Δεν βρίσκουμε ένα παντελόνι να φορέσουμε
Γεια σου πιτσιρίκο. Ακολουθεί ο παρακάτω όχι και τόσο φανταστικός διάλογος (το όνομα που χρησιμοποιώ ωστόσο, όπως και διάφορα άλλα στοιχεία, είναι όντως φανταστικά):
«Έχουν γίνει όλοι λουλούδες. Και η κάλτσα; Ρε φιλαράκι –συγγνώμη κιόλας για το θάρρος– είναι δυνατόν να μου φοράς παπούτσι χωρίς κάλτσα; Είναι δυνατόν;» ωρυόταν ο μάστορας που είχε έρθει για ένα μερεμέτι στο σπίτι. Έδειξα ότι συμπάσχω.
«Και τα τζιν;»
«Τι με τα τζιν;». Του επέστρεψα το ερώτημα μ’ έναν μορφασμό απορίας, γιατί όντως δεν κατάλαβα, αν και ψυχανεμιζόμουν, για το πού θα πήγαινε η κουβέντα την οποία δεν είχα σχεδιάσει να πυροδοτήσω.
«Βρίσκεις εσύ να φορέσεις τζιν;» Δεν πρόλαβα ν’ απαντήσω ότι εγώ δεν φοράω τζιν, μιας και τα λίγα παντελόνια που φοράω είναι ορειβατικού τύπου. Είναι πολύ πιο ανθεκτικά, έχουν τσέπες και κρατάνε πάνω από μια δεκαετία.
«Δεν βρίσκω τζιν να φορέσω!» Θρήνος και οδυρμός. «Όλα είναι κοντά, φαίνεται ο αστράγαλος» και μου έδειχνε τον αστράγαλό του, «μα είναι δυνατόν; Τι λουλούδες είναι αυτοί ρε; Γεμίσαμε με πoύστηδες, δεν βρίσκουμε ένα παντελόνι να φορέσουμε».
«Εντάξει ρε Μίλτο» του λέω εγώ, «κι εγώ κοίτα τι φοράω» και του δείχνω τον εκτεθειμένο μου αστράγαλο.
«Άλλο εσύ». Αναδίπλωση. Ο Μίλτος μπήκε αυτόματα στη λογική ότι οι παρόντες εξαιρούνται. «Εσύ είσαι σπίτι σου. Θα βγεις έτσι έξω;»
«Ε, όχι, να, μέχρι να πετάξω τα σκουπίδια». Τι να κάνω κι εγώ. Κράτησα τις ισορροπίες. Παύση ο Μίλτος. Με κοιτάει με το το εξεταστικό ύφος που μόνο οι μάστορες επιστρατεύουν όταν υπολογίζουν πόσα μεροκάματα θα σου πάρουν.
«Εσύ μάλλον ΚΚΕ ψηφίζεις ε;» Κόκκαλο εγώ.
«Γιατί ρε Μίλτο;»
«Ε, να…το στυλ σου». Θυμήθηκα τον Χαφιέ του Γκόρκι, εκεί που ο «παλιός» δημόσιος υπάλληλος συμβουλεύει τον εκκολαπτόμενο χαφιέ πώς να ξετρυπώνει τους αριστερούς. Ντύνονται ατημέλητα και διαβάζουν πολύ. Πριν προλάβω να ψελλίσω κάτι, ο Μίλτος ξαναχτυπά:
«Ή Σύριζα.» Εκεί εξερράγην.
«Ε, όχι και Σύριζα! Μακριά από ‘μένα!» Όλα κι όλα.
«Να μου πεις, έχεις δίκιο ρε φίλε. Ποιον να ψηφίσεις, τη λουλού τον Κασσελάκη; Γεμίσαμε με κουνιστούς και μαύρους. Ο ένας κουνιστός, ο άλλος εκεί της Αγγλίας Ινδός. Ο άλλος ο Ομπάμα ο αραπάκος, μαύρος δεν ήταν; Τι γκρινιάζουν; Μια χαρά είναι όλοι τους». Πολλά θέματα μαζί. Δύσκολη η ατζέντα της συζήτησης.
