Η ταξική απαλεψιά του 2024

Η επιβίωση του pitsirikos.net εξαρτάται αποκλειστικά από τους αναγνώστες του. Γίνετε συνδρομητές εδώ.

Αγαπημένε μου, Πιτσιρίκο,
Πιτσιρίκο, ως σαμάνος της τεμπελιάς κι εσύ, είμαι σίγουρος ότι συμφωνείς με την άποψη ότι έχει προκληθεί αναρίθμητο κακό από την πεποίθηση ότι η εργασία είναι αρετή.

Κάτι μου λέει ότι, για το επίπεδο τεχνολογικής εξέλιξης στο οποίο βρισκόμαστε ως κοινωνίες, δουλεύουμε υπερβολικά πολύ.

Φυσικά, το πόσο πολύ δουλεύουμε έχει λιγότερο να κάνει με τις ανάγκες μας ως κοινωνία ή ως άτομα, και περισσότερο με την ανάγκη των πλουσίων για όλο και μεγαλύτερα κέρδη.

Για όσους νομίζουν ότι, αν σταματήσουμε να ταΐζουμε το ιερό τέρας της ανάπτυξης, οι οικονομίες μας θα καταρρεύσουν, απλώς να υπενθυμίσω ότι το μεγαλύτερο ποσοστό της ανάπτυξης πηγαίνει στις τσέπες του πλουσιότερου 1% κάθε χώρας. Δεν έχει να κάνει με εμάς, ούτε με την οικονομία. Έχει να κάνει με αυτούς και την απληστία τους.

Στη σημερινή κοινωνία, τα επίπεδα υπέρμετρης εργασίας δεν είναι όμως αποτέλεσμα της πειθαρχίας και της υπακοής μας στους ανωτέρους μας, όπως ήταν παλιότερα, αλλά αποτέλεσμα των ίδιων των εσωτερικών μας ψυχαναγκασμών.

Θέλουμε και τις δουλεύουμε όλες αυτές τις εργατοώρες.

Και δεν χρειαζόμαστε πια την βία του προϊσταμένου ή του επιστάτη εργασίας, γιατί την ασκούμε από μόνοι μας απέναντι στον εαυτό μας.

Αυτοί οι εργασιακοί ψυχαναγκασμοί για όλα αυτά τα “πρέπει” της ζωή μας, και όλες αυτές οι κοινωνικές βεβαιότητες για τα “πρέπει” της οικονομικής ανάπτυξης, καλλιεργήθηκαν παράλληλα επί δεκαετίες μέσω του καπιταλιστικού υπερκαταναλωτισμού, που εξασφάλιζε, ότι τα κέρδη τους θα συνεχίσουν να αυξάνονται για πάντα.

Εργασία, καταναλωτισμός και ανάπτυξη, ατομικοί και κοινωνικοί ψυχαναγκασμοί που έχουν φτάσει σε τόσο ακραίο σημείο στις μέρες μας, ώστε να απειλούν την ίδια την επιβίωση του ανθρωπίνου είδους.

Δέσμιοι αυτών των ψυχαναγκασμών, εξασφαλίζουμε ότι δεν θα βιώσουμε ποτέ το ευ ζην, την καλή ζωή που μας συμβούλευαν τα αρχαία μας καρντάσια.

Όσο περίεργο και αν ακούγεται για κοινωνίες απείρως πιο τεχνολογικά εξελιγμένες από όσο ήταν πριν εκατό χρόνια, το ζητούμενο εξακολουθεί να είναι η επιβίωση, παρά η βελτίωση των συνθηκών ζωής των ανθρώπων που ζουν σε αυτές. Ό,τι ακριβώς ίσχυε εκατοντάδες -ή και χιλιάδες- χρόνια πριν, δηλαδή, όταν δεν είχαμε την υψηλή τεχνολογία που πλέον παίρνουμε ως δεδομένη.

Τι να το κάνουμε το Α.Ι., ρε φίλε, αν δεν μπορείς να πληρώσεις το ρεύμα και το γκάζι;

Και από το ευ ζην των αρχαίων, φτάσαμε να θεωρούμε καλή ζωή το να μπορείς να επιβιώνεις και να σου μένει και κάτι στην άκρη για κανά τεχνολογικό γκατζετάκι και κανά ωραίο ρούχο, ή όποιο άλλο καταναλωτικό φετίχ σε φτιάχνει.

