατάρρευση και η παρακμή των δημόσιων υποδομών, συνέχιζαν ανενόχλητα την ίδια ώρα που οι πολιτικοί έσπευδαν να κρατηθούν στην εξουσία με κάθε τρόπο, ώστε να προστατευθούν από τις οργισμένες μάζες.

Και πάνω εκεί που όλα έδειχναν οριακά, ήρθε μια νέα κρίση να δώσει εκ νέου μια νέα σφαλιάρα στις δοκιμαζόμενες μάζες των ανθρώπων: ο COVID-19.

Σε αντίθεση με τις προηγούμενες καταστροφές, όπως αυτή της οικονομικής κρίσης του 2008, ο κορονοϊός ήρθε έξω από τα όρια του συστήματος εξουσίας, αλλά ήρθε πάνω στην ώρα που πολλές από τις βεβαιότητες μας για τον κόσμο είχαν ήδη αρχίσει να καταρρέουν.

Φυσικά, ο κορονοϊός έκανε κάτι πολύ περισσότερο από το να ρίξει λάδι στη φωτιά των αλλεπάλληλων κρίσεων της οικονομίας και της πολιτικής, γιατί έφερε στο φως τις βαθιές ανισότητες των κοινωνιών των πλουσίων χώρων της Δύσης, οι οποίες μέχρι τότε βρίσκονταν κρυμμένες κάτω από τον μανδύα της καθημερινότητας και των υποσχέσεων για ανάπτυξη και ευημερία, κάποτε στο μέλλον, αλλά ποτέ διευκρινίζοντας το πότε ακριβώς.

Εκατομμύρια χαμηλόμισθοι δεν έμειναν σπίτι, ούτε είχαν χρόνο να χειροκροτήσουν στα μπαλκόνια. Αναγκάστηκαν να συνεχίσουν να δουλεύουν παρά τον κίνδυνο σε αυτούς και τις οικογένειές τους, ώστε να μην καταρρεύσουν οι οικονομίες και οι αγορές, και ώστε να υπάρχουν τα απαραίτητα στα ράφια και τα ψυγεία όλων αυτών που έμειναν στον σπίτι, μεταξύ των οποίων ήταν και τεράστιες ποσότητες κωλόχαρτου.

Και φυσικά, η συνέπεια αυτού ήταν οι φτωχοί και χαμηλόμισθοι να αρρωσταίνουν και να πεθαίνουν με πολύ υψηλότερα ποσοστά από τους αστούς και τους μεγαλοαστούς. Κάτι που συνεχίζει και τώρα που η πανδημία έχει κοπάσει.

Η πανδημία, βλέπεις, ήρθε να υπενθυμίσει σε όσους το είχαν ξεχάσει μετά την κρίση του 2008, ότι η ζωή είναι πιο ασφαλής και άνετη για όσους δεν αναγκάζονται να ζουν για το μεροκάματο, ότι οι αγορές συνεχίζουν να κερδοσκοπούν πάνω στον θάνατο, την αρρώστια και την μιζέρια μας, και ότι 12 χρόνια μετά την κατάρρευση των οικονομιών το 2008 εξαιτίας της απληστίας των τραπεζών, τίποτα δεν έχει αλλάξει.

Και πάνω εκεί που η λαϊκή οργή και δυσαρέσκεια των λαών είχε αρχίσει να παίρνει ανησυχητικές διαστάσεις για ακόμα μια φορά μετά το 2019, με χιλιάδες νεκρούς στις τάξεις τους και με τα δημόσια συστήματα υγείας υπό καθεστώς κατάρρευσης, ήρθε να προστεθεί μια νέα κρίση: ο πόλεμος στην Ουκρανία.

Πράγμα που μας φέρνει στο σήμερα, αναμένοντας με αγωνία τον χειμώνα, και σφίγγοντας για ακόμα μια φορά το ζωνάρι, περιμένοντας την νέα ύφεση που έρχεται να χτυπήσει τις ήδη χρεοκοπημένες και παραπαίουσες οικονομίες μας, καθώς και τον στασιμοπληθωρισμό που θα ακολουθήσει.

Ας χαρούμε αυτά που είναι να χαρούμε τώρα, γιατί αυτές είναι οι καλές μέρες.

Και ζήσαν αυτοί καλά, και εμείς χειρότερα.

Από την μακρινή άλλη άκρη του κόσμου, ανάμεσα στα χαλάσματα ενός ακόμη χαμένου πολιτισμού, με αγάπη,