Εκεί θυμήθηκα το blog, πιτσιρίκο. Όχι ότι το ξεχνάω ποτέ γιατί το διαβάζω καθημερινά και ακούω όλα τα podcasts. Κάποιες στιγμές παρασύρεσαι και σύρεσαι σ’ έναν διάλογο που δεν είχες καμία διάθεση να συμμετάσχεις, αλλά λες, ας πω και δυο λόγια να περισώσω ό,τι μπορώ.
«Να σου πω, ρε Μίλτο. Ο Σούνακ, ο Άγγλος, ο Ινδός που λες, ο δικός μας ο Κασσελάκης που είναι ομοφυλόφιλος, ο Ομπάμα που είναι μαύρος, έχουν κάποιο πρόβλημα στην κοινωνική τους ζωή; Εννοώ τα βρήκαν σκούρα στη ζωή τους επειδή ο ένας είναι ο Ινδός, ο άλλος πoύστης όπως λες και ο άλλος μαύρος;» Προσπάθησα να επιστρατεύσω το πιο απλό λεξιλόγιο για να καταφέρω να περάσω στον συνομιλητή μου αυτό που ήθελα να εκφράσω.
«Όχι», μου απαντάει ο Μίλτος.
«Οι φτωχοδιάβολοι μαυρούληδες που δουλεύουν μαύρα στα υπόγεια της εστίασης και μένουν δεκαπέντε μαζί σ’ ένα δωμάτιο, οι διάφοροι ομοφυλόφιλοι εδώ κι εκεί που τους κοροϊδεύουν όπου τους καταλάβουν, για ποιο λόγο έχουν πρόβλημα να ζήσουν τη ζωή τους ενώ οι Σούνακ και Κασσελάκηδες δεν έχουν;»
Ο Μίλτος μου κάνει τη universal κίνηση με τα τρία δάχτυλα του χεριού να τρίβουν το ένα το άλλο.
«Το χρήμα», μου απαντάει. Κάτι κατάφερα.
«Αυτό είναι που μας χωρίζει, Μίλτο. Αυτοί που τρέχουν όλοι μέρα να τα βγάλουν πέρα και αυτοί οι λίγοι που έχουν τα πάντα, τις επιχειρήσεις, τους πολιτικούς, τις τηλεοράσεις, τις ομάδες και κάνουν κουμάντο». Εντάξει, για μέσα και σχέσεις παραγωγής δεν μίλησα, γιατί εκεί θα μου ξαναέλεγε ο Μίλτος ότι ψηφίζω ΚΚΕ, και η επιμονή του να μάθει τι ψηφίζω είχε πλάκα, διότι μου εκμυστηρεύτηκε ο ίδιος ότι εδώ και δέκα χρόνια δεν ψηφίζει (εκεί σε ξαναθυμήθηκα πιτσιρίκο!) κι εγώ του απάντησα ότι καλά κάνει και δεν ψηφίζει, και κάπου εκεί μου ανοίχτηκε και ακολούθησε σε μέσες άκρες ο παραπάνω διάλογος.
Όταν συνομιλείς λίγο με ανθρώπους της καθημερινότητας που πραγματικά παλεύουν να τα βγάλουν πέρα, που δουλεύουν από το πρωί μέχρι το βράδυ (πράγμα αρνητικό και η πλάκα είναι ότι όποιος ισχυρίζεται ότι δουλεύει όλη μέρα καμαρώνει για αυτό, οι άνθρωποι δεν πρέπει να δουλεύουν από το πρωί μέχρι το βράδυ, δεν πρέπει να πολυδουλεύουν γενικά, αλλά άλλη κουβέντα αυτή που έχεις θίξει επανειλημμένως), κάπου τα έχουν χαμένα και τους φταίνε πράγματα και καταστάσεις που είναι και αυτά συνέχεια κι επέκταση του ίδιου του συστήματος που οδηγεί και εκείνους στο να τους φταίει οτιδήποτε άλλο εκτός από το ίδιο το σύστημα.
Κι εγώ χαμένα τα έχω, πιτσιρίκο, αλλά κάτι τέτοιες κουβέντες με ανθρώπους της καθημερινής βιοπάλης τις ευχαριστιέμαι. Αντίθετα, κουβέντες, πώς να το πω, σε πιο αστικά περιβάλλοντα, σε περιβάλλοντα γραφείου με ανθρώπους που έχουν σπουδές, βλέπεις έναν τυχοδιωκτισμό, μία αδυσώπητη φιλαργυρία κι έναν χυδαίο ατομικισμό. Με εξαιρέσεις πάντα.