Γιατί, τι νόημα έχει να τα ‘χεις, αν δεν τα δείχνεις;

Ζήτω, τα καταφέραμε, μάγκες. Ζωάρα.

Η μόνη στιγμή που μπορούμε να ξεφύγουμε από αυτές τις ιδέες που φθείρουν τη ζωή μας και την κάνουν ανυπόφορη, είναι στα χρονικά διαστήματα ελεύθερου χρόνου μεταξύ των περιόδων εργασίας. Στην άδεια. Κι αυτό γιατί οι ώρες ελεύθερου χρόνου κατά την διάρκεια μιας καθημερινής εργάσιμης μέρας δεν φτάνουν ούτε καν για να ξεκουραστείς, πόσο μάλλον για να σκεφτείς, να προβληματιστείς και να πάρεις αποφάσεις.

Μόνο στα διαλείμματα της άδειας από την δουλειά μας δίνεται η ευκαιρία να πάρουμε μια μικρή γεύση από την καλή ζωή. Να καταλάβουμε τους τρόπους με τους οποίους η “συνωμοσία” της εργασίας μας εμποδίζει από το να γευτούμε αυτά που δίνουν στην ζωή ένα βαθύτερο νόημα και σκοπό. Οι μικρές αυτές παύσεις είναι που σηκώνουν για λίγες στιγμές το πέπλο της ρουτίνας και μας αποκαλύπτουν πόσο ωραία θα μπορούσε να ήταν η ζωή, αν δουλεύαμε λιγότερο.

Εκατόν είκοσι χρόνια μετά την καθιέρωση του 8ωρου, και το να δουλεύεις 8 ώρες την ημέρα θεωρείται πια προνόμιο.

Κάτι ήξεραν και οι αρχαίοι από ψυχαναγκασμούς, γι’αυτό και για τον Σωκράτη, τον Επίκουρο, τον Διογένη, ο πόνος και η οδύνη στη ζωή του ανθρώπου είναι αποτέλεσμα των λανθασμένων αντιλήψεών του. Αυτές οι αντιλήψεις είναι που μας κάνουν να δίνουμε αξία στο χρήμα, στη φήμη, τις στιγμιαίες απολαύσεις, τα υλικά αγαθά, και όλα εκείνα που μπαίνουν εμπόδιο στο καλό μας πνεύμα, την ευδαιμονία μας.

Χωρίς ελεύθερο χρόνο, βέβαια, είναι αδύνατο για κάποιον να έρθει αντιμέτωπος με όλες εκείνες τις βεβαιότητες και τις αντιλήψεις που τον κρατούν δέσμιο. Όλα αυτά που γεννούν την οδύνη των συναισθημάτων της ζήλιας, του θυμού, ή της θλίψης. Αυτής της αίσθησης του μονίμως ανικανοποίητου, κυνηγώντας πράγματα ανάξια του χρόνου και της ενέργειας που αφιερώνουμε σε αυτά.

Σκέφτομαι ότι όλες αυτές οι προσδοκίες που συνεχώς κυνηγάμε, που ορίζουν την συμπεριφορά μας, δεν προέρχονται από εμάς. Τις περισσότερες φορές, προέρχονται συνήθως από όλους αυτούς τους κανόνες και τους άγραφους νόμους που άλλοι έχουν θέσει για εμάς, και τους οποίους σπάνια αναθεωρούμε.

Γι’αυτό και είναι τόσο δύσκολο για όλους μας να είμαστε ελεύθεροι. Γιατί όλα τα κριτήρια που αξιολογούν εμάς και την συμπεριφορά μας προέρχονται από την εσωτερικοποίηση των προσδοκιών των άλλων.

Η χρηματικοποίηση της ζωής, άλλωστε, η εμπορευματοποίηση κάθε πτυχής της ανθρώπινης δραστηριότητας, έχει οδηγήσει στην πεποίθηση ότι αυτό που κάνει την ζωή κάθε ανθρώπου καλύτερη ή χειρότερη, είναι η πρόσβαση στην κατανάλωση προϊόντων και υπηρεσιών.