Κώστας

Υ.Γ. Το γεγονός ότι παρά τις τραγικές συνέπειες των πολέμων και των πραξικοπημάτων του 20ού αιώνα, για τις οποίες δεν έχουμε ούτε καν τις λέξεις που να αποδίδουν δικαιοσύνη στην βαναυσότητα τους, πολλοί άνθρωποι συνεχίζουν να στηρίζουν κυβερνήσεις οι οποίες διατηρούν και εμπορεύονται οπλικά συστήματα και όπλα μαζικής καταστροφής με την ίδια ευκολία που εμπορεύονται τοστιέρες και τηλεοράσεις υψηλής ευκρίνειας, είναι τρανταχτή απόδειξη ότι, αν δεν πληρώσεις με την ζωή σου, δεν μαθαίνεις ποτέ. Αυτοί που έμαθαν, δυστυχώς είναι δύο μέτρα κάτω από το χώμα και αδυνατούν να συνετίσουν τους υπόλοιπους. Και όταν λες κάτι γι’αυτό, εκείνοι σου πετάνε το δικαίωμα στην έκφραση και την ελευθερία της αγοράς στην μούρη. Ελευθερία. Δικαιώματα. Τι πλάκα! Ας μου απαντήσει κάποιος, τι μπορεί να είναι περισσότερο αδιάφορο για την ζωή, την ελευθερία και τα δικαιώματα, από μια βόμβα, ή από μια κυβέρνηση που δεν έχει κανέναν ηθικό φραγμό στο να την φτιάξει, να την πουλήσει ή να την χρησιμοποιήσει η ίδια;

Υ.Γ.2 Στην σύντομη ζωή μου ως τώρα, εξακολουθώ να μην έχω παρατηρήσει το οτιδήποτε που να υποδεικνύει την ύπαρξη κάποιου Θεού. Το μόνο σίγουρο είναι, ότι αν έχω πέσει έξω και υπάρχει Θεός, τότε σίγουρα μας μισεί θανάσιμα.

Υ.Γ.3 Από ό,τι φαίνεται, η ανθρωπότητα, μαζί με ένα είδος μυρμηγκιού που συναρπάζει τον αδερφό εν Λεμπόφσκι Βασίλη, θεωρείται πολεμοχαρής επειδή δεν έχει καταφέρει ακόμα να σταματήσει τους πολέμους. Αν είναι στην φύση μας όμως να πολεμάμε, γιατί είμαστε τόσο κότες όταν είναι να πολεμήσουμε τους εσωτερικούς εχθρούς, όπως τους μαφιόζους ολιγάρχες στην ίδια μας τη χώρα, ή μια αυταρχική και διεφθαρμένη κυβέρνηση; Αν ήμασταν τόσο πολεμοχαρείς, θα βρισκόμασταν στους δρόμους με οδοφράγματα με τα όσα γίνονται. Αν ήμασταν τόσο πολεμοχαρείς και αιμοδιψείς, θα τους είχαμε σκίσει τους πλούσιους εδώ και καιρό. Στο φινάλε, δύσκολα μπορεί να βγάλει κανείς συμπεράσματα για την φύση του ανθρώπου, αφού όπως λες και εσύ, Πιτσιρίκο μου, μόνο η μισή ανθρωπότητα πολεμά, οι άνδρες. Εκτός και αν, όταν μιλάμε για την ανθρωπότητα εννοούμε μόνο τους άνδρες. Μα πόση πατριαρχία πια; Όπως τα βλέπω εγώ, δεν είμαστε ούτε πολεμοχαρείς, ούτε αιμοδιψείς, χάπατα είμαστε. Αυτό, ναι, είναι στην φύση μας.

Υ.Γ.4 Άντε να την βγάλουμε καθαρή και αυτόν τον χειμώνα, να έρθει πάλι το καλοκαίρι να ξεχαστούμε. Ζήτω το καλοκαίρι!

(Αγαπημένε Κώστα, όλα τα έγραψες. Όλα. Κώστα, δεν είναι και πολλοί αυτοί που έχουν καταλάβει πως τον Πούτιν τον έσπρωξαν στην εξουσία οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους, με τη στήριξη που πρόσφεραν στον γραφικό Γέλτσιν, και κάνοντας τη λέξη “δημοκρατία” να ακούγεται σαν βρισιά στη Ρωσία. Και ποτέ δεν ξέρεις τι θα συμβεί, όταν ένας πρώην πράκτορας της KGB βρεθεί να κυβερνάει μια από τις πιο ισχυρές χώρες του κόσμου. Επίσης, η χώρα του Ντοστογιέφσκι, του Τολστόι και του Πούσκιν δεν εξηγείται με αμερικανικούς όρους. Δεν είναι Ελλάδα η Ρωσία. Αρκεί κάποιος να διαβάσει την Ιστορία της Ρωσίας. Για την δαιμονοποίηση των Ρώσων πολιτών -όπως η Σβέτα- δεν ευθύνεται ο Πούτιν αλλά η ανοησία της Δύσης που μετατρέπει τους Ρώσους σε νέους Εβραίους και τους σπρώχνει όλο και περισσότερο στην αγκαλιά του Πούτιν. Η Ιστορία δεν διδάσκει. Να περνάτε όμορφα. Την αγάπη μου.)

Το pitsirikos.net χρειάζεται τη βοήθειά σου

Στήριξε οικονομικά το pitsirikos.net, αν θεωρείς πως καλό είναι να υπάρχουν στην Ελλάδα και κάποιες φωνές που δεν δουλεύουν για τον Μαρινάκη, τον Αλαφούζο, τον Σαββίδη και τα άλλα παιδιά, οπότε μπορεί να διαβάσεις ή να ακούσεις κάτι διαφορετικό από αυτό που συμφέρει τους ολιγάρχες. Οι τρόποι στήριξης εδώ.

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.