Καλά Χριστούγεννα, πιτσιρίκο, καλά Χριστούγεννα και σε όλους τους φίλους του blog.
Γιώργος Γιαλούρης
Υ.Γ.1 Ωραίος ο καιρός για Χριστούγεννα. Μέχρι και μπάνιο μπορεί να κάνει κανείς, στην Αθήνα τουλάχιστον. Μου αρέσουν και τα χιόνια, πιτσιρίκο, υπό συγκεκριμένες συνθήκες όμως που τις ορίζω εγώ. Όχι φυσικά στα χιονοδρομικά, στον χαμό, αλλά κάπου μέσα στο δάσος, με αντίσκηνο όπου δεν ακούγεται τίποτα, όπου δεν υπάρχει καμία ένδειξη ανθρώπινης παρουσίας πέρα από τη δική σου και των ένα με δύο φίλων της παρέας σου. Όλα γίνονται αργά. Στήσιμο αντίσκηνου, άνοιγμα υπνόσακων, προετοιμασία φαγητού. Μαγείρεμα στο γκαζάκι, ζεστό τσαγάκι και όταν πέσει το φως δεν ακούγεται τίποτα, ούτε τα πουλιά που έχουν «πέσει» και αυτά να κοιμηθούν. Σ’ ενοχλεί το βουητό στ’ αυτιά σου, τόσο ησυχία έχει, αλλά κι αυτό το βουητό σβήνει σιγά σιγά.
Υ.Γ.2 Η φωτογραφία είναι από τη Δίρφυ κοντά στο καταφύγιο, κάποια χρόνια πριν.
(Αγαπητέ Γιώργο, χρόνια πολλά. Είναι κάπως αστείο ότι στους περισσότερους ανθρώπους φταίει οτιδήποτε άλλο, εκτός από αυτό που φταίει πραγματικά. Και στρέφονται ο ένας εναντίον του άλλου, αντί να στραφούν όλοι μαζί κατά αυτών που τους ξεσκίζουν τη ζωή. Γιώργο, έχω τζιν -τα μακριά, που δεν φαίνεται ο αστράγαλος και θα τα ενέκρινε και ο Μίλτος- αλλά δεν τα φοράω ποτέ. Φοράω στρατιωτικά παντελόνια από το Μοναστηράκι, γιατί είναι άνετα, έχουν πολλές τσέπες, δεν χρειάζονται σιδέρωμα και είναι τσαλακωμένα πάντα. Αν και η αγαπημένη μου ενδυμασία είναι να είμαι με το μαγιό. Τις κάνω κι εγώ αυτές τις κουβέντες με ανθρώπους που συναντάω τυχαία, για να γειώνομαι και να μην έχω ψευδαισθήσεις, αν και συναντάω και ανθρώπους που καταλαβαίνουν πολύ καλά τι συμβαίνει. Κάποτε, πολύ νεότερος, νόμιζα πως όλος ο κόσμος είναι όπως είναι οι φίλοι μου. Δεν είναι. Στην διάρκεια της στρατιωτικής μου θητείας, το κατάλαβα πρώτη φορά τόσο έντονα αυτό. Γιώργο, τέλεια μέρα για βόλτες και ηλιοθεραπεία στην Αθήνα. Μπήκαμε στην τελική ευθεία για το καλοκαίρι. Χιόνι έχει στην κατάψυξη. Χρόνια πολλά. Την αγάπη μου.)
Το pitsirikos.net χρειάζεται τη βοήθειά σου
Στήριξε οικονομικά το pitsirikos.net, αν θεωρείς πως καλό είναι να υπάρχουν στην Ελλάδα και κάποιες φωνές που δεν δουλεύουν για τον Μαρινάκη, τον Αλαφούζο, τον Σαββίδη και τα άλλα παιδιά, οπότε μπορεί να διαβάσεις ή να ακούσεις κάτι διαφορετικό από αυτό που συμφέρει τους ολιγάρχες. Οι τρόποι στήριξης εδώ.