Αλλά αυτό έχει και ένα άλλο αποτέλεσμα, αφού η έλλειψη πρόσβασης στην κατανάλωση οδηγεί πολλούς ανθρώπους στο να αισθάνονται ότι αποτυγχάνουν εκεί που άλλοι τα έχουν καταφέρει. Αυτό το αίσθημα ντροπής είναι που κάνει κάποιους να ψάχνουν να βρουν εξιλαστήρια θύματα για να ρίξουν το φταίξιμο, αυτό το συναίσθημα μειονεξίας, που στοχοποιεί άλλες πιο αδύναμες ομάδες ανθρώπων, ρίχνοντας την ευθύνη για την έλλειψη πρόσβασης στην κατανάλωση και την καλοπέραση, πάνω τους.

Και έτσι καταλήγεις να τα βάζεις πάντα με τους αδύναμους.

Αλλά πώς να τα βάλεις με τον ισχυρό, όταν είσαι μονίμως μια ομάδα του ενός; Όταν το μόνο που εκφράζεις είναι μια ταυτότητα. Την δική σου. Και τίποτε άλλο.

Ο ατομικισμός που καλλιέργησε το καπιταλιστικό σύστημα, βλέπεις, μας κάνει να σκεφτόμαστε ότι κάθε πρόβλημα της ζωής μας είναι προσωπικό, και επομένως η επίλυσή του είναι ατομικό θέμα, παρά κοινωνικό.

Γι’ αυτό, από τότε που μπλέχτηκε ο κόσμος με τις ταυτότητες, μας έχουν πάρει και τα σώβρακα.

Και φυσικά, μια από τις πιο παλιές ταυτότητες, είναι αυτή του έθνους.

Ο εθνικισμός μπορεί να είναι μια σχετικά πρόσφατη εφεύρεση, τα τελευταία 200 χρόνια πες χοντρικά, αλλά έχει κάνει καλή δουλίτσα στην συνείδηση του κόσμου. Πλάι-πλάι με τον καπιταλισμό. Κοίτα να δεις σύμπτωση.

Οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι του 20ού αιώνα μας έχουν αποδείξει περίτρανα ότι είναι ευκολότερο να καλλιεργήσεις εξατομικευμένα εθνικιστικά ένστικτα στην εργατική τάξη, παρά συλλογικά ένστικτα διεθνούς αλληλεγγύης και συνεργασίας. Ιδιαιτέρως σε περιόδους πολέμου και οικονομικής κρίσης.

Οπότε, δεν καταλαβαίνω γιατί συνεχίζουμε να αναρωτιόμαστε για την άνοδο της ακροδεξιάς.

Όσο διατηρείται μια κατάσταση κρίσης και πολεμικών συρράξεων, τόσο η ακροδεξιά θα είναι στο προσκήνιο και τόσο τα συμφέροντα της ολιγαρχίας θα είναι εξασφαλισμένα.

Πάντως, την λύση την γνωρίζουμε, δεν είναι δα και καινούργιο το πρόβλημα.

Τα έγραφε ο Μπούκτσιν, ο οποίος έβλεπε ότι οι εργαζόμενοι ήταν πάντα κάτι πολύ περισσότερο από απλοί προλετάριοι.

Ναι μεν, ως εργαζόμενοι, οι άνθρωποι θεωρούσαν τα προβλήματα του εργασιακού τους χώρου σημαντικά, αλλά και ως γονείς ανησυχούσαν επίσης και για το μέλλον των παιδιών τους και τον κόσμο που θα κληρονομήσουν, όπως και ως άνδρες και ως γυναίκες τους απασχολούσαν θέματα που αφορούσαν την προσωπική τους αξιοπρέπεια, ή την σεξoυαλική τους ελευθερία, όπως και ως γείτονες τους απασχολούσαν θέματα της γειτονιάς και της κοινότητας, όπως και ως μέλη μιας ευρύτερης κοινωνίας τους απασχολούσαν συλλογικά θέματα κοινωνικής δικαιοσύνης, πολιτικής και κοινωνικής ελευθερίας.

Την σήμερον ημέρα, μαζί με όλα αυτά τα μη οικονομικά θέματα, τους απασχολούν επίσης και θέματα που αφορούν την οικολογική καταστροφή, τα δικαιώματα των μειονοτήτων, την απώλεια της ικανότητάς τους να επηρεάζουν την πολιτική ζωή στις χώρες τους, καθώς και τον ολοκληρωτικό έλεγχο του κράτους στις υποθέσεις τους. Προβλήματα που δεν αφορούν μια συγκεκριμένη κοινωνική τάξη, αλλά όλες. Προβλήματα που δεν λύνονται εντός της φάμπρικας, του γραφείου, ή των συνδικάτων.

Αυτό εξηγεί και την αποτυχία της Αριστεράς να κερδίσει την εμπιστοσύνη του κόσμου, παρά τις άθλιες συνθήκες που έχει δημιουργήσει ο καπιταλισμός. Γιατί βλέπει τους ανθρώπους είτε από το μονόπλευρο πρίσμα των εργασιακών σχέσεων, είτε από το πρίσμα των ταυτοτήτων, αδυνατώντας να λειτουργήσει ως συνδετικός κρίκος μεταξύ των εργαζομένων διαφορετικών κοινωνικών τάξεων, αλλά και ως συνδετικός κρίκος των ανθρώπων ως κάτι παραπάνω από εργαζόμενοι και ταυτότητες.

Η ουσία δεν είναι ούτε η αέναη κριτική στον καπιταλισμό, ούτε η διεκδίκηση των εργασιακών δικαιωμάτων εντός του καπιταλισμού. Αυτά είναι για τους επαγγελματίες αριστερούς, που βγάζουν φράγκα από αυτή την ιστορία.

Όχι. Η ουσία είναι να τελειώνουμε με τον καπιταλισμό, γιατί έχουμε φθάσει στο σημείο να κάνουμε μπίζνες με μια γενοκτονία, η οποία, για πρώτη φορά στην Ιστορία της ανθρωπότητας, εξελίσσεται σε ζωντανή σύνδεση. Είναι πάτος. Νομίζω ότι είναι ένα καλό σημείο να πεις, “όπα δικέ μου, μήπως να το ξανασκεφτούμε;”

Αργήσαμε λιγάκι.

Και για να γίνει αυτό, πρέπει να δημιουργηθεί ένα ολοκληρωμένο όραμα ενός καλύτερου κόσμου, μιας καλύτερης και πιο δίκαιης κοινωνίας, προσαρμοσμένης στο σήμερα και στο αύριο που θέλεις να δημιουργηθεί. Όχι με όρους αποικιοκρατίας και Ψυχρού Πολέμου, που είναι όροι του 19ου και του 20ου αιώνα.

Αλλά, δυστυχώς, δεν μπορείς να φτιάξεις κάτι που δεν μπορείς καν να φανταστείς και να περιγράψεις. Γιατί, αν δεν μπορείς καν να φανταστείς έναν νέο, ριζικά διαφορετικό κόσμο από αυτόν που υπάρχει, τότε η σκέψη σου θα παραμείνει μονίμως αγκιστρωμένη σε αυτόν που ζεις, ακόμα και αν αυτός σε φθείρει, σε καταπιέζει, σε αρρωσταίνει και σε σκοτώνει.

Όπως μας υπενθύμιζε ο Καστοριάδης, οι εργαζόμενοι δεν πρόκειται να φτάσουν ποτέ στο σημείο να πάρουν τον έλεγχο στον χώρο εργασίας τους, ή στη ζωή τους την ίδια, όσο συνεχίζουν να βλέπουν τον εαυτό τους ως έναν υπάλληλο. Έναν εργάτη λευκού, ή μπλε κολάρου.

Δεν είσαι ούτε η δουλειά σου, ούτε η ταυτότητά σου.

Τόσο ο Μπούκτσιν όσο και ο Καστοριάδης, οραματίζονταν μια κοινωνία όπου διαφορετικού τύπου άνθρωποι θα έπαιρναν τις θέσεις τους σε δημόσιες συνελεύσεις, όχι ως εργαζόμενοι κάποιας ειδικότητας, ως δάσκαλοι, καλλιτέχνες, γιατροί, εργάτες ή υπάλληλοι γραφείου, αλλά ως πολίτες, που ενδιαφέρονται για το κοινό καλό της κοινωνίας στην οποία ζούνε και αναπτύσσονται.

Όπως είχε καταλάβει τόσο ο Καστοριάδης, όσο και ο Μπούκτσιν, και άλλοι, οι κοινωνικοί αγώνες δεν τελειώνουν με την ταξική πάλη εντός του καπιταλισμού, για την δημιουργία ενός πιο ήπιου καπιταλισμού.

Αλλά, απ’ ότι φαίνεται, είναι ταμπού και αναχρονιστικό και παρωχημένο να μιλάμε για κοινωνικές τάξεις, για καπιταλισμό, για φτώχεια και για πόλεμο.

Οπότε, ας φάμε άλλη χρονιά με οικονομική κρίση, φτώχεια και πόλεμο.

Από το μακρινό Αμστελόδαμο, εύχομαι το 2024 να μας φέρει κοντά. Όλα τα υπόλοιπα είναι στο έλεος τους.

Πάντα με αγάπη,

Κώστας

Υ.Γ. Η πολιτική των ταυτοτήτων είναι η πολιτική των μειονοτήτων. Από την στιγμή που βλέπει κανείς τον εαυτό του ως κομμάτι μιας μειονότητας, τον βλέπει μονίμως από μια κατάσταση αδυναμίας. Και από τη στιγμή που οι μειονότητες δεν ενώνονται να γίνουν πλειοψηφίες και να αποκτήσουν πραγματική ισχύ να αλλάξουν τις συνθήκες τους –λες και δεν είναι το ίδιο σύστημα που τους καταπιέζει–, θα παραμένουν πάντα σε αυτή τη κατάσταση αδυναμίας, διεκδικώντας επ’ άπειρον το αυτονόητο δικαίωμά τους να υπάρχουν, σε έναν κόσμο που καταστρέφεται σε πραγματικό χρόνο.

(Φίλε Κώστα, για μια ακόμα φορά, οι περισσότεροι άνθρωποι δεν θέλουν να είναι ελεύθεροι. Αν θέλουν κάτι, είναι το σάπιο σύστημα να τους δώσει ένα ψίχουλο παραπάνω. Σκέψου πως το πιο δημοφιλές σύνθημα στις διαδηλώσεις είναι το “Χωρίς εσένα γρανάζι δεν γυρνά…”, αλλά κανείς δεν σκέφτεται πως αυτό είναι ένα δουλοπρεπές σύνθημα. Η πολιτική των ταυτοτήτων είναι βαθύτατα διχαστική αλλά σε ποιον να το εξηγήσεις και ποιος να το καταλάβει; Όλοι θέλουν να αλλάξουν όλα, χωρίς να αλλάξει απολύτως τίποτα. Όσο για το δικαίωμα στην τεμπελιά, πώς να το εξηγήσεις σε ανθρώπους που θεωρούν την δουλειά ιερή; Πάντα εντυπωσιάζομαι από αυτούς που θεωρούν πρόβλημα την ανεργία και δεν θεωρούν πρόβλημα την δουλειά. Αλλά καταλαβαίνω και το μάταιο του να προσπαθήσεις να τους εξηγήσεις πως η δουλειά σκοτώνει. Σκοτώνονται στην δουλειά. Κώστα, σου θυμίζω τι έλεγαν για τους νεκρούς εργαζόμενους της Marfin: “Τους σκότωσαν την ώρα που δούλευαν”. “Eίναι απίστευτο πως τους σκότωσαν την ώρα που δούλευαν”, λες και τους σκότωσαν την ώρα που έκαναν έρωτα. Να είσαι καλά, Κώστα. Την αγάπη μου.)

Το pitsirikos.net χρειάζεται τη βοήθειά σου

Στήριξε οικονομικά το pitsirikos.net για να συνεχίσει να υπάρχει μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία. Οι τρόποι στήριξης εδώ.

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.